Macro

03
01

Γιατί το πανεπιστήμιο εδώ και πολλά χρόνια είναι υπό διωγμό;

Η μετατόπιση από τον ανταγωνισμό τιμών στον ανταγωνισμό ποιότητας αποτελεί για τις ελληνικές επιχειρήσεις μονόδρομο. Άλλωστε, αυτήν την οδό έχουν επιλέξει όλες οι προηγμένες οικονομίες. Το μεγάλο στοίχημα για την ελληνική οικονομία είναι η μετακίνησή της στην αλυσίδα παραγωγής της αξίας, προς την παραγωγή προϊόντων έντασης γνώσης. Δεν αναφέρομαι απαραίτητα στους κλάδους που βρίσκονται στην αιχμή της τεχνολογίας (αεροναυπηγική, βιοτεχνολογία κτλ.) αλλά σε αυτούς που έχουμε ήδη συγκριτικό πλεονέκτημα και κυρίως σε ορισμένους κλάδους υψηλής τεχνολογίας και μεγάλου αναπτυξιακού δυναμικού, στους οποίους αν και δεν έχουμε επί του παρόντος πλεονέκτημα, είναι δυνατό με την συμβολή του ιδιωτικού αλλά και του κρατικού τομέα να αποκτήσουμε. Είναι μάλιστα πολύ κρίσιμο να γίνει κατανοητό, ότι, όπως δείχνουν πολλές πρόσφατες έρευνες, ακριβώς αυτή η εύλογη υπέρβαση του στατικού υπάρχοντος συγκριτικού πλεονεκτήματος αποτελεί πολύ κρίσιμο στοιχείο, ενδεχομένως το αποφασιστικό μέτρο αναπτυξιακής επιτυχίας. Η αναγκαία συμβολή του κρατικού τομέα σ΄ αυτήν την επιτυχή πορεία, περνά προφανώς ως ένα μεγάλο βαθμό και από τα πανεπιστήμια και ιδίως από τον ρόλο τους στην παραγωγή γνώσης. (...) Όμως δυστυχώς το τμήμα του κεφαλαίου που κατανοεί της σημασία της Ε&Α δεν είναι ισχυρό πολιτικά, φαίνεται πως οι κυρίαρχες οικονομικές δυνάμεις που επηρεάζουν την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, έχοντας επενδεδυμένα συμφέροντα σε οικονομικές δραστηριότητες που είναι χαμηλής προστιθέμενης αξίας, δεν μπορούν να κατανοήσουν τη σημασία του πανεπιστημίου. (...) Η επίθεση στο πανεπιστήμιο συνιστά μια επικοινωνιακή και λαϊκιστική τακτική, με την παρουσίασή του σαν κέντρο ανομίας, και η υποβάθμιση της δουλειάς που γίνεται σε αυτό με την απαξίωσή του μέσω της σύγκρισής του με τα ελάχιστα πανεπιστήμια που για πάρα πολλούς λόγους είναι στην παγκόσμια πρωτοπορία. Χρειάζεται ένας ειλικρινής διάλογος για τη βελτίωση του πανεπιστημίου και του ρόλου του στην ανάπτυξη της χώρας. Ωστόσο, υποστηρίζω ότι θα πρέπει σχεδόν αξιωματικά να λέγεται δημοσίως ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να προστατευθεί ως κόρη οφθαλμού. Και βέβαια, οποιεσδήποτε αναγκαίες αλλαγές στη λειτουργία του πρέπει να είναι απόρροια τεκμηριωμένης μελέτης. Δυστυχώς, η κυβέρνηση σήμερα ενώ προχωρά σε δραστικές αλλαγές στη λειτουργία του πανεπιστημίου προβάλλει κυρίως το θέμα της παρουσίας της αστυνομίας στο πανεπιστήμιο, παρά την συνολική διαφωνία της πανεπιστημιακής κοινότητας. Αναμφίβολα αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, αλλά και ένα ζήτημα το οποίο μέχρι σήμερα έχει επανειλημμένως χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση ως «αντιπερισπασμό» για να μεταφέρει τη συζήτηση από σοβαρότερα υπαρκτά ζητήματα (οικονομία, πανδημία κτλ.), σε αυτό που θεωρεί προνομιακό της πεδίο, το «νόμος και τάξη». Ας μην εγκλωβιστούμε σε αυτό το επίπεδο, θα αδικήσουμε τον αναγκαίο δημοκρατικό διάλογο για το παρόν και το μέλλον του δημόσιου και καινοτόμου πανεπιστημίου.
03
01

