Μιχάλης Σπουρδαλάκης

17
11

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Μνήμη, εορτασμοί και συγκυρία

Παρά την περιορισμένη επιρροή του, το Πολυτεχνείο έχει συμβάλει αποφασιστικά στο δημοκρατικό, φιλελεύθερο και κοινωνικό κεκτημένο της Μεταπολίτευσης. Και είναι αυτά τα κεκτημένα τα οποία θέλει να ακυρώσει η, από μια άποψη, ανίερη συμμαχία ανάμεσα στις δυνάμεις ενός μεταμοντέρνου εθνικισμού, του νεοφιλελευθερισμού, της Ακροδεξιάς και του εκσυγχρονιστικού (;) ακραίου Κέντρου. Το «ποτέ ξανά» του κ. Σαμαρά από βήματος Βουλής το συνόψισε με τον καλύτερο τρόπο. Οι αντιμετώπιση της κρίσης ως ευκαιρίας που με βίαιο τρόπο εισάγουν σειρά αντιδημοκρατικών και αντικοινωνικών μέτρων απλώς το επιβεβαιώνουν. Κατά συνέπεια, ίσως περισσότερο από ποτέ οφείλουμε να γιορτάσουμε το Πολυτεχνείο.  Όχι μόνο ως γεγονός μνήμης, αλλά ως πράξη που επιβάλλει η συγκυρία. Ωστόσο, βλέποντας ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει την πανδημία μέσα από τις απαιτούμενες κοινωνικές πολιτικές, αλλά μέσα από την ένταση των κατασταλτικών μηχανισμών, ίσως θα ήταν σκοπιμότερο να αποφύγουμε την τελετουργία της πορείας και διεκδικήσουμε και πάλι τις πλατείες και κάθε ανοικτό χώρο σε κάθε γειτονιά που έχει απαγορευτεί σε όλους τους νέους κάθε ηλικίας.
22
09

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Πολιτική συγκυρία, οι προκλήσεις στρατηγικής και ο ΣΥΡΙΖΑ

Σε ό,τι αφορά στην ανάλυση της συγκυρίας, ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει: α) να αποφεύγει να διαβάζει τη συγκυρία μόνο ως κρίση εκπροσώπησης και μάλιστα συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων (λχ. «μικρομεσαίοι») και να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κρίσης των μετασχηματιστικών πολιτικών. Η επιλογή αυτή θα συμβάλει στην απομάκρυνση του πολιτικού του λόγου από επί μέρους μικρο-ζητήματα, που τον εγκλωβίζουν στις κυρίαρχες έξεις της πολιτικής αντιπαράθεσης. β) να διαμορφώσει εκείνο το πρόγραμμα που θα περιλαμβάνει σειρά «μη-μεταρρυθμιστικών μεταρρυθμίσεων», οποίες εκτός του άλλων θα σηματοδοτήσουν ένα εναλλακτικό οραματικό και αντισυστημικό λόγο, που θα εμπνέει και θα κινητοποιεί. γ) να κατανοήσει και φυσικά να επικαιροποιήσει την επιτυχή στρατηγική που τον έφερε στην κυβέρνηση. Στρατηγική που εμπεριέχει την ενεργή κοινωνική παρουσία, τη σοβαρή παρουσία του στη Βουλή, την ενότητα του όλου της Αριστεράς (χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς), τη διαμόρφωση προγράμματος που στηρίζεται στην αξιοποίηση αυτών των τριών αξόνων, και τέλος τη διαρκή δέσμευση για ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών. δ) να συνειδητοποιήσει ότι η αντιπολίτευση απέναντι στην ίσως πιο κοινωνικά αντιλαϊκή και πολιτικο-ιδεολογικά αντιδραστική κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης δεν μπορεί να είναι ποτέ αποτελεσματική, όταν αναζητάς συμμάχους στα θολά νερά ενός φαντασιακού «κέντρου». Όταν «χάνουμε από τα δεξιά πάμε αριστερά» και όχι το αντίθετο. ε) να συνειδητοποιήσει το κόμμα ότι όλα τα παραπάνω απαιτούν τη ριζική οργανωτική αναδιοργάνωση, πολύ πέρα από τις εκκλήσεις για τήρηση του καταστατικού. Αναδιοργάνωση που να οδηγεί στην αντιστοίχισή του με το σημερινό κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και τις θεσμικές και διοικητικές εξελίξεις και με πλήρη και δημιουργική αξιοποίηση των μέσων πολιτικής επικοινωνίας και ενημέρωσης. Μέσα που έχουν προκύψει τόσο από γνώση που έχει παραχθεί κοινωνικά τα τελευταία είκοσι χρόνια κινητοποιήσεων όσο και από τις καινοτομίες της πληροφορικής. (...) Το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ διασφαλίζεται μόνο με την ριζοσπαστική προγραμματική του ανασυγκρότηση, τον οργανωτικό του εκδημοκρατισμό, και την ουσιαστική συμμετοχική διεύρυνσή του. Με άλλα λόγια, όπως θα λέγαμε παλαιότερα, συγκλίνουν στην ανανέωση της «αριστερής στροφής», που δεν είναι ιδεολογική εμμονή ή πολιτικό καπρίτσιο. Αντίθετα, εκτός των άλλων, αποτελούν προϋποθέσεις αντιμετώπισης της πλέον επικίνδυνης για την δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή κυβέρνησης. Μιας κυβέρνησης που μέσα από πολώσεις και ρεβανσιστικές πρακτικές επιδιώκει να αποκαταστήσει πλήρως τη χειρότερη εκδοχή του παλαιού δικομματισμού, που φάνηκε να ανατρέπει η μεγάλη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ ήδη από το 2012. Το διακύβευμα είναι ζωτικής σημασίας και η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, η αποτυχία της ριζοσπαστικής μη-συστημικής Αριστεράς, μπορεί να δημιουργήσει χώρο για να ανθίσουν τα άνθη του κακού. Αν η Βραζιλία είναι μακριά μας, η Ιταλία είναι ένα τσιγάρο δρόμος.
12
01

