Δανάη Κολτσίδα

21
11

Δανάη Κολτσίδα: Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την πανδημία διασώζοντας τη δημοκρατία;

Έχοντας προαποφασίσει πολιτικά – και σε πλήρη αντίθεση με όσα υπόσχονταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός στο διάγγελμά του τον περασμένο Μάρτιο – να εφαρμόσει την «ανοσία της αγέλης» και στην υγεία και στην οικονομία και να ευνοήσει τον κοινωνικό δαρβινισμό που θέλει τους πιο ευάλωτους να μένουν πίσω, έχοντας προαποφασίσει να μην κάνει την παραμικρή επένδυση ή πρόσληψη στο δημόσιο σύστημα υγείας, στην παιδεία, στις συγκοινωνίες, η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται ότι όχι μόνο δεν έχει σκοπό να διαχειριστεί την πανδημία εμβαθύνοντας τη δημοκρατία, αλλά ότι αντίθετα θα χρησιμοποιήσει την πανδημία ως πρόσχημα για να «απαλλαγεί» από κάθε κριτική φωνή, κάθε διεκδίκηση, κάθε κοινωνικό έλεγχο, την ίδια στιγμή που διαμηνύει ότι θα συνεχίσει ακάθεκτη την υλοποίηση του «μεταρρυθμιστικού» της προγράμματος, με τεράστιες ανατροπές στο πεδίο της εργασίας και αλλού. Το προηγούμενο διάστημα είχαμε ήδη τις πρώτες ενδείξεις αυτής της επιλογής : Από το καθεστώς μονοφωνίας στην ενημέρωση και την επιλεκτική στήριξη κάποιων ΜΜΕ μέσω της «λίστας Πέτσα», τη συστηματική – στα όρια της προπαγάνδας – προσπάθεια μετάθεσης της αποκλειστικής ευθύνης για την πανδημία στην ατομική συμπεριφορά των πολιτών, την αδιαφάνεια ως προς την πραγματική δυναμικότητα του ΕΣΥ σε ΜΕΘ και τη στοχοποίηση ολόκληρης της νεολαίας, τον συλλήβδην χαρακτηρισμό οποιουδήποτε αναρωτιόταν ή έκανε κριτική στην κυβέρνηση ως «συνωμοσιολόγου», «αρνητή της επιστήμης» ή «υπόκοσμου του διαδικτύου», μέχρι την ψήφιση του νέου νόμου για την επί της ουσίας απαγόρευση των διαδηλώσεων, την καταστολή των κινητοποιήσεων των υγειονομικών, το λοκ-άουτ μέσω τηλεκπαίδευσης στις μαθητικές καταλήψεις και ούτω καθεξής. Τα τελευταία εικοσιτετράωρα, η οριζόντια απαγόρευση των συναθροίσεων χωρίς υγειονομικά κριτήρια και το όργιο καταστολής που δέχτηκαν ακόμα και κοινοβουλευτικά στελέχη πρώτης γραμμής των κομμάτων της Αριστεράς διέλυσαν και τις τελευταίες αμφιβολίες περί των κυβερνητικών προθέσεων. Η επιλογή αυτή της κυβέρνησης δεν αποτελεί μόνο μια βαθιά πληγή στην ουσιαστική λειτουργία της δημοκρατίας. Αποτελεί και έναν ολισθηρό δρόμο που κινδυνεύει να οδηγήσει σε περαιτέρω εκτροχιασμό τη διαχείριση της πανδημίας. Η αποτελεσματική υγειονομική προστασία, την οποία η κυβέρνηση επικαλείται, δεν επιτυγχάνεται ούτε μέσω της προπαγάνδας ούτε μέσω της καταστολής. Εξαρτάται πλήρως από τη δημιουργία ενός αισθήματος ασφάλειας, εμπιστοσύνης και σταθερότητας για όλους τους πολίτες, από τη συμπεριληπτική λειτουργία της δημόσιας ζωής, από την εξασφάλιση συναίνεσης και αποδοχής των αποφάσεων, από διαμόρφωση των προϋποθέσεων ενσυνείδητης συμμόρφωσης με όσα μέτρα απαιτούνται, από τη διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης. Οτιδήποτε άλλο επιτείνει την ούτως ή άλλως συσσωρευμένη κόπωση, καλλιεργεί την καχυποψία και, τελικά, ευνοεί τους πραγματικούς ακροδεξιούς αρνητές του κορονοϊού, με ολέθρια αποτελέσματα και για τη δημόσια υγεία.
03
10

Δανάη Κολτσίδα: Στο μαύρο δεν υπάρχουν «γκρίζες» ζώνες

Η δικαστική διαδικασία δημιούργησε ξανά – αναγκαστικά και αντικειμενικά – την «υγειονομική ζώνη» γύρω από τη ναζιστική ακροδεξιά. Επί δεκαετίες, στον απόηχο της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία και όσων επακολούθησαν, είχε επικρατήσει η ιδέα της δημιουργίας μιας «υγειονομικής ζώνης» γύρω από την ακροδεξιά, που δεν θα της επέτρεπε να «εισβάλλει» στο πολιτικό σύστημα και στη δημόσια ζωή. Αν και η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση στην τάση αυτή – ακόμα και στην ίδια τη Γερμανία, πριν λίγους μήνες, αποφεύχθηκε στο «και πέντε» η συμμετοχή του ακροδεξιού AfD σε κυβέρνηση συνασπισμού στη Θουριγγία – δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη Χρυσή Αυγή προσέδωσαν ορατότητα, ότι την κανονικοποίησαν και την εξωράισαν οι δηλώσεις πολιτικών και τα σχόλια δημοσιογράφων, όπως το «εμένα η Χρυσή Αυγή μου φέρεται με το ‘σεις και με το ‘σας» ή το ότι έχουμε ανάγκη μια «σοβαρή» Χρυσή Αυγή, η οποία θα μπορούσε να μετέχει και σε κυβέρνηση, οι συνεντεύξεις και τα ρεπορτάζ life-style με πρωταγωνιστές τα στελέχη της και ούτω καθεξής. Το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή βρέθηκε εκεί που εξ αρχής ανήκε – από τα έδρανα της βουλής στο εδώλιο του κατηγορουμένου – υποχρέωσε, ευτυχώς, τους πάντες να (ξανα)κρατήσουν τις αποστάσεις τους από αυτή και την έθεσε εκτός του πλαισίου λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος. Αν η δίκη ανέδειξε κάτι ανάγλυφα είναι ότι το απόλυτο κακό που συνιστά ο ναζισμός δεν μπορεί να σχετικοποιείται σε καμία περίπτωση. Ότι στο μαύρο δεν υπάρχουν «γκρίζες» ζώνες. Αυτό είναι και το μεγάλο ζητούμενο, όχι μόνο από τη δικαστική απόφαση, αλλά κυρίως από την ελληνική κοινωνία και πολιτική για την επόμενη μέρα. Σε μια περίοδο που πάλι κάποιοι θεωρούν ωφέλιμο το να παίξουν με το φόβο και τα πιο ταπεινά ένστικτα των ανθρώπων και να «χαϊδέψουν» ακροδεξιές, εθνικιστικές, ρατσιστικές φωνές, το σύνορο ανάμεσα στο άσπρο και στο μαύρο δεν επιδέχεται «γκριζάρισμα».