Λευτέρης Στουκογεώργος: Τώρα αρχίζει ο 21ος αιώνας: Η μεγάλη επίθεση των ελίτ και η κοινωνική χειραφέτηση σε πράσινο φόντο

Μελέτη του οικονομολόγου Λευτέρη Στουκογεώργου για την περιοδική έκδοση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, "Με Ευρυγώνιο Φακό"
03
01

Σχεδιάζοντας τη νέα πράσινη οικονομία

Η κεντρική ομιλήτρια Kate Raworth είναι μια πολύ γνωστή Βρετανή οικονομολόγος που προωθεί ένα βιώσιμο μοντέλο αειφόρου ανάπτυξης που δεν υπερβαίνει τα φυσικά όρια του πλανήτη. Ενα ηθικό μοντέλο που έχει τη δυνατότητα να κάνει τον πλανήτη μας ένα καλύτερο μέρος για να ζει κάποιος και εμάς πιο όμορφους και πιο ευτυχισμένους ανθρώπους. Βλέπει την Ευρωπαϊκή Ενωση ως μια «ηγέτιδα δύναμη που έχει καθορίσει μια μεταρρυθμιστική ατζέντα» και την πανδημία «σαν ένα παράθυρο ευκαιρίας» για να γίνει πραγματικότητα η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία. Ωστόσο σε αυτή την Πράσινη Συμφωνία βρίσκει και μια αντίφαση. Η αντίφαση είναι μεταξύ της «στρατηγικής μεγέθυνσης» και του οράματος για μια κοινωνία «ευημερίας που ζει εντός οικολογικών ορίων». Η κ. Raworth εξήγησε ότι έχουν γίνει προσομοιώσεις που δείχνουν ότι ο τρόπος που σχεδιάζεται η πράσινη ανάπτυξη είναι αδύνατον να επιφέρει τις απαιτούμενες μειώσεις των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που χρειάζονται για να αντιμετωπίσουμε την κλιματική αλλαγή. Η επίτευξη πραγματικής βιωσιμότητας απαιτεί βαθιά αλλαγή του συστήματος. «Προϋπόθεση είναι να σταματήσουν οι ανισότητες» είπε, ενώ τόνισε ότι πρέπει να δούμε με νέα οπτική τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ακόμα και την ίδια την εργασία. Αναφερόμενη στην ψευδαίσθηση της αέναης ανάπτυξης σημείωσε ότι η οικονομία των ήδη αναπτυγμένων κρατών έχει φτάσει σε ένα ταβάνι. Τα κράτη αυτά που έχουν και μεγαλύτερα εισοδήματα δεν μπορούν να αναπτύσσονται συνέχεια. Θα πρέπει να βοηθήσουν τα πιο φτωχά κράτη να αναπτυχθούν και εκείνα με τη σειρά τους, αλλά με πιο βιώσιμο τρόπο. Επισήμανε ότι πίσω από αυτό το μοντέλο της αέναης ανάπτυξης κρύβονται οι μεγαλύτερες κρίσεις, από την οικονομική κρίση του 2008 μέχρι την κλιματική κρίση και την πανδημία. Η Βρετανή οικονομολόγος επέκρινε το μακροπρόθεσμο χρονικό διάστημα υλοποίησης της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας λέγοντας ότι το 2050 είναι πολύ μακριά και, για να αποφύγουμε τα χειρότερα, πρέπει να αναλάβουμε δράση τώρα. Αναφερόμενη στα πακέτα ευρωπαϊκών πράσινων χρηματοδοτήσεων επισήμανε τον κίνδυνο που ελλοχεύει να τα εκμεταλλευτούν οι επιτήδειοι, διαιωνίζοντας παλιές καταστροφικές πρακτικές και καταστρατηγώντας την όλη προσπάθεια για πραγματική πράσινη μετάβαση. «Είναι μια ιστορική συγκυρία» είπε και προέτρεψε τους Ευρωπαίους ηγέτες «να βρουν τα κότσια και να το κάνουν».
01
01

Φορολογήστε τους πλούσιους άφοβα!

