ΣΥΡΙΖΑ

Το αύριο μπορεί να μην είναι σαν το σήμερα

Οσο διαρκεί η υγειονομική κρίση, ακούμε συχνά ότι την επόμενη μέρα τίποτα δεν θα είναι όπως χθες. Για να μην ακούγεται σαν κοινοτοπία, ίσως θα ήταν ακριβέστερο να πούμε ότι όλοι θα ήθελαν η επόμενη μέρα να ενταχθεί στο γενικότερο σχέδιό τους για το αύριο. Και θα κάνουν ό,τι μπορούν γι’ αυτό. Χωρίς να παρατηρούμε, πάντως, θεαματικές ανατροπές, σίγουρα τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα για όλους.
Η κυβέρνηση της ΝΔ μοιάζει να κεφαλαιοποιεί τη θετική έκβαση της μάχης κατά του κορονοϊού, επωφελείται από την ήπια κριτική στάση της αντιπολίτευσης ως τώρα, που ορθά δεν επέλεξε μικροπολιτική τακτική, καθώς και από την τάση συσπείρωσης γύρω από τους θεσμούς σε περιόδους τέτοιας κρίσης. Ωστόσο, η κριτική που της ασκήθηκε σε σημαντικές πλευρές των οικονομικών και εργασιακών όψεων των μέτρων που πήρε, όχι μόνο από τον ΣΥΡΙΖΑ, την προϊδεάζει και για το ανώμαλο έδαφος στο οποίο θα βαδίσει από εδώ και στο εξής.

Ο κ. Μητσοτάκης σε νέο ρόλο

Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει ο κ. Μητσοτάκης να την εμφανίσει αναστοχαζόμενη και έτοιμη να βγάλει τα συμπεράσματά της από την κρίση, ακόμα και αναθεωρώντας τα δόγματά της περί μικρού και διόλου κοινωνικού κράτους, και να τονώσει το εκσυγχρονιστικό μεταρρυθμιστικό προφίλ της (βλέπε αγιογραφική συνέντευξη στην «Καθημερινή»), στο Μαξίμου βλέπουν ήδη τα όρια που θέτουν, αφενός, οι συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες καταβολές της, αφετέρου, οι δεσμεύσεις της απέναντι σε όσους τη στήριξαν και τη στηρίζουν, με τα μικρά ή μεγάλα συμφέροντα που τώρα προβάλλουν και απαιτούν να ικανοποιηθούν, παρά ή με ευκαιρία την κρίση.
Η ηγεσία της κυβέρνησης βλέπει, για παράδειγμα, ότι πάντοτε θα οφείλει «εξυπηρετήσεις» δεκάδων εκατομμυρίων στους μιντιάρχες. Οτι θα βρίσκεται πάντα στους κόλπους της ένας Βρούτσης που θα μοιράζει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε σχολάρχες , γιατί η πελατειακή σχέση είναι γονιδιακή για τη δεξιά. Ότι θα έρχεται μια Κεραμέως να επαναφέρει τον προκατακλυσμιαίο θεσμό της «διαγωγής» στην εκπαίδευση, θυμίζοντας ότι βασικοί πυλώνες της ΝΔ έχουν μείνει και νιώθουν μια χαρά στον 20ό αιώνα. Τέλος, βλέπει ότι θα είναι υποχρεωμένη να ικανοποιήσει, ιδίως με αφορμή την κρίση, τις απαιτήσεις του ΣΕΒ για διάλυση των εργασιακών σχέσεων και γιατί το πιστεύει ότι έτσι έρχεται η ανάπτυξη, αλλά και γιατί πάντοτε βλέπει τις κρίσεις σαν ευκαιρία, έστω και χωρίς μνημόνιο. Κι αυτά ενδεικτικά μόνο. Ισως γι’ αυτό στο Μαξίμου, παρά τις κατηγορηματικές διαψεύσεις, βρίσκουν ακόμα έδαφος εισηγήσεις για πρόωρες εκλογές.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, βρέθηκε, παρά την πανδημία, σε ευνοϊκή θέση, όπως καταγράφεται και σε δημοσκοπήσεις, το ίδιο και ο κ. Μητσοτάκης, αυτό , όμως, δεν φαίνεται να αρκεί, ώστε να περάσει με την ίδια ευκολία στην επόμενη και δυσκολότερη φάση, της καθαρά οικονομικής κρίσης.

