Macro

Για μία εναλλακτική πρόταση διορισμού εκπαιδευτικών

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90 η εισαγωγή σε μεγάλο αριθμό σχολών των ΑΕΙ ή των ΤΕΙ, που είχαν σχέση με την εκπαίδευση, σήμαινε αυτόματα και την επαγγελματική διασφάλιση της συντριπτικής πλειοψηφίας των πτυχιούχων τους. Η εγγραφή στην εκπαιδευτική επετηρίδα οδηγούσε αργά ή γρήγορα στην πρόσληψη τους στη δημόσια εκπαίδευση. Το μέλλον τους ήταν προδιαγεγραμμένο και βέβαιο.

Η  κατάργηση της επετηρίδας και η αντικατάστασή της από τον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ ανέτρεψε τα μέχρι εκείνης της στιγμής δεδομένα των πτυχιούχων των λεγόμενων διδασκαλικών και καθηγητικών σχολών και πρόσθεσε ένα επί πλέον εμπόδιο στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Η αιτίαση που προβλήθηκε από την πολιτική ηγεσία της εποχής, με υπουργό τον Γεράσιμο Αρσένη, για την κατάργηση της επετηρίδας σχετιζόταν, κυρίως, με την απόκτηση της δυνατότητας επιλογής  από την πολιτεία των καλύτερων πτυχιούχων για τις θέσεις των διδασκόντων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η άποψη αυτή ενισχυόταν από το γεγονός, ότι αυτή η επετηρίδα κάλυπτε τις ανάγκες σε διδακτικό προσωπικό για τουλάχιστον δύο δεκαετίες.

Παρά τις σφοδρές αντιδράσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας και τις εναλλακτικές προτάσεις που κατατέθηκαν αρχικά για την εκκαθάρισή της και στη συνέχεια για την αναζήτηση αμοιβαία αποδεκτού τρόπου αντιμετώπισης του προβλήματος, η επετηρίδα καταργήθηκε και ο διαγωνισμός του ΑΣΕΠ ανέλαβε τον ρόλο του. Δηλαδή την επιλογή του εκπαιδευτικού προσωπικού των Δημοτικών, των Γυμνασίων και των Λυκείων της επικράτειας.

ΑΣΕΠ εκπαιδευτικών: ένας άδικος και αναποτελεσματικός διαγωνισμός

Κάθε φορά που πραγματοποιείται διαγωνισμός του ΑΣΕΠ δεκάδες χιλιάδες εκπαιδευτικοί, διεκδικούν, με ασήμαντες πιθανότητες, λόγω της τραγικής αναλογίας υποψηφίων ανά προσφερόμενη θέση εργασίας, απασχόληση στη δημόσια εκπαίδευση. Και τα ερωτήματα προβάλλουν σκληρά προς το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Όσοι δεν διορίζονται, μετά από αυτές τις τρίωρες εξετάσεις, είναι άραγε «ανίκανοι εκπαιδευτικοί»; Οι επιστήμονες που ξεπέρασαν ως υποψήφιοι φοιτητές τη σκόπελο των Πανελληνίων εξετάσεων, που μετά από  τετραετείς σπουδές κρίθηκαν από πανεπιστημιακούς δασκάλους άξιοι των πτυχίων τους στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας, που απέκτησαν μεταπτυχιακούς τίτλους και διδακτική εμπειρία στη δημόσια και στην ιδιωτική εκπαίδευση, θα πρέπει να αποδείξουν πάλι και σε ποιους τις επιστημονικές τους ικανότητες;

Πέραν τούτων, η ουσία αυτού του διαγωνισμού έχει δεχθεί σοβαρή κριτική για τα κριτήρια και τη μεθοδολογία του. Οι διαγωνισμοί που διενεργήθηκαν ως σήμερα παρέχουν επαρκές υλικό για την τεκμηρίωση αυτής της κριτικής, τα βασικά σημεία της οποίας αναφέρονται στη συνέχεια:

Ο διαγωνισμός του ΑΣΕΠ ακολουθεί το διεθνώς διαδεδομένο σύστημα της «τυφλής» γραπτής εξέτασης, κατά την οποία το όνομα των υποψηφίων καλύπτεται, για να διασφαλίζεται έτσι η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία.  Θα μπορούσε ωστόσο να αναρωτηθεί κανείς πόσο αντικειμενική και αξιόπιστη μπορεί να είναι μια ολιγόωρη γραπτή εξέταση που βασίζεται στην διαπραγμάτευση ερωτήσεων που προέρχονται από ελάχιστο μέρος μιας υπέρογκης εξεταστέας ύλης.  Ο παράγοντας της «σύμπτωσης» σε τέτοιες συνθήκες αποβαίνει καθοριστικός. Συγκρίνοντας, για παράδειγμα, την επίδοση υποψηφίου στο διαγωνισμό ΑΣΕΠ με το βαθμό του πτυχίου ή των μεταπτυχιακών σπουδών, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο ωχριά η αξιοπιστία το πρώτου κριτηρίου σε σχέση με το δεύτερο.

Συγκεκριμένα, η καθιέρωση ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής στις επιστήμες της αγωγής, με το πρόσχημα της «αντικειμενικής» και «αδιάβλητης» κρίσης καθώς και της «εύκολης», τυποποιημένης αξιολόγησης, μείωσε ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία του διαγωνισμού. Η αναγκαστική επιλογή από τον υποψήφιο μιας και μόνης απάντησης ως ορθής, πέραν της καταρράκωσης κάθε επιστημονικής τεκμηρίωσης, οδηγεί στο επικίνδυνο μονοπάτι της καθιέρωσης μιας «επίσημης κρατικής παιδαγωγικής», που προσομοιάζει σε ολοκληρωτικά καθεστώτα καταδικασμένα από την ιστορία και τους λαούς.