Το μέλλον δεν υπάρχει χωρίς αναφορά στη μνήμη

Ο Θανάσης Καλαφάτης, στο καινούργιο του βιβλίο [προσφέρει] ψηφίδες από την προσωπική του εμπειρία, τα χρόνια του εγκλεισμού, οι οποίες συμπληρώνουν ή καλύτερα δίνουν ουσιαστικό περιεχόμενο, σε αναλύσεις για τον αυταρχικό χαρακτήρα της δικτατορίας, του κατά Γ. Κάτρη, «του φαινομένου της νεοφασισμού στην Ελλάδα», ή ακόμη της καθοδηγούμενης και περιοριστικής δημοκρατίας ή της καχεκτικής, κατά Νικολακόπουλο, δημοκρατίας που είχε προηγηθεί. Πιο συγκεκριμένα ο συγγραφέας μας προσφέρει μέσα από τις 64 σύντομες ιστορίες/ περιστατικά σημαντικές ψηφίδες του μωσαϊκού, που συγκρότησε τη κοινωνική και θεσμική διευθέτηση της εποχής, όπου οι όποιες μελέτες για τις αιτίες, τη λειτουργία, τη φύση και τέλος την πτώση του καθεστώτος δεν μπορούν πλήρως να φωτίσουν. Όλα αυτά ο Θανάσης Καλαφάτης τα καταφέρνει με την πασίγνωστη, υποδειγματική και εμπνέουσα σεμνότητά του. Αν και γράφει για την προσωπική του εμπειρία αυτά τα δύσκολα, για τον ίδιο, για την κοινωνία και τη δημοκρατία χρόνια, δεν είναι αυτοαναφορικός. Η ψύχραιμη, η αφοπλιστική ειλικρίνεια, συχνά με χιούμορ και ποτέ με μνησικακία, αφήγηση δείχνουν ότι δεν αναφέρεται στις απίστευτες εμπειρίες του ως κάτι το ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Κάτι που θα του δώσει το φωτοστέφανο της πιθανής ανταμοιβής και αναγνώρισης. Αφηγείται ως «Ένας από τους πολλούς της ελληνικής αριστεράς», όπως μας δήλωνε ο αξέχαστος Στέφανος Στεφάνου. Είναι ακριβώς σε αυτή την παράδοση της αριστεράς δηλ. στην παράδοση που εξακολουθεί να σέβεται τις καταστατικές αρχές και αξίες και δεν δικαιολογεί ατομικές συμπεριφορές και στρατηγικές ως αποτέλεσμα «λογικής προσωπικής φιλοδοξίας». Είναι ακριβώς αυτό που δίνει την δυνατότητα στον Καλαφάτη να καταγράφει, όπως εύστοχα έγραψε η Νόρα Ράλλη στην ΕφΣυν (9/12/19), «την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδα μέσα από την προσωπική του διαδρομή» και όχι το αντίστροφο.
03
10

