Μαρία Καραμεσίνη: Η μνημονιακή εκδοχή του SURE
Η ελληνική κυβέρνηση διαφοροποιήθηκε από τα τεκταινόμενα στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. ήδη από τη φάση του lockdown ως προς τρία σημεία. Πρώτον, έδωσε πλήρη και ανεξέλεγκτη εξουσία στους εργοδότες να αποφασίζουν μονομερώς για τη μείωση του χρόνου εργασίας και την αναστολή συμβάσεων του προσωπικού στους πληττόμενους κλάδους, αποκλείοντας ή καταργώντας ακόμα και την υποχρέωση διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και καθιστώντας αδύνατο τον έλεγχο από την Επιθεώρηση Εργασίας. Δεύτερον, επέβαλε πολύ μεγαλύτερες μειώσεις μισθών στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα.
Με την κρατική αποζημίωση των 800€, η κυβέρνηση της Ν.Δ. επέβαλε μεσοσταθμικά 45% μείωση εισοδήματος περίπου στο 32% των μισθωτών της χώρας, των οποίων η σύμβαση εργασίας ανεστάλη, ενώ δεν αναπλήρωσε καθόλου τις απώλειες μισθών περίπου στο 10% των μισθωτών της χώρας, που μπήκαν με μονομερή απόφαση του εργοδότη σε εκ περιτροπής εργασία και είδαν μειώσεις μισθών κατά 50%. Τρίτον, κατά τη φάση επαναλειτουργίας των επιχειρήσεων, η ελληνική κυβέρνηση αφήνει απροστάτευτο από τις απολύσεις το μεγαλύτερο τμήμα των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα.
Με τον νέο μηχανισμό προσωρινής διατήρησης των θέσεων εργασίας ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα που εμφανίζουν πτώση τζίρου τους προηγούμενους μήνες, δηλαδή στη συντριπτική πλειονότητα, μπαίνουμε σε νέα φάση. Δίνοντας τη δυνατότητα στους εργοδότες για μονομερή επιβολή εργασίας μειωμένου χρόνου στο προσωπικό τους σε περιβάλλον ελεύθερων απολύσεων, ο μηχανισμός οδηγεί μαθηματικά σε περαιτέρω μείωση κατά 20% των μισθών των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα.
(...)
Η ΑΠΟΥΣΙΑ μηχανισμών διαβούλευσης, έγκρισης και ελέγχου, επιπλέον, ανοίγει διάπλατα την πόρτα για καταχρηστική εφαρμογή της «εργασίας μειωμένου χρόνου», για περαιτέρω καταστρατήγηση δικαιωμάτων των εργαζομένων και για συγκάλυψη της υποδηλωμένης εργασίας με σκοπό την εκμετάλλευση της κρατικής επιδότησης.









