Macro

03
01

Σταμάτης Βαρδαρός: Καλή χρονιά με περισσότερη «ασφάλεια» για το 2021

Το στοίχημα της επόμενης περιόδου λοιπόν στην πολιτική υγείας δεν μπορεί παρά να είναι ένα νέο Δημόσιο Σύστημα Υγείας, με περισσότερες δυνατότητες και προσανατολισμένο να καλύψει νέες ανάγκες. Κρίσιμη προϋπόθεση αποτελεί η αύξηση των δαπανών υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ (συγκλίνοντας με τον ευρωπαϊκό Μ.Ο.) η οποία θα εξυπηρετεί τη στρατηγική της καθολικής κάλυψης των νέων υγειονομικών αναγκών μέσα από ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό ΕΣΥ. Αυτό σημαίνει πρωτίστως 15.000 νέες προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, αναμόρφωση του μισθολογίου σε μία κατεύθυνση προσέλκυσης νέων επιστημόνων, ανάπτυξη ενός Εθνικού Σχεδίου αναβάθμισης των Υποδομών Υγείας, νέα φαρμακευτική πολιτική που θα μειώνει τις οικονομικές επιβαρύνσεις και ένα νέο ηλεκτρονικό ΕΣΥ (e-ΕΣΥ) που θα παρέχει ταχύτητα και διαφάνεια στο σύστημα υγείας. Το νέο Δημόσιο Σύστημα Υγείας σημαίνει όμως και την ανάπτυξη ή ολοκλήρωση νέων υπηρεσιών όπως είναι: • η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης στην ΠΦΥ και στο θεσμό του οικογενειακού γιατρού • οι Κινητές Ομάδες Υγείας για υπηρεσίες ΠΦΥ σε αγροτικές και ημιαστικές περιοχές, με στόχο τη φροντίδα κατοίκων της υπαίθρου που έχουν χρόνια προβλήματα υγείας και δυσκολία πρόσβασης στις δημόσιες δομές. • το Δίκτυο ολοκληρωμένης υγειονομικής και κοινωνικής φροντίδας στην κοινότητα με ανάπτυξη υπηρεσιών κατ’ οίκον φροντίδας από τις δομές ΠΦΥ (Κέντρα Υγείας και ΤΟΜΥ) σε συνέργεια με τις Κινητές Ομάδες Υγείας (ΚΟΜΥ) και τις κοινωνικές δομές των ΟΤΑ (Βοήθεια στο Σπίτι). • η ανάπτυξη δημόσιων υπηρεσιών για την αποθεραπεία και την αποκατάσταση • η ανάπτυξη δημόσιων υπηρεσιών Ειδικής Αγωγής • η δημιουργία δημόσιων δομών μετανοσοκομειακής και ανακουφιστικής φροντίδας • Η ανάπτυξη δημόσιων κέντρων αναπαραγωγικής υγείας και υποβοηθούμενης αναπαραγωγής καθώς και • η θεσμική και λειτουργική αναδιοργάνωση των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας της χώρας
03
01

Εκτός τόπου και χρόνου: Η πανδημία του κορονοϊού ως ψυχική και κοινωνική πραγματικότητα