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να εμπλουτίσει τη στρατηγική του από την εμπειρία πέντε ετών

Ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε κάτω από τραγικά πιεστικές συνθήκες. Θα μπορούσε όμως να έχει σε κάθε τομέα μια έμπρακτη λογική από τα κάτω προς τα πάνω. Πολλοί υπουργοί αποφάσιζαν ερήμην του κόμματος, των κινημάτων, των συλλογικοτήτων. Μπορεί να ήταν μια εντιμότερη, καλύτερη, αμεσότερη διοίκηση, αλλά θύμιζε το παρελθόν. Εκφραζόταν συχνά από ένα οικονομίστικο λόγο, που περιόριζε τις απαραίτητες για την αριστερά ιδεολογικές αιχμές. Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την κρατική διαχείριση με μια αφελή αντίληψη για το τι είναι το κράτος και κρατική εξουσία. Το να το επισημάνεις σήμερα λάθη, παραλήψεις και καθυστερήσεις, όπως έκανε ο Τσίπρας στη ΔΕΘ, χρειάζεται αλλά δεν αρκεί. Ο εντοπισμός των λαθών και των παραλείψεων πρέπει να φτάσει στις αιτίες τους. Θα πρέπει η σημερινή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ –και εννοώ στο σύνολό της- να δει κατάματα και με ψυχραιμία τα λάθη που έγιναν. Γιατί δεν κατάφερε να προβάλει τα εξαιρετικά δικά του «κατορθώματα»; Τι εμπόδισε τον ΣΥΡΙΖΑ να επιμορφώσει τα μέλη του και την κοινωνία; Γιατί ακολούθησε την πεπατημένη και μπερδεύει την πολιτική αντιπαράθεση με την επικοινωνιακή «κόντρα»; Γιατί επεδίωξε να παρέμβει στο επικοινωνιακό πεδίο με παραδοσιακούς και απαξιωμένους τρόπους και δεν ενδυνάμωσε τον δικό του λόγο στο επικοινωνιακό παιχνίδι; Γιατί δεν έφτιαξε μια ΕΡΤ αξιοποιώντας το κεκτημένο της αυτοδιαχείρισης το πεντάμηνο του «μαύρου»; κά Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να μετασχηματίσει τη διαιρετική τομή της συγκυρίας, το μνημόνιο-αντιμνημόνιο και να αντιπαλέψει τον συνεχώς ανανεούμενο νεοφιλελευθερισμό μετατρέποντας τον αγώνα αυτόν σε εναλλακτικό αντικαπιταλιστικό θετικό κίνημα. Την ίδια στιγμή άφησε το κόμμα στο περιθώριο – ως ένα βαθμό κατανοητό αφού μεγάλο τμήμα στελεχιακού δυναμικού μπήκε στο κράτος – με αποτέλεσμα τη συγκέντρωση της εξουσίας σε πολύ μικρό αριθμό στελεχών της κομματικής και κυβερνητικής ιεραρχίας χωρίς τακτική λογοδοσία. Το ίδιο το κόμμα φάνηκε να μην διαθέτει ικανά αντισώματα και «μολύνθηκε» από την εκλογική του επιτυχία. Παρουσίασε σοβαρά φαινόμενα κοινοβουλευτικοποίησης, τα οποία αλλοίωσαν τον κινηματικό του χαρακτήρα, κάτι που συνέβαλε αποφασιστικά και σε φαινόμενα κρατικοποίησής του. Λειτουργικές δυσλειτουργίες παρουσιάστηκαν και εσωκομματικά για παράδειγμα πόσο λειτουργικό είναι η Κεντρική Επιτροπή να συνεδριάζει μονίμως μαζί με την κοινοβουλευτική ομάδα, οι συνεδριάσεις της να είναι μονίμως ανοικτές σε μέλη και μη μέλη, ενώ ο διαθέσιμος χρόνος παρεμβάσεων να είναι περιορισμένος,. κόκ.
04
09

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Από την αρχή ΙΙΙ: η οργανωτική προοπτική

