Macro

01
10

Συμβιβασμοί υπογραμμένοι με αίμα

Με σκληρή γλώσσα, συχνά με λεπτή ειρωνεία, ο Κλάους Μαν στήνει μια πολύ πλούσια τοιχογραφία μιας δύσκολης εποχής στην οποία άρχιζαν σιγά-σιγά να κυριαρχούν όλοι εκείνοι που, μεθυσμένοι από τη βίαιη εξουσία τους, πίστευαν πως «ποτέ δεν θα πάρουν εκδίκηση οι βασανισμένοι». Έχει έτσι τη δυνατότητα να μιλήσει για τον αναδυόμενο και διαρκώς πιο επιθετικό αντισημιτισμό, τη σχέση τέχνης και πολιτικής και ειδικότερα τη σχέση των Γερμανών διανοούμενων με το ναζιστικό καθεστώς, την ιστορική ευθύνη των συγγραφέων και των καλλιτεχνών, τον ρόλο των ΜΜΕ («τους δημοσιογράφους, που έγραφαν τις γνώμες και τις απόψεις τους καθ’ υπαγόρευσιν του υπουργείου Προπαγάνδας») και το μοντέλο του δημοσιογράφου-εκβιαστή που ο πλούτος του οφειλόταν «στα χρηματικά ποσά που εισέπραττε για όσα δεν δημοσίευε στη στήλη του», για τους δημοκρατικούς πολιτικούς που αγνοούν τον ναζισμό και «ορκίζονται ότι ο εχθρός βρίσκεται αριστερά» και για τους αστυνομικούς που ενώ «θέλουν να λέγονται σοσιαλιστές, δίνουν άδεια για πυρ εναντίον εργατών». Σκιαγραφεί, έτσι, εκείνη την άγρια εποχή όπου, ενώ «το απολυταρχικό καθεστώς του άγριου στρατοκρατικού καπιταλισμού συνέχιζε τη φρικτή του δράση» και ενώ «τα πτώματα μαζεύονταν σωρό», «οι ξένοι που περνούσαν μια βδομάδα στο Βερολίνο –Άγγλοι λόρδοι, Ούγγροι δημοσιογράφοι ή Ιταλοί υπουργοί– επαινούσαν την άψογη καθαριότητα και την τάξη […] έβλεπαν μόνο χαρούμενα πρόσωπα και έβγαζαν το συμπέρασμά τους: Όλοι αγαπούν τον Φύρερ». Μια εποχή όπου «η νέα γενιά της Γερμανίας μάθαινε ότι η λέξη “ειρηνιστής” είναι βρισιά· η νέα γενιά της Γερμανίας δεν είχε πια ανάγκη να διαβάζει Γκαίτε και Πλάτωνα». Κλάους Μαν «Μεφίστο» (μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα, 2020)
01
10