Εάν υποθέσουμε πως στην πρώτη φάση της πανδημίας η ελληνική διαχείριση χαρακτηρίζεται από μια νευρωτική, αγχώδη ανταπόκριση, είναι κάπως ανησυχητικό πως στη δεύτερη φάση, η διαχείριση της πανδημίας προσομοιάζει περισσότερο με άρνηση της πραγματικότητας. Η προκήρυξη εθνικού λοκντάουν στις 16 Μαρτίου, ενώ στη χώρα υπήρχαν τότε μόνο μερικές δεκάδες κρούσματα, μαρτυρά πως η πανδημία αναγνωρίστηκε ως μια κατάσταση επείγοντος. Αν και η εθνική απάντηση ήταν κάπως ασύμμετρη με τη σοβαρότητα της κατάστασης, απέδειξε πως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος προστασίας ενός ανεμβολίαστου πληθυσμού απέναντι σε έναν νέο ιό είναι ο περιορισμός μετακινήσεων και των κοινωνικών επαφών. (...) Στο δεύτερο κύμα της πανδημίας, η διαχείριση είχε τον ακριβώς αντίθετο χαρακτήρα: σύσταση ψυχραιμίας ως άρνηση της σοβαρότητας της κατάστασης. Ας θυμηθούμε την απόρριψη των αιτημάτων των εκπαιδευτικών για λιγότερα παιδιά ανά τάξη που αντικαταστάθηκε από την πλασματική μέριμνα για την πρόληψη μετάδοσης του ιού στα σχολεία μέσα από διανομή μασκών και παγουρίνο. Ας θυμηθούμε επίσης πως, ενώ ήταν γνωστό από άλλες ευρωπαϊκές χώρες πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος της πανδημίας συνίσταται στην επιβάρυνση των συστημάτων υγείας, ΜΕΘ εγκαινιάζονταν και εγκαινιάζονται αποκλειστικά λόγω δωρεών του ιδιωτικού τομέα. Αντί μιας προγραμματισμένης, μεθοδευμένης ενίσχυσης του τομέα της υγείας είδαμε τη βεβιασμένη προκήρυξη θέσεων ιατρικού προσωπικού όταν πια το δεύτερο λοκντάουν ήταν προ των πυλών.(...) Στις 2 Δεκεμβρίου ο Υπουργός Υγείας Βασίλης Κικίλιας δήλωνε πως στα 1.018 εμβολιαστικά κέντρα θα εμβολιάζονται περίπου 2 εκατομμύρια άτομα κάθε μήνα (δείτε εδώ) – αριθμός που επιτρέπει υποσχέσεις για επιστροφή στην κανονικότητα μέχρι τον Μάιο. Δεδομένου, μάλιστα, πως σε κάποια κέντρα θα γίνονται έως και εννέα παράλληλοι εμβολιασμοί αυτό σημαίνει προσλήψεις και εκπαίδευση άνω των 2.000 υπαλλήλων. Και όλα αυτά θα ξεκινήσουν, όπως πολλά κυβερνητικά στελέχη έχουν διαβεβαιώσει, αμέσως με την έγκριση του εμβολίου από την ΕΕ. Η Ελλάδα δηλώνει έτοιμη και αισιόδοξη ότι μπορεί να εκπονήσει ένα κάπως φιλόδοξο πλάνο, την ίδια στιγμή που η Μεγάλη Βρετανία (με εθνικό σύστημα υγείας που θα αναλάβει τον εμβολιασμό) θα εμβολιάζει περίπου 800.000 άτομα το μήνα. Αν και ο σχεδιασμός του εμβολιασμού εγκωμιάστηκε από τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης (υπονοώντας πόσο τυχεροί είμαστε πλέον ως χώρα που μπορούμε να επιτέλους να υπερηφανευτούμε ένα μεθοδευμένο εθνικό σχέδιο εμβολιασμού), όταν υπόκειται σε διερεύνηση η ευθραυστότητα των υποσχέσεων έρχεται στην επιφάνεια. Αναρωτιέται δηλαδή κανείς κατά πόσον αυτές οι υποσχέσεις για άμεσο εμβολιασμό έχουν σχεδιαστεί λεπτομερώς έτσι ώστε να λειτουργήσουν, ή έχουν σχεδιαστεί ώστε να κλέψουν τις εντυπώσεις και στην πράξη να υπολειτουργήσουν -κάτι που είδαμε να συμβαίνει πρόσφατα με τον Μεγάλο Περίπατο, για παράδειγμα. Εάν ισχύει το πρώτο, γιατί απουσιάζουν περισσότερες λεπτομέρειες από τον σχεδιασμό; Εάν ισχύει το δεύτερο, τι όφελος υπάρχει στο θεαθήναι; Μήπως η συντήρηση της ψευδαίσθησης ότι η κατάσταση είναι «υπό έλεγχο»; Και μήπως παρουσιάζοντας ένα εντατικοποιημένο (αλλά ανέφικτο) πλάνο εμβολιασμού θα υπάρξουν εύσημα στην κυβέρνηση για την ταχύτητα, ενώ η δυσλειτουργικότητα θα χρεωθεί στον αέναο εχθρό αυτής της χώρας: τους δημόσιους φορείς που είναι «τεμπέληδες» και αργοπορούν. Μια άλλη έκφραση εθνικού διχασμού, δηλαδή, λες και η κυβέρνηση δεν εκπροσωπεί το δημόσιο.
03
01