O Τζορτζ Μπους (ο πρεσβύτερος) είχε παρομοιάσει τις θεωρίες των trickle down ecomics με οικονομικά… βουντού. Η περιβόητη ρήση αφορούσε τον ισχυρισμό των οικονομικών της προσφοράς και οικονομικής ατζέντας του Ρόναλντ Ρίγκαν (Reaganomics) ότι οι περικοπές της φορολογίας των πλουσίων θα τροφοδοτήσουν τόσο μεγάλη ανάπτυξη και τόσο υψηλά φορολογικά έσοδα που αυτά θα επαρκέσουν για τη χρηματοδότηση των απωλειών στα δημόσια ταμεία. Η μελέτη των Χόουπ και Λίμπεργκ δείχνει, ωστόσο, ότι επί πενήντα ολόκληρα χρόνια η εφαρμογή αυτής της θεωρίας και ο στενός της εναγκαλισμός από τις περισσότερες κυβερνήσεις της Δύσης δεν απέφεραν αυτά που υπόσχονταν. Η μείωση της φορολογίας των πλουσίων και των επιχειρήσεων δεν οδήγησε ούτε σε υψηλότερη ανάπτυξη ούτε σε υψηλότερα φορολογικά έσοδα ούτε σε μείωση της ανεργίας ούτε σε διάχυση της ευημερίας στη μεσαία τάξη και στα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα. «Με βάση την έρευνά μας, θα υποστηρίζαμε ότι η οικονομική λογική για τη διατήρηση των φόρων για τους πλούσιους σε χαμηλά επίπεδα είναι αδύναμη. Στην πραγματικότητα, αν κοιτάξουμε πίσω στην ιστορία, η περίοδος με τους υψηλότερους φόρους για τους πλούσιους -η περίοδος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο- ήταν επίσης μια περίοδος με υψηλή οικονομική ανάπτυξη και χαμηλή ανεργία», τόνισε ο Λίμπεργκ μερικά εικοσιτετράωρα μετά τη δημοσίευση της μελέτης στo CBS MoneyWatch. Τα συμπεράσματα της μελέτης θα έπρεπε λογικά να αποτελούν χαρμόσυνο νέο για τις κυβερνήσεις που θα κληθούν σύντομα να κλείσουν τις μαύρες τρύπες που δημιούργησαν στα δημόσια οικονομικά οι εκτεταμένες δαπάνες για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Αν μη τι άλλο, τους ανάβει το πράσινο φως για να φορολογήσουν περισσότερο τους πλούσιους και να αυξήσουν τα φορολογικά τους έσοδα άφοβα, χωρίς να ανησυχούν για τυχόν επιπτώσεις στην οικονομία.
01
01