Επαιξαν κι… έχασαν

Η κρίση που προκάλεσε η πανδημία Covid-19 οδήγησε τον περασμένο Μάρτιο σε απώλειες δισεκατομμυρίων από τις αγορές τσακίζοντας πληθώρα επενδυτικών χαρτοφυλακίων ανά την υφήλιο. Παρότι τα χρηματιστήρια ανέκαμψαν γρήγορα στη συνέχεια, η Allianz Global Investors -η θυγατρική του γερμανικού κολοσσού που διαχειριζόταν τις επενδύσεις των αμερικανικών ταμείων- υποχρεώθηκε λόγω των τεράστιων ζημιών (έως και 95%) να κλείσει πάνω στην κρίση δύο από τα hedge funds της. Αποτέλεσμα ήταν οι αποταμιεύσεις πυροσβεστών, δασκάλων, φορτηγατζήδων και των λοιπών εργαζόμενων να γίνουν ατμός και τα Ταμεία τους να ξεκινήσουν από Ιούλιο μπαράζ αγωγών εναντίον της Αllianz διεκδικώντας αποζημιώσεις. Στις προσφυγές τους τα Ταμεία κατηγορούν τη γερμανική εταιρεία για παραπλάνηση και κακοδιαχείριση του επενδυτικού χαρτοφυλακίου. Ισχυρίζονται περίπου ότι ο διαχειριστής των κεφαλαίων τους ήταν… ατζαμής, αφού εν μέσω της κρίσης του κορονοϊού άλλαξε την επενδυτική του στρατηγική και μάλιστα χωρίς να πληροφορήσει τους πελάτες του. Στις αγωγές τους τα συνδικάτα υποστηρίζουν ότι η Allianz τούς υποσχέθηκε αποδόσεις ανεξαρτήτως αστάθειας και κατεύθυνσης της αγοράς καθώς και προστασία από τις ακραίες και ξαφνικές βουτιές των τιμών των μετοχών. Ισχυρίζονται ότι η Allianz παρέκκλινε από την επενδυτική της εντολή και προέβη σε αποφάσεις, ενώ η αγορά βυθιζόταν, οι οποίες οδήγησαν τα funds σε επιπλέον ζημιές. Και πιο συγκεκριμένα της καταλογίζουν ότι παρέκκλινε της στρατηγικής χρήσης των options (δικαιώματα αγοράς τίτλων) για προστασία από μια βραχυπρόθεσμη κατάρρευση της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Οι ισχυρισμοί αυτοί -για όσους ασχολούνται με το χρηματιστηριακό παίγνιο πολλά χρόνια και ειδικά τους… λύκους, τα τσακάλια και τα αιλουροειδή που τα κονομούν από αυτό, αποτελούν βέβαια… φούμαρα. Η Allianz Global Investors διεμήνυσε ενδεικτικά ότι όχι μόνο δεν απέκλινε από τη στρατηγική της, αλλά και ότι οι κατηγορίες των εναγόντων είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμες. «Οι ενάγοντες είναι επαγγελματίες επενδυτές και αγόρασαν αυτά τα hedge funds προσδοκώντας σε σημαντικές αποδόσεις και έχοντας γνώση των κινδύνων που συνεπάγονται αυτές» υπογράμμισε ο εκπρόσωπος της γερμανικής ασφαλιστικής. Πάντως, πέρα από τις ευθύνες ή μη που μπορεί να έχει η Allianz, μερίδιο για τη χασούρα των ασφαλισμένων έχουν αναμφίβολα τόσο οι διοικήσεις των Ταμείων όσο και η ομοσπονδιακή και οι πολιτειακές κυβερνήσεις. Μετά το κραχ του 2008 και τις αποκαλύψεις για τις κομπίνες των «λύκων» της Wall Street, όφειλαν να έχουν αναπροσαρμόσει τα συνταξιοδοτικά προγράμματα των εργαζόμενων μακριά από τον χρηματιστηριακό τζόγο και τα «αιλουροειδή» που τον λυμαίνονται.
30
09