Γιατί το πανεπιστήμιο εδώ και πολλά χρόνια είναι υπό διωγμό;

Η μετατόπιση από τον ανταγωνισμό τιμών στον ανταγωνισμό ποιότητας αποτελεί για τις ελληνικές επιχειρήσεις μονόδρομο. Άλλωστε, αυτήν την οδό έχουν επιλέξει όλες οι προηγμένες οικονομίες. Το μεγάλο στοίχημα για την ελληνική οικονομία είναι η μετακίνησή της στην αλυσίδα παραγωγής της αξίας, προς την παραγωγή προϊόντων έντασης γνώσης. Δεν αναφέρομαι απαραίτητα στους κλάδους που βρίσκονται στην αιχμή της τεχνολογίας (αεροναυπηγική, βιοτεχνολογία κτλ.) αλλά σε αυτούς που έχουμε ήδη συγκριτικό πλεονέκτημα και κυρίως σε ορισμένους κλάδους υψηλής τεχνολογίας και μεγάλου αναπτυξιακού δυναμικού, στους οποίους αν και δεν έχουμε επί του παρόντος πλεονέκτημα, είναι δυνατό με την συμβολή του ιδιωτικού αλλά και του κρατικού τομέα να αποκτήσουμε. Είναι μάλιστα πολύ κρίσιμο να γίνει κατανοητό, ότι, όπως δείχνουν πολλές πρόσφατες έρευνες, ακριβώς αυτή η εύλογη υπέρβαση του στατικού υπάρχοντος συγκριτικού πλεονεκτήματος αποτελεί πολύ κρίσιμο στοιχείο, ενδεχομένως το αποφασιστικό μέτρο αναπτυξιακής επιτυχίας. Η αναγκαία συμβολή του κρατικού τομέα σ΄ αυτήν την επιτυχή πορεία, περνά προφανώς ως ένα μεγάλο βαθμό και από τα πανεπιστήμια και ιδίως από τον ρόλο τους στην παραγωγή γνώσης. (...) Όμως δυστυχώς το τμήμα του κεφαλαίου που κατανοεί της σημασία της Ε&Α δεν είναι ισχυρό πολιτικά, φαίνεται πως οι κυρίαρχες οικονομικές δυνάμεις που επηρεάζουν την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, έχοντας επενδεδυμένα συμφέροντα σε οικονομικές δραστηριότητες που είναι χαμηλής προστιθέμενης αξίας, δεν μπορούν να κατανοήσουν τη σημασία του πανεπιστημίου. (...) Η επίθεση στο πανεπιστήμιο συνιστά μια επικοινωνιακή και λαϊκιστική τακτική, με την παρουσίασή του σαν κέντρο ανομίας, και η υποβάθμιση της δουλειάς που γίνεται σε αυτό με την απαξίωσή του μέσω της σύγκρισής του με τα ελάχιστα πανεπιστήμια που για πάρα πολλούς λόγους είναι στην παγκόσμια πρωτοπορία. Χρειάζεται ένας ειλικρινής διάλογος για τη βελτίωση του πανεπιστημίου και του ρόλου του στην ανάπτυξη της χώρας. Ωστόσο, υποστηρίζω ότι θα πρέπει σχεδόν αξιωματικά να λέγεται δημοσίως ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να προστατευθεί ως κόρη οφθαλμού. Και βέβαια, οποιεσδήποτε αναγκαίες αλλαγές στη λειτουργία του πρέπει να είναι απόρροια τεκμηριωμένης μελέτης. Δυστυχώς, η κυβέρνηση σήμερα ενώ προχωρά σε δραστικές αλλαγές στη λειτουργία του πανεπιστημίου προβάλλει κυρίως το θέμα της παρουσίας της αστυνομίας στο πανεπιστήμιο, παρά την συνολική διαφωνία της πανεπιστημιακής κοινότητας. Αναμφίβολα αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, αλλά και ένα ζήτημα το οποίο μέχρι σήμερα έχει επανειλημμένως χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση ως «αντιπερισπασμό» για να μεταφέρει τη συζήτηση από σοβαρότερα υπαρκτά ζητήματα (οικονομία, πανδημία κτλ.), σε αυτό που θεωρεί προνομιακό της πεδίο, το «νόμος και τάξη». Ας μην εγκλωβιστούμε σε αυτό το επίπεδο, θα αδικήσουμε τον αναγκαίο δημοκρατικό διάλογο για το παρόν και το μέλλον του δημόσιου και καινοτόμου πανεπιστημίου.
03
01