Η προετοιμασία του συνεδρίου θα πρέπει να γίνει αποκλειστικά από επιτροπή μελών του κόμματος. Εδώ φυσικά, με δεδομένο την αναγκαιότητα αύξησης των μελών, κανείς δεν μπορεί να περιοριστεί από λογικές επετηρίδας, αλλά θα πρέπει να συμμετέχουν σε αυτή και νέα μέλη. Δεν είναι ωστόσο δυνατόν ο ΣΥΡΙΖΑ να οργανώσει το συνέδριό του με οργανωτική επιτροπή στην οποία συμμετέχουν στελέχη που όχι μόνο δεν είναι μέλη του κόμματος, αλλά ανήκουν σε άλλη πολιτική συλλογικότητα, όσο και αν αυτή φαίνεται ότι βρίσκεται στην ίδια με αυτόν τροχιά. Εκτός εάν το κόμμα αποφασίσει να διεκδικήσει μια παγκόσμια πρωτοτυπία. Ο σχεδιασμός μιας καινοτόμου οργανωτικής λειτουργίας πρέπει να αποτελέσει επιτέλους σημαντικό μέρος της προβληματικής του συνεδρίου. Εδώ δυστυχώς ακούγονται ιδέες και προτάσεις που είτε έχουν δοκιμαστεί και οδήγησαν σε καταστροφικά για τους εμπνευστές τους αποτελέσματα (ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου κ.ά.) είτε αντιγράφουν πρότυπα και πρωτοβουλίες από κόμματα και κομματικά συστήματα που δεν έχουν καμιά ιστορική επαφή με το ελληνικό κομματικό και πολιτειακό σύστημα και, πολύ περισσότερο, ουδεμία σχέση με την ιστορική διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτές οι απόψεις παραβλέπουν ότι μια αποτελεσματική κομματική οργάνωση οφείλει αφενός να ανταποκρίνεται στον δεδομένο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και αφετέρου να κρίνεται ότι μπορεί να υπηρετήσει τη στρατηγική του συγκεκριμένου κόμματος. Ετσι δεν μπορεί κανείς να μιλάει για άμεση εκλογή του προέδρου από την εκλογική βάση του κόμματος που ουσιαστικά θα καταργεί τη διάκριση μελών και φίλων / μη μελών. Πρακτική που αποτελεί εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια χαρακτηριστικό της καρτελοποίησης των κομμάτων και της συμβολή τους στη μεταδημοκρατική συνθήκη. Το αντεπιχείρημα ότι έχουμε τέτοιες πρακτικές στις ΗΠΑ είναι σαθρό, γιατί όχι μόνο έχουμε να κάνουμε με άλλη ιστορική συγκρότηση του συγκεκριμένου κομματικού συστήματος, αλλά οι προκριματικές εκλογές (primaries) δεν πραγματοποιούνται χωρίς κομματικούς κανόνες και περιορισμούς. Ούτε να σπεύσουμε στην υιοθέτηση των οργανωτικών καινοτομιών του Εργατικού Αγγλικού Κόμματος, οι οποίες στόχευαν στην αντιμετώπιση και παράκαμψη μιας συντηρητικής και σκληρής κοινοβουλευτικοποιημένης κομματικής γραφειοκρατίας, χωρίς να έχει γίνει μια κριτική αποτίμηση της υπάρχουσας οργανωτικής εμπειρίας. Ούτε φυσικά να αναβαθμίζονται τα ψηφιακά μέσα από χρήσιμα και απολύτως αναγκαία για τη λειτουργική διευκόλυνση του κόμματος σε νονούς του μεταλλάσσοντας το σύγχρονο «μαζικό κόμμα» σε «ψηφιακό».
30
08