Luciana Castellina: Για τη Ροσάνα

Η Ροσάνα Ροσάντα, η μεγαλύτερη σε ηλικία από την ομάδα που δημιούργησε το περιοδικό, υπήρξε –και έτσι ασφαλώς θα παραμείνει στη μνήμη μας– μια πρωταγωνιστική φυσιογνωμία του ιταλικού κομμουνισμού. Πρόλαβε να πάρει μέρος στην Αντίσταση, παρά τη νεαρή ηλικία της, όταν ήταν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, λειτουργώντας ως σύνδεσμος των ανταρτών με το συνωμοτικό όνομα Μιράντα. Η σύνδεσή της με τους αντάρτες έγινε με τη βοήθεια του καθηγητή της στο Πανεπιστήμιο, του σπουδαίου κομμουνιστή φιλοσόφου Αντόνιο Μπάνφι. Αυτό έγινε το 1943, και από τότε η Ροσάνα έγινε μια στρατευμένη κομμουνίστρια. Χρησιμοποιώ τη λέξη «στρατευμένη» γιατί η Ροσάνα ήταν πάντα μια από τις σπάνιες μορφές εκλεπτυσμένων και εξαιρετικά καλλιεργημένων διανοουμένων, που όμως είχε διαθέσει ταυτόχρονα όλες της τις δυνάμεις της στην πολιτική δουλειά στη βάση, ως μέλος σε όλη τη δεκαετία του ’50 της γραμματείας της νομαρχιακής επιτροπής του PCI στο Μιλάνο, που είχε τους περισσότερους εργάτες από όλες τις οργανώσεις του κόμματος. Ήταν επιφορτισμένη με τη δουλειά στα εργοστάσια, με στόχο τη διαμόρφωση της νέας εργατικής τάξης, αλλά και με τη δουλειά στον τομέα του πολιτισμού, ως διευθύντρια του ιστορικού Μορφωτικού Ινστιτούτου του Μιλάνου. (...) Ήταν μια καλλιεργημένη μαρξίστρια, αλλά στα γραπτά της ενδιαφερόταν κυρίως για τα θέματα της τρέχουσας πολιτικής. Όταν ιδρύσαμε το Manifesto, μαζί με μια ομάδα παιδιών που δεν είχαν ιδέα για τον τρόπο που γίνεται η σύνταξη μιας εφημερίδας, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας που μέχρι τότε δεν είχε κάνει ποτέ τη δημοσιογράφο, βάλθηκε να μάθει αυτά που χρειάζονταν σαν σχολιαρόπαιδο, και στο τέλος η εφημερίδα έγινε η καθημερινή δουλειά της. Βέβαια, ακόμη και τα μικρά της χρονογραφήματα είχαν τη λάμψη της κουλτούρας της και συγκέντρωναν το σεβασμό όλων των σημαντικών διανοουμένων.
30
09

Προς τον σ. πρόεδρο και τους συντρόφους

Το κύριο ερώτημα που ταλανίζει εδώ και πολύ καιρό το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ είναι αν πρέπει να μείνει αριστερό κόμμα ή αν πρέπει να μετεξελιχθεί σε κεντροαριστερό κόμμα. Φρονώ ότι σε ιδεολογικό επίπεδο πρέπει να παραμείνει αριστερό, αλλά σε πολιτικό επίπεδο πρέπει να συμπεριλάβει όλο τον κεντροαριστερό χώρο. Οι αντιμαχόμενοι κάνουν από ένα λάθος ο καθείς. Οι μεν, οι οποίοι θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να μετασχηματιστεί σε κεντροαριστερό κόμμα,  ξεχνούν α) ότι εκεί δεν κατοικοεδρεύουν ιδέες ικανές να λύσουν σύγχρονα προβλήματα (διευρυνόμενες και αντιπαραγωγικές ανισότητες, ασυμμετρία μεταξύ γνωσιακών προσόντων των εργαζομένων και «σκατοδουλειών»/shitjobs, κλιματική αλλαγή, αυξανόμενος αριθμός μεταναστών χωρίς ίσα δικαιώματα στις κοινωνίες υποδοχής, ασυμμετρία μεταξύ διαδικτυακής οριζοντιότητας και απαρχαιωμένης κάθετης πολιτικής δομής, ανάγκη για νέες ταυτίσεις και ταυτότητες σε έναν κατακερματισμένο εργασιακό και κοινωνικό χώρο, κ.