Λευτέρης Στουκογεώργος: Τώρα αρχίζει ο 21ος αιώνας: Η μεγάλη επίθεση των ελίτ και η κοινωνική χειραφέτηση σε πράσινο φόντο

Μελέτη του οικονομολόγου Λευτέρη Στουκογεώργου για την περιοδική έκδοση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, "Με Ευρυγώνιο Φακό"
03
01

Σχεδιάζοντας τη νέα πράσινη οικονομία

Η κεντρική ομιλήτρια Kate Raworth είναι μια πολύ γνωστή Βρετανή οικονομολόγος που προωθεί ένα βιώσιμο μοντέλο αειφόρου ανάπτυξης που δεν υπερβαίνει τα φυσικά όρια του πλανήτη. Ενα ηθικό μοντέλο που έχει τη δυνατότητα να κάνει τον πλανήτη μας ένα καλύτερο μέρος για να ζει κάποιος και εμάς πιο όμορφους και πιο ευτυχισμένους ανθρώπους. Βλέπει την Ευρωπαϊκή Ενωση ως μια «ηγέτιδα δύναμη που έχει καθορίσει μια μεταρρυθμιστική ατζέντα» και την πανδημία «σαν ένα παράθυρο ευκαιρίας» για να γίνει πραγματικότητα η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία. Ωστόσο σε αυτή την Πράσινη Συμφωνία βρίσκει και μια αντίφαση. Η αντίφαση είναι μεταξύ της «στρατηγικής μεγέθυνσης» και του οράματος για μια κοινωνία «ευημερίας που ζει εντός οικολογικών ορίων». Η κ. Raworth εξήγησε ότι έχουν γίνει προσομοιώσεις που δείχνουν ότι ο τρόπος που σχεδιάζεται η πράσινη ανάπτυξη είναι αδύνατον να επιφέρει τις απαιτούμενες μειώσεις των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που χρειάζονται για να αντιμετωπίσουμε την κλιματική αλλαγή. Η επίτευξη πραγματικής βιωσιμότητας απαιτεί βαθιά αλλαγή του συστήματος. «Προϋπόθεση είναι να σταματήσουν οι ανισότητες» είπε, ενώ τόνισε ότι πρέπει να δούμε με νέα οπτική τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ακόμα και την ίδια την εργασία. Αναφερόμενη στην ψευδαίσθηση της αέναης ανάπτυξης σημείωσε ότι η οικονομία των ήδη αναπτυγμένων κρατών έχει φτάσει σε ένα ταβάνι. Τα κράτη αυτά που έχουν και μεγαλύτερα εισοδήματα δεν μπορούν να αναπτύσσονται συνέχεια. Θα πρέπει να βοηθήσουν τα πιο φτωχά κράτη να αναπτυχθούν και εκείνα με τη σειρά τους, αλλά με πιο βιώσιμο τρόπο. Επισήμανε ότι πίσω από αυτό το μοντέλο της αέναης ανάπτυξης κρύβονται οι μεγαλύτερες κρίσεις, από την οικονομική κρίση του 2008 μέχρι την κλιματική κρίση και την πανδημία. Η Βρετανή οικονομολόγος επέκρινε το μακροπρόθεσμο χρονικό διάστημα υλοποίησης της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας λέγοντας ότι το 2050 είναι πολύ μακριά και, για να αποφύγουμε τα χειρότερα, πρέπει να αναλάβουμε δράση τώρα. Αναφερόμενη στα πακέτα ευρωπαϊκών πράσινων χρηματοδοτήσεων επισήμανε τον κίνδυνο που ελλοχεύει να τα εκμεταλλευτούν οι επιτήδειοι, διαιωνίζοντας παλιές καταστροφικές πρακτικές και καταστρατηγώντας την όλη προσπάθεια για πραγματική πράσινη μετάβαση. «Είναι μια ιστορική συγκυρία» είπε και προέτρεψε τους Ευρωπαίους ηγέτες «να βρουν τα κότσια και να το κάνουν».
01
01

