Κατέ Καζάντη: Στα βουλεβάρτα του ξεδιάντροπου βοναπαρτισμού
Η ξεδιαντροπιά πάει χέρι χέρι με τον ηγεμονισμό. Ο Λουδοβίκος Ναπολέων Βοναπάρτης, ας πούμε, ο ανιψιός του Μεγάλου Ναπολέοντα, αφού κέρδισε τις εκλογές, με την ξεδιαντροπιά του ηγεμόνα που τον διακατείχε, κατάργησε τη γαλλική δημοκρατία και στέφτηκε αυτοκράτορας (1851). Κι ενώ το αίμα των εργατών, μετά το πέρας των λεγόμενων “τριών αιματηρών ημερών”, δεν είχε καλά καλά στεγνώσει στους δρόμους των Παρισίων, αποφάσισε να φτιάξει νέα βουλεβάρτα.
Τα βουλεβάρτα εκείνα θεωρήθηκαν εργαλεία διείσδυσης του κεφαλαίου σε λαϊκές περιοχές της πρωτεύουσας. Με τη δημιουργία τους καταστράφηκαν διάφορες “διαβολικές” συνομοταξίες πολιτών, όπως των βυρσοδεψών επί παραδείγματι, οι οποίες, συχνά πυκνά, χαλούσαν την αστική γαλήνη. Η αρχιτεκτονική τους και ο μνημειακός χαρακτήρας τους απηχούσε την παντοδυναμία του αυτοκράτορα και την κοινωνική και πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης
Αλλά τα νέα βουλεβάρτα ήταν, πρωτίστως, δημόσιες επενδύσεις, σχεδιασμένες όμως για να προωθήσουν τα ιδιωτικά κέρδη. Κι επειδή, κατά Χομπσμπάουμπ, μπαίνουμε πια στη λεγόμενη “εποχή του κεφαλαίου”, ο χαρακτήρας της πόλης αλλάζει, η οποία εκπίπτει σε χώρο εμπορικών μοναχά δραστηριοτήτων, κατάσταση που αποκλείει τον λαό. Κι όπως ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης ήταν λάτρης της τρυφής, το υπόδειγμά του ακολούθησε, μιμητικά, η κυρίαρχη αστική τάξη.
Ιδεολογικοί απόγονοι της λουδοβίκειας πρακτικής υπάρχουν πολλοί, παντού στον κόσμο. Είναι αυτοί “της οικογενείας” με τα κληρονομικά δικαιώματα, οι πορφυρογέννητοι. Που αυταρχικά κι αυθάδικα θαρρούν πως ο κόσμος τους ανήκει κι οι λαοί τους χρωστάνε. Σπαταλούν χρήμα, χτίζοντας, γκρεμίζοντας και πάλι απ’ την αρχή, δίχως να δίνουν λογαριασμό.
Στο δήμο της Αθήνας, ο ανιψιός, ο γιος κι ο εγγονός, ο μαστροχαλαστής, ουδόλως κόπτεται για το φιάσκο του Περιπάτου του και την κακή του φήμη. Έχει να ονειρεύεται τα βουλεβάρτα του, μετά βαΐων και πλατάνων, λησμονώντας πως έχει ο καιρός γυρίσματα.