λπ.) και β) ότι ο κεϋνσιανισμός που εφάρμοσε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την έξοδο από τα μνημόνια, μπορεί να είναι χρήσιμος για την άμυνα της κοινωνίας, αλλά δεν μπορεί να ενθουσιάσει κανένα, και άρα να κινητοποιήσει κόσμο στον αγώνα ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό και τον αυταρχισμό, καθώς και να αναπτύξει νέα πολιτικά και πολιτιστικά οράματα. Οι δε, οι οποίοι θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να παραμείνει αριστερό κόμμα, παραγνωρίζουν τη σημασία των εξής δεδομένων: το σημαίνον «κέντρο» καθησυχάζει τους ανθρώπους α) που είναι μετριοπαθείς στις απόψεις τους, που προτιμούν να ακούν όλες τις πλευρές πριν αποφασίσουν, που ζυγίζουν υπέρ και κατά, που δεν πιστεύουν στις απόλυτες αλήθειες, β) που νοιώθουν πιο καλά με την ιδέα ότι αποτελούν κάποιον «μέσο όρο», ότι είναι «κανονικοί», ότι δεν είναι «ακραίοι», ότι αποτελούν τον κορμό της κοινωνίας, ότι δεν είναι σε πόλεμο με το άλλο μισό της, που σε τελική ανάλυση δεν θέλουν να σηκώσουν τα ψυχολογικά βάρη ενός συμβολικού εμφυλίου πολέμου, γ) που είναι ηλικιωμένοι και άρα αξιοδοτούν την ασφάλεια και τη σταθερότητα έναντι της ριζοσπαστικής ρητορικής που υπόσχεται, χωρίς να μπορεί να εγγυηθεί, γρήγορες και μεγάλες αλλαγές (και μην το ξεχνάμε: η ελληνική κοινωνία έχει γεράσει δημογραφικά και συνεχίζει να γερνάει). Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις, θεωρώ πως καμία από τις  εκατέρωθεν πολιτικές εκτιμήσεις δεν πρέπει να εκφέρεται ωσάν να ήταν η πλέον σωστή, και ότι η αναγνώριση της μερικότητας των εν λόγω απόψεων θα έπρεπε να οδηγήσει σε μια ειλικρινή αλληλοκατανόηση και συνεννόηση. Ομοίως, όσον αφορά την επικείμενη διεύρυνση μέσω της Προοδευτικής Συμμαχίας, κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι μόνο το ¼ περίπου του κοινωνικού σώματος ταυτίζεται με αμιγώς αριστερές αξίες, και άρα δεν επαρκεί για την εκλογική νίκη. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι μεγάλο μέρος των στελεχών του πάλαι ποτέ κραταιού κεντροαριστερού χώρου έχουν αποδειχθεί αριβίστες της πολιτικής και διεφθαρμένοι, και άρα η ηγεσία θα πρέπει να περιορίσει τις μεταγραφές που θυμίζουν πολιτικές συναλλαγές. Τα παθήματα της περασμένης δεκαετίας πρέπει να γίνουν μαθήματα.
30
09