Δυσκολίες και πλεονεκτήματα του ΣΥΡΙΖΑ

Στην άλλη όχθη, ο ΣΥΡΙΖΑ, που επαινέθηκε για την ορθή στάση του, δεν ανέτρεψε, όμως, το φράγμα αποπληροφόρησης, αιχμή του δόρατος ενός μετώπου αντι-ΣΥΡΙΖΑ, μικρότερης εμβέλειας, αλλά με ισχυρές βάσεις στα μίντια. Δεν μπορούν εύκολα να του απευθύνουν τώρα κατηγορίες για λαϊκισμό (το αποτόλμησαν με την κατάθεση της πρότασής του «Μένουμε όρθιοι», αλλά χωρίς αποτέλεσμα). Δεν τολμούν, όμως, και να τον αποδεχτούν ως ισότιμο αντίπαλο, να συζητήσουν με επιχειρήματα τις αντίθετες θέσεις του, όχι με αφορισμούς.
Εκείνο, πάντως, που δεν ευνοεί την αξιωματική αντιπολίτευση, είναι το γεγονός ότι, αν και εξ ορισμού είναι διεκδικητής της κυβέρνησης, δεν ωθείται μέχρι στιγμής από ένα κύμα, όπως το 2011 -12, από ένα λαϊκό κίνημα. Ετσι θα μπορούσε να αντισταθμίσει και να υπερβεί τα πολλαπλά εμπόδια που της υψώνουν. Επίσης, το γεγονός ότι υποχρεώθηκε στο συμβιβασμό του τρίτου μνημονίου, τη δυσκολεύει να μιλήσει πειστικά με πιο ριζοσπαστικό λόγο, που είναι απαραίτητος σήμερα για μια νέα πλειοψηφική συσπείρωση μέσα στην κοινωνία.
Γι’ αυτό ακριβώς και χρειάζεται να εντοπίσει σε αντιστάθμισμα τα υπαρκτά πλεονεκτήματα που προσφέρει η συγκυρία. Πρώτα πρώτα, τα οραματικά στοιχεία της αριστεράς, που ήρθαν στην επικαιρότητα με την κρίση . Να μιλήσει όχι μόνο για τα τρέχοντα, αλλά και την άμεση σχέση που έχουν οι λύσεις γι’ αυτά με το πώς βλέπουμε την κοινωνία, τον κόσμο, τη θέση μας μέσα σ’ αυτόν. Για το ρόλο του κράτους, των δημόσιων υπηρεσιών, των κοινωνικών αγαθών, το ρόλο του δημοκρατικού κεντρικού σχεδιασμού σε κρίσιμους τομείς, όπως η παραγωγική ανασυγκρότηση, η υγεία, η κοινωνική πολιτική, η κοινωνική ασφάλιση, η προστασία του περιβάλλοντος…

Το χθες προϊδεάζει για το αύριο

Μπορεί να αναδείξει το γεγονός ότι δεν πιστώνεται την έξοδο από το μνημονιακό πρόγραμμα, αλλά και το ότι την πραγματοποίησε εξασφαλίζοντας το πολύπαθο μαξιλάρι, πολλαπλά χρήσιμο σήμερα, και , κυρίως, με μια ρύθμιση του χρέους με νέο χαμηλό επιτόκιο και 15 χρόνια ελαφρές υποχρεώσεις εξυπηρέτησης.
Ακόμα, μπορεί να τονίσει ότι και μέσα στα ασφυκτικά μνημονιακά πλαίσια φρόντισε να ανασυγκροτήσει το αφημένο στην τύχη του ΕΣΥ, που τώρα όλοι το εξυμνούν γιατί άντεξε στην υγειονομική κρίση. Ότι έβαλε τις βάσεις και πραγματοποίησε σημαντικά βήματα στη συγκρότηση του κοινωνικού κράτους, που η χρησιμότητά του φαίνεται σήμερα, αλλά θα αναδειχτεί περισσότερο στην επερχόμενη οικονομική κρίση. Αφησε , επίσης, την αυτοδιοίκηση σε πολύ καλύτερη κατάσταση, με τη μονιμοποίηση του θεσμού «βοήθεια στο σπίτι» και των υπαλλήλων της καθαριότητας, που έγιναν πια ορατοί και από τον κ. Μητσοτάκη, καθώς και με το πρόγραμμα «Φιλόδημος».
Εχει, τέλος, τη δυνατότητα να προβάλει τις ριζικά διαφορετικές θέσεις της για την αντιμετώπιση της ύφεσης χωρίς λιτότητα, όπως πάγια επιδιώκει η δεξιά, για την παραγωγική ανασυγκρότηση και ανάπτυξη με το βλέμμα στην κλιματική κρίση, για την υπεράσπιση και την ενίσχυση των κατακτήσεων των μισθωτών, που απειλούνται σε συνθήκες κρίσης.
Στη βάση αυτή μπορεί να συναντήσει και να συμβάλει στην ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων, που θα προκύψουν σ’ αυτές τις συνθήκες, και θα διευκολύνουν τη διείσδυση ενός ριζοσπαστικού λόγου σε ευρύτερα στρώματα, θα ενισχύσουν την προσδοκία μιας εναλλακτικής προοπτικής, ώστε να νικήσει και τώρα η ελπίδα το φόβο, όχι μόνο από την πανδημία, αλλά και από τις οικονομικές παρενέργειές της.

Χαράλαμπος Γεωργούλας

Πηγή: Η Εποχή