Φορολογήστε τους πλούσιους άφοβα!

O Τζορτζ Μπους (ο πρεσβύτερος) είχε παρομοιάσει τις θεωρίες των trickle down ecomics με οικονομικά… βουντού. Η περιβόητη ρήση αφορούσε τον ισχυρισμό των οικονομικών της προσφοράς και οικονομικής ατζέντας του Ρόναλντ Ρίγκαν (Reaganomics) ότι οι περικοπές της φορολογίας των πλουσίων θα τροφοδοτήσουν τόσο μεγάλη ανάπτυξη και τόσο υψηλά φορολογικά έσοδα που αυτά θα επαρκέσουν για τη χρηματοδότηση των απωλειών στα δημόσια ταμεία. Η μελέτη των Χόουπ και Λίμπεργκ δείχνει, ωστόσο, ότι επί πενήντα ολόκληρα χρόνια η εφαρμογή αυτής της θεωρίας και ο στενός της εναγκαλισμός από τις περισσότερες κυβερνήσεις της Δύσης δεν απέφεραν αυτά που υπόσχονταν. Η μείωση της φορολογίας των πλουσίων και των επιχειρήσεων δεν οδήγησε ούτε σε υψηλότερη ανάπτυξη ούτε σε υψηλότερα φορολογικά έσοδα ούτε σε μείωση της ανεργίας ούτε σε διάχυση της ευημερίας στη μεσαία τάξη και στα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα. «Με βάση την έρευνά μας, θα υποστηρίζαμε ότι η οικονομική λογική για τη διατήρηση των φόρων για τους πλούσιους σε χαμηλά επίπεδα είναι αδύναμη. Στην πραγματικότητα, αν κοιτάξουμε πίσω στην ιστορία, η περίοδος με τους υψηλότερους φόρους για τους πλούσιους -η περίοδος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο- ήταν επίσης μια περίοδος με υψηλή οικονομική ανάπτυξη και χαμηλή ανεργία», τόνισε ο Λίμπεργκ μερικά εικοσιτετράωρα μετά τη δημοσίευση της μελέτης στo CBS MoneyWatch. Τα συμπεράσματα της μελέτης θα έπρεπε λογικά να αποτελούν χαρμόσυνο νέο για τις κυβερνήσεις που θα κληθούν σύντομα να κλείσουν τις μαύρες τρύπες που δημιούργησαν στα δημόσια οικονομικά οι εκτεταμένες δαπάνες για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Αν μη τι άλλο, τους ανάβει το πράσινο φως για να φορολογήσουν περισσότερο τους πλούσιους και να αυξήσουν τα φορολογικά τους έσοδα άφοβα, χωρίς να ανησυχούν για τυχόν επιπτώσεις στην οικονομία.
01
01