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Από την αρχή I: Η κρίση

Οι μετασχηματιστικές πολιτικές είναι συνήθως το αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας, που οργανώνει, εκτελεί και θεσμοθετεί εναλλακτικές των υπαρχουσών κοινωνικοπολιτικών και διοικητικών δομών και σχέσεων. Οι διαδικασίες αυτές προϋποθέτουν τον εντοπισμό και την ιεράρχηση των πεδίων μετασχηματισμού καθώς και την ανάλυση των δυσκολιών και της αναμενόμενης θεσμικής και κοινωνικής αδράνειας ή/και αντίστασης. Φυσικά η συγκρότηση ενός μετασχηματιστικού ρεύματος, για την Αριστερά, δεν μπορεί παρά να απαιτεί κυρίως τη διατύπωση ενός κανονιστικού / αξιακού πλαισίου και οράματος. Ενός οράματος που θα λειτουργεί ως το οραματικό στοιχείο έμπνευσης και κινητοποίησης, της κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας στην οποία στηρίζεται ο πολιτικός φορέας, που, ως επισπεύδων, συντονίζει τις μετασχηματιστικές διαδικασίες. Ο πολιτικός φορέας, η πολιτική συλλογικότητα, το κόμμα αποτελούν την εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για τη ρεαλιστική αντιμετώπιση της κρίσης των «μετασχηματιστικών πολιτικών». Αρκεί φυσικά να μπορεί να υπηρετεί έμπρακτα τη στρατηγική μετασχηματισμών και να ανθίσταται στις σειρήνες και αδράνειες των κατεστημένων μεταδημοκρατικών δομών και σχέσεων που καρτελοποιούν ή, καλύτερα, κρατικοποιούν τα πολιτικά κόμματα. Αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να διασφαλιστεί με ποσοτικά εγχειρήματα εκλογικής (;) διεύρυνσης χωρίς την αποσαφήνιση της μετασχηματιστικής στρατηγικής. Και μια και όλη αυτή η συζήτηση έχει ως αφετηρία τον προβληματισμό για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορεί παρά να εξετάσει και να αξιοποιήσει κριτικά την εμπειρία του. Στο κάτω κάτω, πέρα από την όποια αξιολόγηση κάνει κανείς για την πορεία του, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κόμμα της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς αποτελεί την πρώτη και μέχρι σήμερα τη μόνη δημοκρατική και αποτελεσματική κυβερνητική απάντηση στην κρίση, σε παγκόσμια κλίμακα τον 21ο αι. Απάντηση, μάλιστα, σε πρωτόγνωρες σε διάρκεια και ένταση συνθήκες οικονομικής κρίσης. Τέλος, η συζήτηση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει μια ευρηματική, πρακτική και αποτελεσματική οργανωτική πρόταση για τη μετάβαση και την ανάπτυξη του κόμματος στις νέες συνθήκες. Πρόταση που θα συμβάλει στην αντιμετώπιση τόσο της κρίσης πολιτικής όσο και των μετασχηματιστικών πολιτικών που τη συνοδεύουν. Αλλά γι’ αυτά θα επανέλθω.
23
05

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Οι αναγκαίες πολιτικές συναντήσεις δεν πρέπει να γίνουν «ραντεβού στα τυφλά»

η εκλογική και πολιτική κατάρρευση των κομμάτων της σοσιαλιστικής οικογένειας δεν είναι απλά το αποτέλεσμα των επιλογών τους κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, αλλά η συνέπεια συγκεκριμένων μετασχηματισμών που χαρακτήρισαν την οργανωτική τους δομή, την ιδεολογία τους και τις κοινωνικές τους αναφορές ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το κόμμα φαίνεται να υποβαθμίζεται σημαντικά στη διαδικασία παραγωγής και αναπαραγωγής του πολιτικού προσωπικού, όπου και του προγράμματός του. Ολα αυτά εκχωρούνται σε φορείς εξουσίας χωρίς πολιτική νομιμοποίηση και λογοδοσία (ΜΜΕ και τεχνοκράτες). Ομοίως, στα καθ’ ημάς, ας μην ξεχνάμε ότι η υιοθέτηση του ιδεολογικού προτάγματος του «εκσυγχρονισμού» ή της «επανίδρυσης του κράτους» εμμέσως αποδεχόταν ή απλώς νομιμοποιούσε την άποψη πως «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση». Τέλος, οι κοινωνικές τους αναφορές περιορίζονταν μόνο στα δυναμικά στρώματα της μεσαίας και ανώτερης επιχειρηματικής τάξης και με έμφαση στο άτομο, ενώ οι εργαζόμενοι και οι συλλογικοί τους φορείς έρχονταν σε δεύτερη μοίρα, αν δεν τους ήταν τελείως αδιάφοροι. Γι’ αυτό και όταν η διεθνής κρίση χτύπησε και τις ευρωπαϊκές οικονομίες, τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας είχαν ως βασικό μέλημα τις κρατικές και επιχειρηματικές αναγκαιότητες και όχι τις ανάγκες της κοινωνίας. Αυτές οι επιλογές ήταν που οδήγησαν και στην πολιτική και εκλογική τους κατάρρευση.
23
10