Σήμα κινδύνου για την κυβέρνηση η ανοικτή κοινωνική δυσφορία

Αξιολογήσαμε θετικά στην αρχή την εμφάνιση του ΣΥΡΙΖΑ στη ΔΕΘ ως ένα βήμα αντιστοίχησης με τις νέες δυνατότητες που ανοίγονται. Τώρα, όμως, αυτά που εξαγγέλθηκαν στην Θεσσαλονίκη δεν πρέπει να μείνουν εξαγγελίες αλλά να γίνουν ύλη ζώσα, η οποία θα συναντήσει τις κοινωνικές δυνάμεις, που χειμάζονται από τις κρίσεις. Η ιδέα της “κοινωνικής συμφωνίας” μόνο έτσι μπορεί να γίνει και πολιτική ύλη, έδαφος για κινηματικές δράσεις, κυρίως, που οφείλει ο ΣΥΡΙΖΑ να επανεφεύρει. Αυτό είναι το στέρεο έδαφος όπου μπορεί να κτιστεί η εξωστρέφεια: ασφαλιστικό, εργασία, ισότητα, κοινωνικό κράτος, νεολαία, παιδεία, περιβάλλον, πολιτισμός, υποδομές και πολλά άλλα, ακόμη, πεδία. Πάντοτε, βέβαια, αλλά τώρα πολύ περισσότερο είναι ανάγκη να αναβαθμισθεί ο ρόλος του κόμματος. Το κόμμα πρέπει να επαληθεύσει και να αξιοποιήσει το θετικό κλίμα. Οι Οργανώσεις Μελών, να γίνουν πολιτικές οντότητες, να ασκούν πολιτική. Τα μέλη και οι φίλοι να αποκτήσουν ρόλο, δηλαδή ενδιαφέρον για να συμμετέχουν. Οι δρομολογημένες οργανωτικές διαδικασίες είναι μια ευνοϊκή στιγμή για να αναζωογονηθεί η προσπάθεια για ανασυγκρότηση και διεύρυνση, αλλά κυρίως οι ΟΜ να αποκτήσουν πολιτικό ρόλο, μέσα από δημοκρατική και συλλογική λειτουργία. Εδώ υπάρχει ένα ζήτημα που περιοδικά ανακύπτει στο κόμμα, ιδίως στα ηγετικά του όργανα και διαχέεται στο κομματικό σώμα. Πρόκειται για την ποιότητα της συλλογικής πολιτικής λειτουργίας του, που είναι προβληματική. Το υπόβαθρο του τελευταίου συμβάντος με τις σκέψεις του Ευκλείδη Τσακαλώτου για τους χαρακτηρισμούς που μπορούμε να κάνουμε για τους πολιτικούς μας αντιπάλους, αυτό είναι ακριβώς. Ο Ευκλείδης, αγαπητός σύντροφος υψηλής προσφοράς, μπορεί να ελεγχθεί για τον χρονισμό της παρέμβασής του – όχι για το περιεχόμενο, με το οποίο προσωπικά συμφωνώ – αλλά η μη τακτική συλλογική λειτουργία των οργάνων, η μη εκτενής και τεκμηριωμένη συζήτηση για το είδος της αντιπολίτευσης που πρέπει να ασκηθεί, έπαιξε το ρόλο της. Η λειψή συλλογική λειτουργία αντικατοπτρίστηκε – σύμφωνα με τα ρεπορτάζ – και στη συζήτηση στον “πρωινό καφέ” την Τετάρτη. Και είναι εύλογος ο φόβος ότι τίποτε δεν θα διορθωθεί, καμιά επίκληση κομματικής πειθαρχίας και ευθύνη δεν θα λειτουργήσει εφόσον αυτό το πρόβλημα δεν αίρεται. Πειθαρχικά όργανα, αμφίβολης μάλιστα καταστατικής στήριξης και κυρώσεις είναι ιδέες και ατελέσφορες και με αναφορά στην αρνητική παράδοση της Αριστεράς, και της ανανεωτικής κομμουνιστικής όπως θυμηθήκαμε αποχαιρετώντας πριν λίγες μέρες τη Ροσάνα Ροσάντα. Ο διάλογος, η δημοκρατία, η συλλογική λειτουργία, η τεκμηρίωση των επιχειρημάτων, η προσφυγή στα μέλη για έκφρασης γνώμης, προφυλάσσουν ένα κόμμα και από τα στραβοπατήματα των στελεχών του.
30
09

Νεοφιλελευθερισμός, μια μορφή κοινωνικής πανδημίας

Η κατακλείδα ενός πολιτικού σχεδίου, για να μπορέσει να καταστεί πρόταση εξόδου από την κρίση με διαφορετική από τη νεοφιλελεύθερη προοπτική, χρειάζεται να εξηγεί πειστικά γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ούτε μεγέθυνση και βελτίωση της παραγωγής, ούτε αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας – για να μιλήσουμε μόνο για τα πιο επίκαιρα ζητήματα – χωρίς δημόσια παρέμβαση για την επανεκκίνηση της παραγωγικής μηχανής και χωρίς αναδιανομή του προϊόντος με στόχο τη μείωση των ανισοτήτων, χωρίς την αποφασιστική παρουσία του δημοσίου για τη λειτουργία και τη διαρκή ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, της Δημόσιας Εκπαίδευσης, των Δημόσιων Συγκοινωνιών… Τα διδάγματα που βγαίνουν από τους μήνες που πέρασαν, πρέπει να γίνουν κτήμα όλων. Δεν μπορεί να θεωρείται δείγμα ανικανότητας ή έλλειψης διορατικότητας το γεγονός ότι δεν σκέφτηκε κανείς στην κυβέρνηση έξι μήνες τώρα τι θα κάνει για να μη γίνουν το μετρό, το τραμ ή τα λεωφορεία κέντρα μετάδοσης του κορονοϊού. Ηταν η απουσία οποιασδήποτε διάθεσης για την ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών. Το ίδιο ισχύει και για την «ανακάλυψη» της τελευταίας στιγμής, ότι λείπουν απελπιστικά οι αναγκαίες ΜΕΘ. Και για τόσα άλλα ων ουκ έστι αριθμός. Αν αυτό δεν γίνει κτήμα του κόσμου, δεν θα δοθεί η κρίσιμη μάχη με προοπτική νικηφόρα. Και επειδή δεν πρόκειται σ’ αυτή τη μάχη να έχει ο ΣΥΡΙΖΑ καν την ψυχρά αντικειμενική συμπεριφορά των ΜΜΕ απέναντί του, θα χρειαστεί η μεταμόρφωσή του από εκτελεστικό όργανο σε κόμμα που αφομοιώνει τον πυρήνα της πολιτικής του πρότασης μέσω της ουσιαστικής συμμετοχής των μελών και των οπαδών του στη διαμόρφωσή της και γίνεται πομπός διάδοσής της και μετασχηματιστής των διαθέσεων των λαϊκών τάξεων. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο καίριο ζήτημα, που χρειάζεται πολλή συζήτηση και ακόμα περισσότερη δουλειά.
29
09