Branko Milanovic: Η εύθραυστη ηγεμονία του καπιταλισμού

O Milanovic θεωρεί ως μεγαλύτερο πρόβλημα των σύγχρονων, υπερεμπορευματοποιημένων κοινωνιών την απο-ηθικοποίηση του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Το laissez-faire του Adam Smith προϋπέθετε την καλλιέργεια ηθικών συναισθημάτων των συμμετεχόντων στην ελεύθερη αγορά, ώστε να εκτυλίσσεται απρόσκοπτα το «ευγενές εμπόριο της συμπάθειας». Η ρύθμιση της αχαλίνωτης αγοράς πλέον δεν μπορεί να στηριχθεί σε εσωτερικευμένους, ηθικούς φραγμούς αυτόνομων ορθολογικών δρώντων με ανεπτυγμένη ενσυναίσθηση στις διατομικές και κοινωνικές τους σχέσεις. Αντιθέτως, επαφίεται μόνο σε νόμους και κανόνες, οι οποίοι, όμως, δεν αντανακλούν τη ρουσσωική «γενική βούληση» αλλά παράγονται από πολιτικούς σε στενή διασύνδεση με την περιουσιοκρατική ελίτ (στον (νεο)φιλελεύθερο, αξιοκρατικό καπιταλισμό) ή από την ίδια την πολιτικο-καπιταλιστική διευθύνουσα τάξη (στον πολιτικό-απολυταρχικό καπιταλισμό). Η ποσοτικά αυξανόμενη ευημερία, λοιπόν, δεν έχει συνοδευθεί καθόλου από ανάλογη ηθική και πολιτική ανάπτυξη των αγοραίων δρώντων, δηλαδή από την καλλιέργεια των «ανώτερων ηδονών» κατά τον ωφελιμισμό του κανόνα του John Stuart Mill. Αυτή η από-ηθικοποίηση των ολοένα και πιο εμπορευματοποιημένων πτυχών της κοινωνικής ζωής («οι άνθρωποι ως καπιταλιστικά κέντρα παραγωγής», σελ. 254-257) προξενεί μια σειρά από παθογένειες που διαρρηγνύουν την κοινωνική συνοχή και θέτουν υπό αμφισβήτηση τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας. Στις παθογένειες αυτές συγκαταλέγονται: α) η κανονικοποίηση της διαφθοράς ως αναπότρεπτο στοιχείο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, β) η απουσία ισχυρών ανθρώπινων δεσμών για την εύρυθμη λειτουργία των συμβάσεων σε μια εποχή που η «αυτοκρατορία του νόμου» (κατά τη διατύπωση του Dworkin) έχει υποκατασταθεί από την παντοκρατορία των συμβάσεων, γ) η θεσμοποίηση της νοοτροπίας του «λαθρεπιβάτη» στην κοινωνική πολιτική, με τα ευπορότερα στρώματα να καταφεύγουν στην ιδιωτική παροχή κοινωφελών υπηρεσιών, αποστερώντας έτσι το υποχρεωτικό σύστημα δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης από τους αναγκαίους πόρους για τη βραχυπρόθεσμη επάρκεια των παροχών και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του. Η ανάλυση του Milanovic είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένη και διεισδυτικά κριτική προς τον κυρίαρχο, υπερεμπορευματοποιημένο καπιταλισμό (είτε με αξιοκρατικό είτε με a priori ιεραρχικό πρόσημο). Εντούτοις, οι προτάσεις του συγγραφέα αρκούνται σε μια εκ των έσω μεταρρύθμιση του συστήματος προς την κατεύθυνση ενός πιο εξισωτικού καπιταλισμού, ο οποίος θα βασίζεται στην ίση κατανομή κεφαλαίου και δεξιοτήτων («ικανοτήτων» κατά τη διάσημη διατύπωση του Amartya Sen) και στη δημοκρατική οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας με ταυτόχρονη διατήρηση της αγοράς ως μοχλού διαρρύθμισης των οικονομικών σχέσεων, προκειμένου να επιτευχθεί το πέρασμα από την τυπική στην πραγματική ισότητα των ευκαιριών.
30
12

