Η κρυφή γοητεία του λεφτόδεντρου
Λεφτά, λοιπόν, βρήκαν, έστω και λιγότερα από αυτά που έχουν τη δυνατότητα να δαπανήσουν. Αλλά αυτό το «λιγότερα» δεν οφείλεται σε τσιγκουνιά. Οφείλεται στην εμπεδωμένη σε κάθε νεοφιλελεύθερο αντίληψη ότι κάθε παραπάνω ευρώ που καταλήγει στους τελικούς αποδέκτες -μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους, αγρότες, μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες, αλλά και τους πιο αδύναμους που σε περιόδους κρίσης πολλαπλασιάζονται- αποτελεί ένα ακόμα εμπόδιο για την εφαρμογή της «τελικής λύσης» του νεοφιλελευθερισμού μπροστά σε κάθε οικονομική κρίση. Δηλαδή, την ανάληψη του κόστους της κρίσης από αυτούς ακριβώς που πλήττονται περισσότερο.
Τη συνταγή αυτή την είδαμε να εφαρμόζεται με τα μνημόνια, των οποίων την πατρότητα -«ιδιοκτησία» την είπανε- διεκδικούσε ήδη η ΝΔ, χωρίς αναστολές, σαν φυσική συνέπεια και μοναδική λύση. Τη βλέπουμε, όμως, και τώρα να ξεδιπλώνεται μεθοδικά, καθώς ο πρώτος και καλύτερος τομέας στον οποίο η κυβέρνηση δεν κάνει προσπάθεια να κρυφτεί πίσω από μέτρα που μοιάζουν μ’ εκείνα που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι ο τομέας των εργασιακών σχέσεων και του εργατικού μισθού. Εδώ η λογική της αναπόφευκτης μείωσης μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων διαπρέπει με κάθε μέσο: με την απαγόρευση της ετήσιας αύξησης του κατώτατου μισθού, με το πάγωμα συλλογικών συμβάσεων, με την απουσία πραγματικής προστασίας από τις απολύσεις, με την καθιέρωση και εξάπλωση της αναστολής εργασίας, της μείωσης των αποδοχών λόγω δυσχερειών της επιχείρησης, και τη γενίκευση της εκ περιτροπής και μερικής απασχόλησης, που όπως φαίνεται θα έχουν μέλλον.
Στους τομείς αυτούς δεν γίνεται ουσιαστική προσπάθεια να κρυφτεί η πραγματικότητα πίσω από ωραιοποιήσεις, παρά την καλή θέληση που δείχνουν τα τόσα φίλια μέσα ενημέρωσης -ας πούμε. Κατά βάθος, αυτά θεωρούνται κάτι όπως τα άγια των αγίων, που δεν πρέπει να ντρέπεται ο νεοφιλελεύθερος να υποστηρίζει με ρεαλισμό -διάβαζε κυνισμό. Είναι στοιχεία του ιδεολογικού εξοπλισμού που συνοδεύει κάθε πακέτο μέτρων «διάσωσης» -πάντως όχι αυτών που κινδυνεύουν.