Παύλος Κλαυδιανός – Μιχάλης Υδραίος: Θετικό βήμα η επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών

Το σκάνδαλο χορήγησης διαβατηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας σε πολίτες ασιατικών χωρών καταζητούμενων από την Ιντερπόλ και εμπλεκόμενων σε σοβαρές ποινικές υποθέσεις, έχει δημιουργήσει μία διεθνή κατακραυγή, πολύ περισσότερο που υπάρχουν ενδείξεις εμπλοκής του δικηγορικού γραφείου του ίδιου του κυρίου Αναστασιάδη σε αυτήν την υπόθεση. Επιπλέον, η τουρκική πλευρά δημοσίως διαρρέει ότι ο κ. Αναστασιάδης σε συναντήσεις με τον τούρκο ΥΠΕΞ πρότεινε την αναζήτηση άλλων λύσεων, πέραν αυτής που προωθεί ο Ο.Η.Ε και την οποία επισήμως υιοθετεί τόσο η Κύπρος όσο η Ελλάδα, δηλαδή την επίλυση του κυπριακού στο πλαίσιο μίας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Ο κύπριος πρόεδρος δυσκολεύεται να αποδείξει ότι δεν ήταν αυτός που τελικά πρότεινε να εξετασθεί η πιθανότητα ενός βελούδινου διαζυγίου και η εξεύρεση λύσης δύο κρατών, και ισχυρές ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πράγματι έκανε αντίστοιχες προτάσεις. Η επιλογή να ανοίξει μία τέτοια προοπτική μονομερώς και εν κρυπτώ, υπερβαίνει τα εσκαμμένα πολύ περισσότερο που η διχοτόμηση ορθά θεωρείται, σε Κύπρο, Ελλάδα και στη διεθνή κοινότητα, διπλωματική επισφράγιση της εισβολής της Τουρκίας το 1974. Οι ενδείξεις τώρα συνηγορούν στο ότι τρέχει μια παράλληλη διαδικασία με τις διερευνητικές συνομιλίες Ελλάδας – Τουρκίας, οριστικής επίλυσης και του κυπριακού προβλήματος, με τις δικές του ιδιαιτερότητες, που αφορούν τη συμβίωση των δύο κοινοτήτων και τη δημιουργία ενός κράτους συνέχειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η φράση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ κ. Γκουτέρες ότι «το στάτους κβο στην Κύπρο δεν είναι πλέον βιώσιμο» είναι χαρακτηριστική. Υποσχέθηκε δε ότι «αμέσως μετά τις εκλογές στον Βορρά θα συγκαλέσω ξανά τους πέντε βασικούς εταίρους – τις (τρεις) εγγυήτριες δυνάμεις και τις δύο κοινότητες». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος της ΕΕ κ. Μισέλ σε δηλώσεις του κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο. «Η Ε.Ε. πρέπει να συμμετάσχει περισσότερο στην ειρηνευτική διαδικασία στην Κύπρο, με επικεφαλής τα Ηνωμένα Έθνη». Άλλωστε, δεν μπορεί να υπάρξει μια διαρκής και σταθερή βελτίωση της κατάστασης χωρίς την λύση του Κυπριακού. Συνεπώς, αμέσως μετά τις εκλογές στην τουρκοκυπριακή πλευρά τον Οκτώβριο, η μόνη λύση είναι η οριστική επίλυση με πολιτική ισοτιμία, στο πλαίσιο μία ομοσπονδίας, που θα καρπώνεται τα πιθανά οφέλη από τα ενεργειακά αποθέματα, τα οποία, εξάλλου, φαίνεται να είναι περιορισμένα.
29
09