Branko Milanovic: Η εύθραυστη ηγεμονία του καπιταλισμού

O Milanovic θεωρεί ως μεγαλύτερο πρόβλημα των σύγχρονων, υπερεμπορευματοποιημένων κοινωνιών την απο-ηθικοποίηση του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Το laissez-faire του Adam Smith προϋπέθετε την καλλιέργεια ηθικών συναισθημάτων των συμμετεχόντων στην ελεύθερη αγορά, ώστε να εκτυλίσσεται απρόσκοπτα το «ευγενές εμπόριο της συμπάθειας». Η ρύθμιση της αχαλίνωτης αγοράς πλέον δεν μπορεί να στηριχθεί σε εσωτερικευμένους, ηθικούς φραγμούς αυτόνομων ορθολογικών δρώντων με ανεπτυγμένη ενσυναίσθηση στις διατομικές και κοινωνικές τους σχέσεις. Αντιθέτως, επαφίεται μόνο σε νόμους και κανόνες, οι οποίοι, όμως, δεν αντανακλούν τη ρουσσωική «γενική βούληση» αλλά παράγονται από πολιτικούς σε στενή διασύνδεση με την περιουσιοκρατική ελίτ (στον (νεο)φιλελεύθερο, αξιοκρατικό καπιταλισμό) ή από την ίδια την πολιτικο-καπιταλιστική διευθύνουσα τάξη (στον πολιτικό-απολυταρχικό καπιταλισμό). Η ποσοτικά αυξανόμενη ευημερία, λοιπόν, δεν έχει συνοδευθεί καθόλου από ανάλογη ηθική και πολιτική ανάπτυξη των αγοραίων δρώντων, δηλαδή από την καλλιέργεια των «ανώτερων ηδονών» κατά τον ωφελιμισμό του κανόνα του John Stuart Mill. Αυτή η από-ηθικοποίηση των ολοένα και πιο εμπορευματοποιημένων πτυχών της κοινωνικής ζωής («οι άνθρωποι ως καπιταλιστικά κέντρα παραγωγής», σελ. 254-257) προξενεί μια σειρά από παθογένειες που διαρρηγνύουν την κοινωνική συνοχή και θέτουν υπό αμφισβήτηση τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας. Στις παθογένειες αυτές συγκαταλέγονται: α) η κανονικοποίηση της διαφθοράς ως αναπότρεπτο στοιχείο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, β) η απουσία ισχυρών ανθρώπινων δεσμών για την εύρυθμη λειτουργία των συμβάσεων σε μια εποχή που η «αυτοκρατορία του νόμου» (κατά τη διατύπωση του Dworkin) έχει υποκατασταθεί από την παντοκρατορία των συμβάσεων, γ) η θεσμοποίηση της νοοτροπίας του «λαθρεπιβάτη» στην κοινωνική πολιτική, με τα ευπορότερα στρώματα να καταφεύγουν στην ιδιωτική παροχή κοινωφελών υπηρεσιών, αποστερώντας έτσι το υποχρεωτικό σύστημα δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης από τους αναγκαίους πόρους για τη βραχυπρόθεσμη επάρκεια των παροχών και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του. Η ανάλυση του Milanovic είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένη και διεισδυτικά κριτική προς τον κυρίαρχο, υπερεμπορευματοποιημένο καπιταλισμό (είτε με αξιοκρατικό είτε με a priori ιεραρχικό πρόσημο). Εντούτοις, οι προτάσεις του συγγραφέα αρκούνται σε μια εκ των έσω μεταρρύθμιση του συστήματος προς την κατεύθυνση ενός πιο εξισωτικού καπιταλισμού, ο οποίος θα βασίζεται στην ίση κατανομή κεφαλαίου και δεξιοτήτων («ικανοτήτων» κατά τη διάσημη διατύπωση του Amartya Sen) και στη δημοκρατική οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας με ταυτόχρονη διατήρηση της αγοράς ως μοχλού διαρρύθμισης των οικονομικών σχέσεων, προκειμένου να επιτευχθεί το πέρασμα από την τυπική στην πραγματική ισότητα των ευκαιριών.
30
12

