Ανδρέας Μαράτος: Ο Διόνυσος του Μίκη Θεοδωράκη
Κοινό στοιχείο των περισσότερων τραγουδιών είναι ο ασίκικος ρυθμός, ένας μουσικός δρόμος με διονυσιακή ιδιοσυγκρασία που εμπνεύστηκε ο Μίκης Θεοδωράκης χτίζοντας καταγωγικές γέφυρες με τις μουσικές των παράλιων της Μικράς Ασίας, γενέθλιο τόπο της μητέρας του. Ο Διόνυσος αποτελεί, κατά τον δημιουργό του, ένα μουσικό θρησκευτικό δράμα. Μέσα από τη δίκη, την καταδίκη και την νεκρική πομπή ολοκληρώνεται μια αλληγορία για τον εξεγερμένο άνθρωπο και το τραγικό του «τέλος» στις συμπληγάδες της εποχής που λειτουργεί και ως αυτοβιογραφικός αναστοχασμός. Αναδεικνύεται έτσι στο έργο δυναμικά η σχέση μορφής και περιεχομένου ως μια διαλεκτική ενότητα, ως μια ολότητα ικανή να διαυγάσει τα διαφαινόμενα συγκαιρινά της αδιέξοδα και ταυτόχρονα γεμάτη από πύκνωση ιστορικού χρόνου, από προτροπή αναμνημόνευσης κι από ανάγκη λύτρωσης. Ένας ολόκληρος κόσμος λάμπει ολόφωτος μέσα του λίγο προτού βυθιστεί στη σιωπή. Θα έλεγα λοιπόν πως ο Διόνυσος λειτουργεί σαν μια, κατά Μπένγιαμιν, διαλεκτική εικόνα. Διασώζει από τη λήθη, την παραχάραξη και την αφομοίωση μια εικόνα του παρελθόντος που αστράφτει φευγαλέα στο παρόν.
Ο κύκλος τραγουδιών αναφέρεται σε μια χωροχρονική πομπή μέσα στην πόλη της Αθήνας, που ακολουθεί τη διαδρομή Μακρυγιάννη 1944 και μέσω Συντάγματος- Πανεπιστημίου- Σταδίου τη δεκαετία του ’60 θα επιστρέψει ξανά στου Μακρυγιάννη και τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και θα οδηγηθεί στην Πνύκα του 1984 όπου ο Διόνυσος, μετά από στημένη δίκη με κριτές τους τυράννους του, θα τιμωρηθεί παραδειγματικά υπό το άγρυπνο βλέμμα της Ακρόπολης η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, όχι μόνο σφραγίζει την ταυτότητα της πόλης αλλά χρεώνεται και τις μεταμορφώσεις που της επιβάλλουν οι κυρίαρχες ιδεολογίες και οι ευμετάβλητες συλλογικές νοοτροπίες.
Θα επισημάνει στο σημείωμά του ο Χατζιδάκις, παρουσιάζοντας το έργο:
«Ο Διόνυσος, όπως είναι γνωστό, έλαβε μέρος στη μάχη του Μακρυγιάννη, το Δεκέμβρη του 1944. Στις 10 του Δεκέμβρη ο αγγλικός στρατός κατέλαβε την Ακρόπολη. Παρά την υπόσχεσή τους ότι θα σεβαστούν το ιερό μνημείο, από κει πισώπλατα ήρθε το θανάσιμο πλήγμα. Ο Διόνυσος κηδεύτηκε την ίδια μέρα […] μαζί με δεκάδες άλλα αγόρια και κορίτσια που είχαν προσφέρει κι αυτά τα νιάτα τους στην Άνοιξη. Η φανταστική πομπή ξεκίνησε από τη γωνία Τζιραίων και Συγγρού και στη συνέχεια ακολούθησε προς τ’ αριστερά τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Ήταν φυσικό η ζωή της Ελλάδας να κινηθεί από τότε με άξονα την πομπή του Διονύσου. Οι Έλληνες φώναζαν: ο Διόνυσος ζει- ο Λαμπράκης ζει- ο Πέτρουλας ζει- ο Παναγούλης ζει- και ούτω καθεξής. Γιατί φυσικά ο Διόνυσος, παρότι νεκρός, διατηρούσε, ως ημίθεος, ολοζώντανη την παρουσία του […]».