Η Κίνα ετοιμάζεται να προσπεράσει τις ΗΠΑ

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η Κίνα και η Ανατολική Ασία ευρύτερα, παρότι χτυπήθηκαν νωρίτερα από την πανδημία, αποδείχθηκαν πιο επιδέξιες και αποτελεσματικές στη διαχείρισή της έναντι της Ευρώπης και της Αμερικής και αυτό θα λειτουργήσει προς όφελός τους τα επόμενα χρόνια. (...) Αναμένει ότι τόσο η Κίνα -το ΑΕΠ της οποίας προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2% φέτος και κατά 5% το 2021- όσο και η Ινδία -που θα καταγράψει ύφεση 3% φέτος και ανάπτυξη 8% το 2021- θα επιτύχουν τις καλύτερες επιδόσεις απ’ όλες τις οικονομίες του κόσμου. Αντίθετα, τη μεγαλύτερη καθίζηση από τις μεγάλες οικονομίες του κόσμου αναμένεται ότι θα έχουν οι Ιταλία (-11%), Γερμανία (-8%), Βραζιλία (-8%) και Ισπανία (-8%). Για τις ΗΠΑ αναμένεται ύφεση -5% φέτος και στη συνέχεια μέτρια σχετικά ανάκαμψη +3% το 2021 και +1,9% το 2022. Το αμερικανικό ΑΕΠ δεν πρόκειται να αγγίξει τα προ κρίσης επίπεδα πριν από το 2023 ενώ ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης θα προσεγγίσει μεταξύ 2022 και 2024 το 1,9% και στη συνέχεια θα επιβραδυνθεί στο 1,6%. Η Κίνα αντίθετα αναμένεται να καταγράψει από το 2021 ώς το 2025 μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 5,7% και εν συνεχεία, από το 2026 έως το 2030, 4,5%. Η διαφορετική δυναμική θα οδηγήσει την κινεζική οικονομία ταχύτερα στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης, το 2028 αντί για το 2033 που ήταν η προηγούμενη εκτίμηση του CEBR, και τις ΗΠΑ στη δεύτερη θέση. Ο μέσος Κινέζος όμως θα συνεχίσει -με βάση το κατά κεφαλήν εισόδημα- να είναι φτωχότερος σε σχέση με τον μέσο Αμερικανό, καθώς ο πληθυσμός της Κίνας είναι 4πλάσιος του αντίστοιχου των ΗΠΑ. Η άλλη μεγάλη οικονομία της ηπειρωτικής Ασίας, η Ινδία, που πέρυσι ξεπέρασε τη Βρετανία και έγινε η 5η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, θα οπισθοχωρήσει εξαιτίας των επιπτώσεων της πανδημίας. Ωστόσο ώς το τέλος της δεκαετίας θα είναι η 3η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, καθώς θα ξεπεράσει ξανά τη Βρετανία (2024) αλλά και τις Γερμανία (2027) και Ιαπωνία (2030).
30
12

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Για τον Λίο. Τον δάσκαλο, τον φίλο, τον σύντροφο