Η Κίνα ετοιμάζεται να προσπεράσει τις ΗΠΑ

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η Κίνα και η Ανατολική Ασία ευρύτερα, παρότι χτυπήθηκαν νωρίτερα από την πανδημία, αποδείχθηκαν πιο επιδέξιες και αποτελεσματικές στη διαχείρισή της έναντι της Ευρώπης και της Αμερικής και αυτό θα λειτουργήσει προς όφελός τους τα επόμενα χρόνια. (...) Αναμένει ότι τόσο η Κίνα -το ΑΕΠ της οποίας προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2% φέτος και κατά 5% το 2021- όσο και η Ινδία -που θα καταγράψει ύφεση 3% φέτος και ανάπτυξη 8% το 2021- θα επιτύχουν τις καλύτερες επιδόσεις απ’ όλες τις οικονομίες του κόσμου. Αντίθετα, τη μεγαλύτερη καθίζηση από τις μεγάλες οικονομίες του κόσμου αναμένεται ότι θα έχουν οι Ιταλία (-11%), Γερμανία (-8%), Βραζιλία (-8%) και Ισπανία (-8%). Για τις ΗΠΑ αναμένεται ύφεση -5% φέτος και στη συνέχεια μέτρια σχετικά ανάκαμψη +3% το 2021 και +1,9% το 2022. Το αμερικανικό ΑΕΠ δεν πρόκειται να αγγίξει τα προ κρίσης επίπεδα πριν από το 2023 ενώ ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης θα προσεγγίσει μεταξύ 2022 και 2024 το 1,9% και στη συνέχεια θα επιβραδυνθεί στο 1,6%. Η Κίνα αντίθετα αναμένεται να καταγράψει από το 2021 ώς το 2025 μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 5,7% και εν συνεχεία, από το 2026 έως το 2030, 4,5%. Η διαφορετική δυναμική θα οδηγήσει την κινεζική οικονομία ταχύτερα στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης, το 2028 αντί για το 2033 που ήταν η προηγούμενη εκτίμηση του CEBR, και τις ΗΠΑ στη δεύτερη θέση. Ο μέσος Κινέζος όμως θα συνεχίσει -με βάση το κατά κεφαλήν εισόδημα- να είναι φτωχότερος σε σχέση με τον μέσο Αμερικανό, καθώς ο πληθυσμός της Κίνας είναι 4πλάσιος του αντίστοιχου των ΗΠΑ. Η άλλη μεγάλη οικονομία της ηπειρωτικής Ασίας, η Ινδία, που πέρυσι ξεπέρασε τη Βρετανία και έγινε η 5η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, θα οπισθοχωρήσει εξαιτίας των επιπτώσεων της πανδημίας. Ωστόσο ώς το τέλος της δεκαετίας θα είναι η 3η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, καθώς θα ξεπεράσει ξανά τη Βρετανία (2024) αλλά και τις Γερμανία (2027) και Ιαπωνία (2030).
30
12

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Για τον Λίο. Τον δάσκαλο, τον φίλο, τον σύντροφο

Παρακάμπτοντας το κίνδυνο υπεραπλούστευσης θα έλεγα ότι όλο το έργο του Πάνιτς αποκαλύπτει ένα ερευνητικό σχέδιο που επιχειρεί συστηματικά να κατανοήσει και να αντιπαρατεθεί ταυτόχρονα με τις αντιφάσεις ανάμεσα στην τυπική ισότητα της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων και τις βαθιές και συνεχώς επεκτεινόμενες ανισότητες που παράγει ο καπιταλισμός σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή η ερευνητική του έγνοια τον οδήγησε στη δημιουργική υιοθέτηση των μεθοδολογικών προταγμάτων της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας στη μελέτη των αντιφάσεων του κορπορατισμού. Ωστόσο, όταν ο παγκόσμιος καπιταλισμός μπήκε για τα καλά στη νεοφιλελεύθερη φάση του, ο Πάνιτς εστίασε στη μελέτη του κράτους και της σχέσης του με τα πολιτικά υποκείμενα και τις εργατικές οργανώσεις. Οι διαδικασίες καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, μετέφερε το ενδιαφέρον του στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, όπου και άνοιξε δρόμους κατανόησης για τη φύση της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής αυτοκρατορίας. Ο Πάνιτς διακηρύσσει με παρρησία, με σαφήνεια και στέρεη τεκμηρίωση την άποψη ότι το κράτος είναι ο κύριος «συγγραφέας της παγκοσμιοποίησης», καθώς οι πρωτοβουλίες του ενδυνάμωσαν την κινητικότητα του κεφαλαίου και οδήγησαν τις αγορές εργασίας σε ακραία ευέλικτες δομές. Αντίθετες απόψεις του δεσπόζοντος ρεύματος, και δυστυχώς όχι μόνο, οδηγούν σε απομείωση της σημασίας της δημοκρατικής συμμετοχής και αντίστασης και συμβάλλουν σε φαινόμενα αποπολιτικοποίησης. Η αντίληψη και η πεποίθηση ότι κράτος έθνος «έχει τελειώσει» οδηγεί στην παθητικότητα των πολιτών, στη διάχυση συνωμοσιολογικών απόψεων, στην αποστράτευση και τον κυνισμό, αλλά και την απερίσκεπτη κριτική ή μάλλον μη κριτική για τα λάθη και παραλήψεις κυβερνήσεων. Ο Πάνιτς στέκεται σταθερά απέναντι σε αντιλήψεις και εύκολες αναλύσεις τέτοιου τύπου που όχι μόνο ακυρώνουν την κοινωνική/ταξική πάλη, αλλά μας πάνε πίσω πριν τη συνεισφορά του Τζιανμπατίστα Βίκο.
29
12