Περί θεσμικού εκσυγχρονισμού και άλλων προκλήσεων

Ενώ, φυσικά, τον τελικό λόγο για τη Συνταγματική Αναθεώρηση θα τον έχει η Βουλή, κοινοβουλευτικές δυνάμεις, κοινωνικοί και επιστημονικοί φορείς θα πρέπει να συμβάλουν σε μια καμπάνια ενημέρωσης και διαλόγου για τα επίμαχα ζητήματα. Μια καμπάνια που δεν θα λαϊκίζει, υποβαθμίζοντας το Σύνταγμα σε απλό νόμο, ούτε θα μετατρέψει τον καταστατικό χάρτη του δημοκρατικού μας πολιτεύματος σε αδιάφορο, ψυχρό κείμενο χωρίς έμπνευση και, σε κάθε περίπτωση, απόμακρο από τα κοινωνικά και δημοκρατικά κεκτημένα και απαιτήσεις που μας κληροδότησε η κρίση, που σιγά σιγά αφήνουμε πίσω μας.
04
09

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Άλλο η κυβέρνηση κι άλλο το κόμμα;

Η λογική της αλλαγής του γ.γ. της Κ.Ε. ρητά, όπως φάνηκε και στην ομιλία του προέδρου και πρωθυπουργού, επιχειρεί, κατά τη γνώμη μου, την αποκατάσταση της σχέσης κόμματος – κυβέρνησης. Αποκατάσταση που θα περιορίζει τις «μεταδημοκρατικές» πρακτικές που μετατρέπουν την πολιτική σε κυβερνητισμό και κρατικοποιούν τα πολιτικά κόμματα. Πρόκειται για μείζον δημοκρατικό ζητούμενο, την κύρια ευθύνη του οποίου φέρει και πάλι ο ΣΥΡΙΖΑ, αν λάβει κανείς υπόψη του τη ρητορική και την πρακτική του συνόλου της αντιπολίτευσης (εντός και εκτός Βουλής). Ομως η επιτυχία του εγχειρήματος, παρά τη βούληση της ηγεσίας και των μελών του κόμματος, δεν είναι αυτονόητη. Και τούτο γιατί ο «πήχης που είναι ψηλά» δεν περιορίζει το εγχείρημα στην εκλογική αποτελεσματικότητα της κομματικής μηχανής, αφού κύρια επιδίωξη αποτελεί η έμπρακτη υπονόμευση των δομών αναπαραγωγής της χρόνιας κρίσης εκπροσώπησης. Κάτι που αδιαμφισβήτητα αποτελεί και το «γενετικό μοντέλο» του ΣΥΡΙΖΑ.
01
11

Ζήτημα 1ο: Το κόμμα και άλλα σχετικά

Η συζήτηση για την Αριστερά και τη στρατηγική της αποτελεί μέγιστη πρόκληση για το χειραφετητικό κίνημα. Αντίστοιχα, σύνθετη είναι και η σχετική διαδικασία διαμόρφωσής της, που, εκτός από τη χρήσιμη συμβολή της κριτικής παράδοσης των κοινωνικών επιστημών, πρέπει να συμπεριλαμβάνει και την αναστοχαστική αποτίμηση της πολιτικής και οργανωτικής εμπειρίας του περασμένου αιώνα, το απόσταγμα των επιστημονικών κεκτημένων των λεγόμενων θετικών επιστημών, τη δημιουργικότητα της τέχνης, τη φαντασία των συλλογικών φορέων της κοινωνίας, καθώς και το πολιτικό ένστικτο μιας πάντα λογοδοτούσας ηγεσίας. Σημαντικό μέρος αυτής της συζήτησης, ιδιαίτερα εκείνο που αφορά την καταγραφή και αξιολόγηση της πολιτικής εμπειρίας είναι συγχρόνως και υπόθεση του κόμματος της Αριστεράς. Μάλιστα, μέσα από τις συλλογικές διαδικασίες, το κόμμα πρέπει να εγγυάται τη σύνθεση και τη διαρκή αποτίμηση όλων των απαραίτητων προϋποθέσεων/συμβολών, οι οποίες μπορεί να εγγυηθούν τις διαδικασίες σχετικού διαλόγου και τις πολιτικο-οργανωτικές πρωτοβουλίες που πρέπει να ακολουθηθούν. Έτσι κι αλλιώς, πέρα από τα παραπάνω, το ζήτημα του πολιτικού υποκειμένου (κόμματος) αποτελεί θεμελιώδες ζήτημα που έχει απασχολήσει την Αριστερά.