Αλέξης Χαρίτσης: Ο κόσμος αλλάζει – Χρειαζόμαστε σχέδιο για το μέλλον, όχι επιστροφή στην εποχή των νεοφιλελεύθερων δοξασιών

Η ανάπτυξη των τελευταίων ετών -ας θυμηθούμε τους θετικούς ρυθμούς επί 12 συνεχόμενα τρίμηνα επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στην εκτόξευση των εξαγωγών. Προφανώς σήμερα η εξαγωγική δραστηριότητα έχει παγώσει. Δεν μπορούμε όμως να μείνουμε σε αυτό. Πρέπει να σχεδιάσουμε νέες μορφές εξωστρέφειας που να ενσωματώνουν τις νέες δυνατότητες και τις μεγάλες μεταβολές που μας περιβάλλουν. Στις συνθήκες για παράδειγμα της έντονης περιφερειοποίησης της γειτονιάς μας, των Βαλκανίων και της ΝΑ Μεσογείου, οι ελληνικές επιχειρήσεις, μπορούν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται σχέδιο. Σχέδιο για την κοινωνικά χρήσιμη απορρόφηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάπτυξης, σχέδιο που θα αξιοποιεί την εμπειρία από τα περιφερειακά αναπτυξιακά συνέδρια και την Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική που είχε εκπονήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το 2018, σχέδιο που θα έχει κανόνες για όλους, θα διασφαλίζει τα δικαιώματα των εργαζομένων, θα επιβραβεύει την κοινωνική προσφορά, την οικολογική συνείδηση, την  πραγματική καινοτομία. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στις μέρες του παλιού πολιτικού συστήματος με την κρατικοδίαιτη και αδιαφανή στήριξη επιχειρηματικών συμφερόντων που αναπαρήγαγαν ένα μοντέλο που μας οδήγησε στη χρεοκοπία. Ο κόσμος αλλάζει. Αλλάζει μέσα από μια πρωτοφανή δοκιμασία που όμως μας θυμίζει τα πρωταρχικά: ότι η εργασία των ανθρώπων είναι το πολυτιμότερο κεφάλαιο, οι δημόσιες υποδομές η πιο πολύτιμη περιουσία μας, η υπεράσπιση της ανθρώπινης ζωής η υπέρτατη μάχη στην οποία πρέπει να αφιερώσουμε όλες μας τις δυνάμεις. Η ανάπτυξη δεν είναι πια ένας αφηρημένος δείκτης. Είναι η προϋπόθεση της κοινωνικής ανασύνταξης, το πεδίο στο οποίο θα χτιστεί το κοινωνικό συμβόλαιο της νέας εποχής.
29
09