Κύρκος Δοξιάδης: Παραγωγική καταστολή

Εχει περάσει ένας μήνας από τότε που ο πρωθυπουργός φωτογραφήθηκε με παρέα κατά την ποδηλατική εκδρομή του στην Πάρνηθα, χωρίς μάσκα και χωρίς τήρηση αποστάσεων. Η συγκεκριμένη φωτογραφία είναι μια εικόνα που έχει αποτυπωθεί βαθιά στη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας – δεν έχει ξεχαστεί και μάλλον ούτε πρόκειται. (...) Ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τούτη την πράξη φαίνεται πως εφάρμοσε έναν ιδιότυπο ορισμό του «κυρίαρχου». Κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει όχι πότε και ποιοι υπήκοοι εξαιρούνται από τα δικαιώματα που προστατεύει ο νόμος, αλλά πότε και ποιοι (ο εαυτός του και η παρέα του, εν προκειμένω) εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Ο επιδιωκόμενος συμβολισμός, όμως, έχει και περαιτέρω σημασιολογικές εξειδικεύσεις. Τα αυστηρά μέτρα περιορισμού των κινήσεων των πολιτών, με τις ολέθριες οικονομικές επιπτώσεις και με τις ασφυκτικές συνέπειες στην καθημερινότητα των ανθρώπων, υποτίθεται (και, έως έναν βαθμό, όχι απλώς «υποτίθεται») πως λαμβάνονται με στόχο την προστασία της υγείας των πολιτών. Το «κακό παράδειγμα» που έδωσε ο πρωθυπουργός με την περιβόητη φωτογραφία προφανώς δεν αποσκοπούσε στο να παροτρύνει τους πολίτες να μη μετέχουν στην προσπάθεια που γίνεται για την προστασία της δημόσιας υγείας αψηφώντας τα περιοριστικά μέτρα. Ο στόχος ήταν να τονιστεί η άλλη πλευρά των μέτρων – ήτοι η κατασταλτική. Τα μέτρα ως καταστολή – που δεν είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν τον πρωθυπουργό. Ο πρωθυπουργός επιβάλλει την καταστολή, δεν την υφίσταται.
29
12

