Μαρίτα Βυργιώτη

03
01

Εκτός τόπου και χρόνου: Η πανδημία του κορονοϊού ως ψυχική και κοινωνική πραγματικότητα

Εάν υποθέσουμε πως στην πρώτη φάση της πανδημίας η ελληνική διαχείριση χαρακτηρίζεται από μια νευρωτική, αγχώδη ανταπόκριση, είναι κάπως ανησυχητικό πως στη δεύτερη φάση, η διαχείριση της πανδημίας προσομοιάζει περισσότερο με άρνηση της πραγματικότητας. Η προκήρυξη εθνικού λοκντάουν στις 16 Μαρτίου, ενώ στη χώρα υπήρχαν τότε μόνο μερικές δεκάδες κρούσματα, μαρτυρά πως η πανδημία αναγνωρίστηκε ως μια κατάσταση επείγοντος. Αν και η εθνική απάντηση ήταν κάπως ασύμμετρη με τη σοβαρότητα της κατάστασης, απέδειξε πως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος προστασίας ενός ανεμβολίαστου πληθυσμού απέναντι σε έναν νέο ιό είναι ο περιορισμός μετακινήσεων και των κοινωνικών επαφών. (...) Στο δεύτερο κύμα της πανδημίας, η διαχείριση είχε τον ακριβώς αντίθετο χαρακτήρα: σύσταση ψυχραιμίας ως άρνηση της σοβαρότητας της κατάστασης. Ας θυμηθούμε την απόρριψη των αιτημάτων των εκπαιδευτικών για λιγότερα παιδιά ανά τάξη που αντικαταστάθηκε από την πλασματική μέριμνα για την πρόληψη μετάδοσης του ιού στα σχολεία μέσα από διανομή μασκών και παγουρίνο. Ας θυμηθούμε επίσης πως, ενώ ήταν γνωστό από άλλες ευρωπαϊκές χώρες πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος της πανδημίας συνίσταται στην επιβάρυνση των συστημάτων υγείας, ΜΕΘ εγκαινιάζονταν και εγκαινιάζονται αποκλειστικά λόγω δωρεών του ιδιωτικού τομέα. Αντί μιας προγραμματισμένης, μεθοδευμένης ενίσχυσης του τομέα της υγείας είδαμε τη βεβιασμένη προκήρυξη θέσεων ιατρικού προσωπικού όταν πια το δεύτερο λοκντάουν ήταν προ των πυλών.(...) Στις 2 Δεκεμβρίου ο Υπουργός Υγείας Βασίλης Κικίλιας δήλωνε πως στα 1.018 εμβολιαστικά κέντρα θα εμβολιάζονται περίπου 2 εκατομμύρια άτομα κάθε μήνα (δείτε εδώ) – αριθμός που επιτρέπει υποσχέσεις για επιστροφή στην κανονικότητα μέχρι τον Μάιο. Δεδομένου, μάλιστα, πως σε κάποια κέντρα θα γίνονται έως και εννέα παράλληλοι εμβολιασμοί αυτό σημαίνει προσλήψεις και εκπαίδευση άνω των 2.000 υπαλλήλων. Και όλα αυτά θα ξεκινήσουν, όπως πολλά κυβερνητικά στελέχη έχουν διαβεβαιώσει, αμέσως με την έγκριση του εμβολίου από την ΕΕ. Η Ελλάδα δηλώνει έτοιμη και αισιόδοξη ότι μπορεί να εκπονήσει ένα κάπως φιλόδοξο πλάνο, την ίδια στιγμή που η Μεγάλη Βρετανία (με εθνικό σύστημα υγείας που θα αναλάβει τον εμβολιασμό) θα εμβολιάζει περίπου 800.000 άτομα το μήνα. Αν και ο σχεδιασμός του εμβολιασμού εγκωμιάστηκε από τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης (υπονοώντας πόσο τυχεροί είμαστε πλέον ως χώρα που μπορούμε να επιτέλους να υπερηφανευτούμε ένα μεθοδευμένο εθνικό σχέδιο εμβολιασμού), όταν υπόκειται σε διερεύνηση η ευθραυστότητα των υποσχέσεων έρχεται στην επιφάνεια. Αναρωτιέται δηλαδή κανείς κατά πόσον αυτές οι υποσχέσεις για άμεσο εμβολιασμό έχουν σχεδιαστεί λεπτομερώς έτσι ώστε να λειτουργήσουν, ή έχουν σχεδιαστεί ώστε να κλέψουν τις εντυπώσεις και στην πράξη να υπολειτουργήσουν -κάτι που είδαμε να συμβαίνει πρόσφατα με τον Μεγάλο Περίπατο, για παράδειγμα. Εάν ισχύει το πρώτο, γιατί απουσιάζουν περισσότερες λεπτομέρειες από τον σχεδιασμό; Εάν ισχύει το δεύτερο, τι όφελος υπάρχει στο θεαθήναι; Μήπως η συντήρηση της ψευδαίσθησης ότι η κατάσταση είναι «υπό έλεγχο»; Και μήπως παρουσιάζοντας ένα εντατικοποιημένο (αλλά ανέφικτο) πλάνο εμβολιασμού θα υπάρξουν εύσημα στην κυβέρνηση για την ταχύτητα, ενώ η δυσλειτουργικότητα θα χρεωθεί στον αέναο εχθρό αυτής της χώρας: τους δημόσιους φορείς που είναι «τεμπέληδες» και αργοπορούν. Μια άλλη έκφραση εθνικού διχασμού, δηλαδή, λες και η κυβέρνηση δεν εκπροσωπεί το δημόσιο.