Για τη θεωρία και την πράξη στην εκπαίδευση
Οραματιζόμαστε, λοιπόν, μια εκπαίδευση που συμβάλλει στην άμβλυνση των στερεοτύπων, συνδέοντας τη διανοητική με τη χειρωνακτική εργασία, που παρέχει πολύπλευρη γενική μόρφωση –αναγκαία για μια επιτυχή παρακολούθηση οποιασδήποτε περαιτέρω εξειδίκευσης– και η οποία συμβάλλει στην άμβλυνση των κοινωνικών επιπτώσεων εξαιτίας μορφωτικών ανισοτήτων. (...)
Η κατάθεση συγκεκριμένων προτάσεων υλοποίησης της παραπάνω κατεύθυνσης δεν είναι δυνατόν να εναπόκειται στο μακρινό μέλλον. Μπορούμε από σήμερα, εκμεταλλευόμενοι κατ’ αρχάς τις υπάρχουσες εκπαιδευτικές δομές, να προχωρήσουμε στον μεταβατικό σχεδιασμό ενός και μοναδικού τύπου απολυτηρίου Λυκείου, με διασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου γενικής παιδείας αλλά και ταυτόχρονη εμπλοκή όλων των παιδιών στην πρακτική εφαρμογή.
Το νέο Λύκειο που θα προκύψει, έπειτα από έναν τέτοιο σχεδιασμό, δεν θα πρέπει να είναι προϊόν «συγκόλλησης» των υπαρχόντων τύπων Λυκείων. Αυτές οι αλλαγές επιβάλλεται να συμβαδίσουν με αλλαγές στα προγράμματα σπουδών του Γυμνασίου και του Δημοτικού καθώς και με ταυτόχρονη ένταξη σε αυτά εργαστηριακών δραστηριοτήτων ανάλογων του επιπέδου της κάθε βαθμίδας στο πλαίσιο μιας δεκατετράχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης.
Η αύξηση των κρατικών δαπανών για την εκπαίδευση είναι προφανώς το προαπαιτούμενο μιας τέτοιας μεταρρύθμισης. Με ορατή τη σύμπτωση μεγάλου μέρους της εκπαιδευτικής Αριστεράς στον στόχο για ένα σχολείο όπου όλο το πρόγραμμά του θα διαπνέεται από τον συνδυασμό θεωρίας και πράξης, ώστε να επιτυγχάνεται η ισόρροπη ανάπτυξη όλων των πλευρών του ανθρώπινου ψυχισμού, είναι αδήριτη ανάγκη η κοινή τους δράση αλλά και η κατάθεση των εξειδικευμένων προτάσεών τους στην κατεύθυνση της αναγκαίας αυτής αλλαγής.