Ταυτόχρονα αποσιωπάται το γεγονός ότι αυτός ο διαγωνισμός είναι αποκλειστικά γραπτός, ενώ η διδακτική πράξη είναι μια πολυδιάστατη διαδικασία, που απαιτεί ποικίλες γνώσεις,  δεξιότητες και στάσεις, και επηρεάζεται από το σύνολο των χαρακτηριστικών της ανθρώπινης προσωπικότητας και όχι μόνο από την απόδοση του υποψηφίου εκπαιδευτικού σε εξετάσεις γραπτού λόγου.

Δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας και το γεγονός ότι υποψήφιοι πολλών ειδικοτήτων καλούνται να εξεταστούν σε άγνωστα για αυτούς διδακτικά αντικείμενα. Για παράδειγμα, ένας βιολόγος να εξεταστεί στην γεωλογία, ένας φυσικός στη βιολογία, ενώ ένας πτυχιούχος του ΦΠΨ στα Αρχαία Ελληνικά. Το πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός της εξέτασης των πτυχιούχων των θετικών κυρίως επιστημών, με τον τρόπο που αναφέρθηκε, στις επιστήμες της αγωγής και στα αντικείμενα της γενικής και ειδικής διδακτικής, όταν αυτές απουσιάζουν παντελώς από τα προγράμματα σπουδών των αντίστοιχων σχολών.

Μια εναλλακτική πρόταση επιλογής εκπαιδευτικών

Στο ερώτημα, αν τελικά θα μπορούσε να διαμορφωθεί μια άλλη πρόταση επιλογής εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που θα διασφάλιζε την επιστημονική αξιοπρέπεια των υποψηφίων, αλλά και την αξιοκρατία αυτών των διαδικασιών, ο γράφων θα τολμήσει να απαντήσει καταφατικά.

Η πρόταση αυτή θα μπορούσε να προωθηθεί με τα παρακάτω μέτρα:
α. Τα πανεπιστημιακά ιδρύματα ιδρύουν μεταπτυχιακά ινστιτούτα παιδαγωγικής κατάρτισης των πτυχιούχων τους ετήσιας διάρκειας.
β.  Το πρόγραμμα σπουδών αυτών των ινστιτούτων καθορίζεται από τα αντίστοιχα τμήματα, τα οποία συνυπολογίζοντας τις προπτυχιακές σπουδές του μελλοντικού εκπαιδευτικού φροντίζουν να του παράσχουν επιστημονικές γνώσεις και δεξιότητες στα πεδία:
i) Σχολικής ψυχολογίας
ii) Γενικής διδακτικής
iii) Ειδικής διδακτικής
iv) Διαπολιτισμικής εκπαίδευσης
v) Οργάνωσης σχολικών μονάδων
vi) Εκπαίδευσης ενηλίκων
γ.  Η επιτυχής ολοκλήρωση της ετήσιας αυτής φοίτησης στα εν λόγω ινστιτούτα καταλήγει στη χορήγηση πιστοποιητικού μεταπτυχιακής παιδαγωγικής επιμόρφωσης.
δ.  Όταν το Υπουργείο Παιδείας προκηρύσσει διαδικασία πλήρωσης θέσεων εκπαιδευτικών, οι υποψήφιοι καταθέτουν τα δικαιολογητικά τους. Τα τελικά μόρια τους υπολογίζονται με αδιάβλητο και διαφανή τρόπο.
ε.  Εκτός από το πτυχίο και  το πιστοποιητικό μεταπτυχιακής παιδαγωγικής επιμόρφωσης θα συνυπολογίζονται στην διαδικασία επιλογής των εκπαιδευτικών οι μεταπτυχιακές τους σπουδές καθώς και η συνολική διδακτική τους εμπειρία.
Τέλος, οι μεταπτυχιακές σπουδές και η διδακτική εμπειρία  μπορούν, προς το παρόν και μέχρις ότου τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα ιδρύσουν τα ινστιτούτα παιδαγωγικής κατάρτισης, να αποτελέσουν τα βασικά κριτήρια διορισμού των εκπαιδευτικών για τα δύο επόμενα χρόνια.

Συμπέρασμα

Η κατάργηση της επετηρίδας και η επιλογή των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω γραπτών διαγωνισμών του ΑΣΕΠ δεν έλυσε το πρόβλημα της επιλογής των καλύτερων εκπαιδευτικών. Η λειτουργία του θεσμού δεν αποδεικνύει την αξιοπιστία και τη χρησιμότητα του. Η αντιεπιστημονικότητα αυτής της εξέτασης και  ο διασυρμός των υποψηφίων εκπαιδευτικών πρέπει να σταματήσουν. Ένα σύστημα επιλογής των αυριανών εκπαιδευτικών, που θα λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των προσόντων τους, των εκπαιδευτικών τους εμπειριών και δια του οποίου θα τους εξοπλίζει με τις αναγκαίες παιδαγωγικές γνώσεις, είναι επιτακτική εκπαιδευτική και κοινωνική  αναγκαιότητα.

Ο Γιώργος Κ. Μπουγελέκας είναι εκπαιδευτικός και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: Στο Κόκκινο