Πώς η καύση των φακέλων αδυνάτισε την ιστορική μας μνήμη
Η καύση ήταν αποτέλεσμα μιας πολιτικής απόφασης με σκοπό όχι να καταστρέψει τη συλλογική μνήμη αλλά να την επανοργανώσει. Η ελληνική κοινωνία προτίμησε την ώρα που πια μπορούσε να δεχθεί την τραυματικότητα ενός παρελθόντος, αντί να το μελετήσει, να το απωθήσει, να καταστρέψει τις πιο αιχμηρές πλευρές του. Δεν άντεχε τη διαπραγμάτευσή του, έλπιζε σε μια υπέρβαση που θα γινόταν χωρίς να χρειαστεί να ανοίξει ξανά τις πληγές. Είναι προφανές ότι δεν τα κατάφερε. Βοήθησε η καύση των φακέλων σε κάτι όσον αφορά την επούλωση των τραυμάτων ή την υπέρβαση της διχασμένης μνήμης; Θα απαντούσα σίγουρα αρνητικά. (...) Για τους ιστορικούς η καταστροφή όλων αυτών των τεκμηρίων αποτέλεσε και αποτελεί μια τεράστια απώλεια, ένα δυσαναπλήρωτο κενό για την κατανόηση της ιστορίας, την ανίχνευση και μελέτη πληροφοριών, μηχανισμών, νοοτροπιών, συναισθημάτων, μιας τεράστιας τοιχογραφίας του ελληνικού 20ού αιώνα. Στο σύνολό της η ιστορική κοινότητα αντέδρασε το 1989. (...) Η αντίδρασή τους δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, υπήρξε μια πλήρη αδιαφορία για τα επιχειρήματά τους. (...) Τι μας έχουν προσφέρει αυτοί οι λίγοι φάκελοι σε σχέση με τους υπόλοιπους που καταστράφηκαν; Καταρχάς με την καταστροφή χάσαμε τη δυνατότητα να προχωρήσουμε σε μεγάλες συνθέσεις με στοιχεία που θα αφορούσαν εκατομμύρια πολίτες. Αυτό που έμεινε μας βοηθάει να προσθέτουμε στοιχεία στα βιογραφικά ορισμένων προσώπων, αλλά κυρίως να καταλάβουμε τους μηχανισμούς ασφαλείας και τις «κρεατομηχανές» από τις οποίες πέρασαν εκατομμύρια άνθρωποι για δεκάδες χρόνια.









