Η «κυπριοποίηση» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής
Οι Ευρωπαίοι εταίροι -πρώτοι η γερμανική προεδρία και ο ύπατος εκπρόσωπος Ζ. Μπορέλ- διαμορφώνουν στη συντριπτική πλειονότητά τους μια πληρέστερη εικόνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα ανταποκριθούν λεκτικά στην επείγουσα κατάσταση, αλλά δεν αγνοούν ότι τα γεγονότα οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη σύγκρουση. Βλέπουν πιο καθαρά το προφανές, την ανάγκη ελληνοτουρκικού διαλόγου, όπως ορίζει το διεθνές δίκαιο, ενώ όσοι εμβαθύνουν πραγματικά και συζητούν μια νέα σχέση με την Τουρκία, την αδήριτη ανάγκη επίλυσης του Κυπριακού.
Ομως η Αθήνα και η Λευκωσία συνεχίζουν να ταλαντεύονται ως προς τα πραγματικά περιθώρια και τα μέσα αντίδρασής τους. Με ένα παράξενα ήρεμο τρόπο στην Κύπρο, που είναι εντελώς ανοχύρωτη στην ΑΟΖ, η κυβέρνηση Ν. Αναστασιάδη διατείνεται ότι ετοιμάζει σχέδιο αποτροπής με τη συνδρομή της Γαλλίας με την υλοποίηση εξοπλιστικού προγράμματος. Ασχέτως αν τα μέσα που διαθέτει η Λευκωσία είναι πενιχρά, η οικονομία εύθραυστη όσο ποτέ και ταπεινωτικά υποβάλλεται σε παραβιάσεις στην ΑΟΖ. Επί του εδάφους δε, καμία απάντηση δεν έχει για τον σταδιακό εποικισμό των Βαρωσίων. Ολα μαζί αν ειδωθούν, συνιστούν τη χειρότερη επιδείνωση από το 1974.
Αντίθετα, η Τουρκία διακηρύσσει ότι βρίσκεται «στο πεδίο και στη διπλωματία» και εκφράζει ετοιμότητα για διάλογο. Μπορεί το κλίμα των ημερών μέσα από τα ΜΜΕ να αποσπά την κοινή γνώμη στην Κύπρο και την Ελλάδα από την ουσία, αλλά οι θέσεις και οι πράξεις της συμβαδίζουν, γι’ αυτό λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπ’ όψιν.
Ακόμα και ο τρόπος που εκφέρονται, με πιο χαρακτηριστικό δείγμα την αναμετάδοση των δηλώσεων Ερντογάν από το πρακτορείο «Ανατολή» με ελληνικούς υποτίτλους: «Δεν θα συναινέσουμε στην προσπάθεια να μας φυλακίσουν στις παραλίες μας μέσω νησιών μερικών τετραγωνικών χιλιομέτρων, αγνοώντας ένα γιγάντιο κομμάτι γης όπως είναι η Τουρκία… Ελάτε όλες οι χώρες της Μεσογείου να ενωθούμε και να βρούμε μια φόρμουλα αποδεκτή από όλους, που θα προστατεύει τα δικαιώματα όλων…».