Το Γερμανικό «ισοζύγιο μνήμης» και το απλήρωτο άγος των ναζιστικών εγκλημάτων

Ήδη στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο τόσο η Δυτική όσο και η Ανατολική Γερμανία, σε διαφορετικό πλαίσιο η καθεμία, επιχείρησαν να εφαρμόσουν πολιτικές «διαχείρισης της μνήμης»  ή –ακριβέστερα– «κλεισίματος των λογαριασμών» για τις θηριωδίες του εθνικοσοσιαλισμού (Vergangenheitsbewältigung).  Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε αρκετά νωρίς, ήδη στις 10 Νοεμβρίου 1947, όταν οι συμμαχικές κυβερνήσεις ενέκριναν το σχέδιο που είχαν εκπονήσει Γερμανοί νομικοί σχετικά με την άμεση αποκατάσταση περιουσιακών στοιχείων που σώζονταν αυτούσια και είχαν προηγουμένως κατασχεθεί (Νόμος 59). Από τότε αρκετές πρωτοβουλίες έχουν αναληφθεί, όπως η Συμφωνία του Λουξεμβούργου με το Ισραήλ το 1952 και Συμφωνία της Βόννης με την Ελλάδα το 1960. Προϊόντος του χρόνου, ιδίως μετά την επανένωση, χαρακτηριστική είναι η μετατόπιση της γερμανικής πολιτικής από τη νομική στην πολιτική και τελικά στην ηθική ευθύνη, με σκοπό το οριστικό «κλείσιμο των λογαριασμών» με το ναζιστικό παρελθόν, χωρίς περαιτέρω νομικές περιπλοκές. (...) Προσπάθειες συγκάλυψης ή διαστρέβλωσης της μνήμης των εθνικοσοσιαλιστικών θηριωδιών προωθούνται μέσω φαινομενικά άσχετων συνεργειών, οι οποίες κατά κανόνα εστιάζουν στους λεγόμενους τομείς της «ήπιας πολιτικής», όπως οι πολιτιστικές ανταλλαγές ή η πολιτική για τη νεότητα. Η πρακτική αυτή, την οποίαν η Γερμανία δοκιμάζει και σε άλλες χώρες-πρώην θέατρα εγκλημάτων θηριωδίας, όπως η Ναμίμπια, απασχόλησε πρόσφατα και την ελληνική Βουλή, κατά την κύρωση της ελληνο-γερμανικής συμφωνίας για το Ίδρυμα Νεολαίας [ΙΝ] (Άρθρα 148 Ν. 4763/2020, ΦΕΚ Α’ 254/21.12.2020). (...) Οποιαδήποτε δοσοληψία μεταξύ Ελλάδας και ΟΔΓ πρέπει να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο μιας ειλικρινούς διαδικασίας αναγνώρισης των ναζιστικών εγκλημάτων και απονομής υλικής αλλά και ηθικής ικανοποίησης στις αναρίθμητες μαρτυρικές κοινότητες του τόπου μας. Διαφορετικά, θα αποτελεί περαιτέρω προσβολή της μνήμης των θυμάτων και των απογόνων τους και θα βαθύνει το ήδη κακοφορμισμένο τραύμα των ελληνο-γερμανικών σχέσεων.
29
12

Λίο Πάνιτς, ένας διανοούμενος που έκανε προσωπική του υπόθεση τον σοσιαλισμό

Σε όλη τη διαδρομή του, υπήρξε μπροστά από τα πράγματα. Όπως εύστοχα σημείωσε ο Vivek Chiber στο Jacobin, η κριτική ματιά του ήδη από το τέλος του 1980 στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία τον έκανε αντικείμενο κριτικής, ως «υπερβολικά πεσιμιστή ή απλοϊκό», μεταξύ των συναδέλφων του, που τότε επικεντρώνονταν στην «πρακτική σοφία του Τρίτου Δρόμου» του Blair και του Schröder. «Ωστόσο, στην πραγματικότητα, ο Leo ήταν χρόνια μπροστά από την επιστημονική κοινότητα. Η βαθιά του ανάλυση για την τάση συντηρητικοποίησης μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, την αυξανόμενη απόσταση από την εργατική τάξη, την επικείμενη καταστροφή από την επέλαση των μάνατζερς - όλα αυτά είναι τώρα κοινός τόπος στους mainstream κύκλους, καθώς προσπαθούν να κατανοήσουν την κρίση που αγκαλιάζει τον ατλαντικό κόσμο». Η ίδια διορατικότητα χαρακτηρίζει και τη συμβολή του στη συζήτηση για τη ριζοσπαστική Αριστερά και κυρίως τη διακυβέρνηση και τις εμπειρίες από αυτήν. Μακριά από απλοϊκά σχήματα και συγκυριακές εγκλήσεις, ο Leo Panitch (ιδίως στις δύο εκδόσεις του βιβλίου του με τον Sam Gindin, The Socialist Challenge Today) εντόπισε τον πυρήνα των προκλήσεων -και σε μεγάλο βαθμό και των ελλειμμάτων- της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και κάθε ανάλογου εγχειρήματος: τον μετασχηματισμό του κράτους.