Παρακάμπτοντας το κίνδυνο υπεραπλούστευσης θα έλεγα ότι όλο το έργο του Πάνιτς αποκαλύπτει ένα ερευνητικό σχέδιο που επιχειρεί συστηματικά να κατανοήσει και να αντιπαρατεθεί ταυτόχρονα με τις αντιφάσεις ανάμεσα στην τυπική ισότητα της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων και τις βαθιές και συνεχώς επεκτεινόμενες ανισότητες που παράγει ο καπιταλισμός σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή η ερευνητική του έγνοια τον οδήγησε στη δημιουργική υιοθέτηση των μεθοδολογικών προταγμάτων της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας στη μελέτη των αντιφάσεων του κορπορατισμού. Ωστόσο, όταν ο παγκόσμιος καπιταλισμός μπήκε για τα καλά στη νεοφιλελεύθερη φάση του, ο Πάνιτς εστίασε στη μελέτη του κράτους και της σχέσης του με τα πολιτικά υποκείμενα και τις εργατικές οργανώσεις. Οι διαδικασίες καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, μετέφερε το ενδιαφέρον του στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, όπου και άνοιξε δρόμους κατανόησης για τη φύση της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής αυτοκρατορίας. Ο Πάνιτς διακηρύσσει με παρρησία, με σαφήνεια και στέρεη τεκμηρίωση την άποψη ότι το κράτος είναι ο κύριος «συγγραφέας της παγκοσμιοποίησης», καθώς οι πρωτοβουλίες του ενδυνάμωσαν την κινητικότητα του κεφαλαίου και οδήγησαν τις αγορές εργασίας σε ακραία ευέλικτες δομές. Αντίθετες απόψεις του δεσπόζοντος ρεύματος, και δυστυχώς όχι μόνο, οδηγούν σε απομείωση της σημασίας της δημοκρατικής συμμετοχής και αντίστασης και συμβάλλουν σε φαινόμενα αποπολιτικοποίησης. Η αντίληψη και η πεποίθηση ότι κράτος έθνος «έχει τελειώσει» οδηγεί στην παθητικότητα των πολιτών, στη διάχυση συνωμοσιολογικών απόψεων, στην αποστράτευση και τον κυνισμό, αλλά και την απερίσκεπτη κριτική ή μάλλον μη κριτική για τα λάθη και παραλήψεις κυβερνήσεων. Ο Πάνιτς στέκεται σταθερά απέναντι σε αντιλήψεις και εύκολες αναλύσεις τέτοιου τύπου που όχι μόνο ακυρώνουν την κοινωνική/ταξική πάλη, αλλά μας πάνε πίσω πριν τη συνεισφορά του Τζιανμπατίστα Βίκο.
29
12

Κύρκος Δοξιάδης: Παραγωγική καταστολή

Εχει περάσει ένας μήνας από τότε που ο πρωθυπουργός φωτογραφήθηκε με παρέα κατά την ποδηλατική εκδρομή του στην Πάρνηθα, χωρίς μάσκα και χωρίς τήρηση αποστάσεων. Η συγκεκριμένη φωτογραφία είναι μια εικόνα που έχει αποτυπωθεί βαθιά στη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας – δεν έχει ξεχαστεί και μάλλον ούτε πρόκειται. (...) Ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τούτη την πράξη φαίνεται πως εφάρμοσε έναν ιδιότυπο ορισμό του «κυρίαρχου». Κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει όχι πότε και ποιοι υπήκοοι εξαιρούνται από τα δικαιώματα που προστατεύει ο νόμος, αλλά πότε και ποιοι (ο εαυτός του και η παρέα του, εν προκειμένω) εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Ο επιδιωκόμενος συμβολισμός, όμως, έχει και περαιτέρω σημασιολογικές εξειδικεύσεις. Τα αυστηρά μέτρα περιορισμού των κινήσεων των πολιτών, με τις ολέθριες οικονομικές επιπτώσεις και με τις ασφυκτικές συνέπειες στην καθημερινότητα των ανθρώπων, υποτίθεται (και, έως έναν βαθμό, όχι απλώς «υποτίθεται») πως λαμβάνονται με στόχο την προστασία της υγείας των πολιτών. Το «κακό παράδειγμα» που έδωσε ο πρωθυπουργός με την περιβόητη φωτογραφία προφανώς δεν αποσκοπούσε στο να παροτρύνει τους πολίτες να μη μετέχουν στην προσπάθεια που γίνεται για την προστασία της δημόσιας υγείας αψηφώντας τα περιοριστικά μέτρα. Ο στόχος ήταν να τονιστεί η άλλη πλευρά των μέτρων – ήτοι η κατασταλτική. Τα μέτρα ως καταστολή – που δεν είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν τον πρωθυπουργό. Ο πρωθυπουργός επιβάλλει την καταστολή, δεν την υφίσταται.