Ροσάνα Ροσάντα: Το εργατικό 1969 στην Ιταλία

Σε όλη την Ευρώπη, θα θυμόμαστε για καιρό το 1968. Το 2018 γιορτάσαμε την πεντηκοστή επέτειό του και θα συνεχίσουμε να το θυμόμαστε και στο μέλλον – κυρίως, όμως, ως επέτειο του φοιτητικού κινήματος. Όμως, το ’68 προκάλεσε και μια εργατική εξέγερση η οποία στην Ιταλία ήταν ιδιάζουσα από πολλές απόψεις. Εκεί το αγωνιστικό κίνημα υποστηρίχτηκε μέχρι τέλους από τα εργατικά συνδικάτα –όχι χωρίς να συζητούν το περιεχόμενο και τις μεθόδους του– με αποτέλεσμα να υπάρξουν πολλές κατακτήσεις διάφορων επαγγελματικών κατηγοριών που εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα, καθώς να ψηφιστούν κάποιοι σημαντικοί νέοι νόμοι (Εργατικός Κώδικας, Εθνικό Σύστημα Υγείας, συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, κ.ά.). Εκείνη τη χρονιά αναπτύχθηκαν (και σε ορισμένες περιπτώσεις ιδρύθηκαν νέες) εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, που αποκαλούνταν «νέα Αριστερά» και ασκούσαν επιρροή όχι μόνο στους φοιτητές, αλλά και σε νεαρούς χειρώνακτες εργοστασιακούς εργάτες (ένα νέο τύπο «μαζικών εργατών», ιδιαίτερα πολιτικοποιημένων και πολύ μαχητικών, οι οποίοι ήταν συνήθως νέοι μετανάστες από τον ιταλικό Νότο). Αυτή η εξέλιξη οδήγησε αμέσως τους συγκεκριμένους εργάτες σε σύγκρουση με εκείνα τα συνδικαλιστικά στελέχη που είχαν διαμορφώσει τις απόψεις τους στη διάρκεια των πρώτων και έντονων συγκρούσεων της προηγούμενης δεκαετίας. Ειδικά η ομάδα της Lotta Continua (Συνεχής Πάλη), η πιο αυθορμητιστική ομάδα της νέας Αριστεράς στην οποία συμμετείχαν και πολλοί καθολικοί, κατηγορούσε τα εργατικά συνδικάτα ότι έβαζαν φρένο στο κίνημα. Στην πραγματικότητα, η ορμή από τα κάτω ήταν αδιαμφισβήτητη και συνέβαλε στη ριζοσπαστικοποίηση των συνδικάτων και των παλιών συνδικαλιστών, η αγωνιστική εμπειρία των οποίων θα αποδεικνυόταν ιδιαίτερα πολύτιμη τα επόμενα χρόνια.
29
09

Γιώργος Κυρίτσης: Ο Μωυσής ψάχνει αποδιοπομπαίους

Το πρωθυπουργικό γραφείο διέρρευσε αρμοδίως τη δυσαρέσκεια του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τον υπουργό Μεταφορών Κώστα Καραμανλή για την κατάσταση η οποία επικρατεί στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Οι πάντες είχαν αντιληφθεί το χάλι το οποίο επικρατεί σε λεωφορεία και μετρό, ιδίως την αδυναμία ή απροθυμία του υπουργείου να χειριστεί την πανδημία με περισσότερα λεωφορεία και συρμούς. Αλλά και στις μαζικές μεταφορές η κυβέρνηση, όπως και στα σχολεία, δεν ήθελε να αραιώσει επιβάτες και μαθητές παρότι είχε τη δυνατότητα και το χρόνο. Με αυτή την έννοια η άθλια πολιτική του υπουργείου Μεταφορών δεν ήταν παρά η εξειδίκευση της άθλιας κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα των μεταφορών. Δηλαδή με την κ. Κεραμέως είναι ικανοποιημένος ο πρωθυπουργός; Μήπως έπρεπε να έχει μοιράσει και ο κ. Καραμανλής παγουρίνο στους επιβάτες; Διότι τίποτα περισσότερο δεν έκανε η υπουργός Παιδείας. Το να βγαίνει λοιπόν τώρα το επιτελικό κράτος, που υποτίθεται ότι παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο τις επιδόσεις των υπουργείων, και να δηλώνει δυσαρέσκεια εφτά μήνες μετά την έναρξη της πανδημίας και τέσσερις μήνες μετά την άρση του lockdown συνιστά δούλεμα πρωτοφανές και προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη να αποσείσει από πάνω του τις ευθύνες. Ακόμα περισσότερο δουλειά του πρωθυπουργού δεν είναι να εκφράζει συναισθήματα που του προκαλούν οι υπουργοί του, αλλά να φροντίσει, έστω στο και πέντε, μέσα στο δεύτερο κύμα της πανδημίας, για συχνότερα δρομολόγια με λιγότερους επιβάτες.