Macro

Εκτός τόπου και χρόνου: Η πανδημία του κορονοϊού ως ψυχική και κοινωνική πραγματικότητα

Ανάλυση της Μαρίτας Βυργιώτη, Αναπληρώτριας Λέκτορα Ψυχοκοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου και Εκπαιδευόμενης Ψυχοθεραπεύτριας στην Κλινική Τάβιστοκ του Λονδίνου – Το κείμενο περιλαμβάνεται στην έκδοση «Ας μιλήσουμε για τα ΜΜΕ #3» που δημοσιεύει η ομάδα Media Jokers σε συνεργασία με το ΕΝΑ

Εάν υποθέσουμε πως στην πρώτη φάση της πανδημίας η ελληνική διαχείριση χαρακτηρίζεται από μια νευρωτική, αγχώδη ανταπόκριση, είναι κάπως ανησυχητικό πως στη δεύτερη φάση, η διαχείριση της πανδημίας προσομοιάζει περισσότερο με άρνηση της πραγματικότητας. Η προκήρυξη εθνικού λοκντάουν στις 16 Μαρτίου, ενώ στη χώρα υπήρχαν τότε μόνο μερικές δεκάδες κρούσματα, μαρτυρά πως η πανδημία αναγνωρίστηκε ως μια κατάσταση επείγοντος. Αν και η εθνική απάντηση ήταν κάπως ασύμμετρη με τη σοβαρότητα της κατάστασης, απέδειξε πως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος προστασίας ενός ανεμβολίαστου πληθυσμού απέναντι σε έναν νέο ιό είναι ο περιορισμός μετακινήσεων και των κοινωνικών επαφών. Το λοκντάουν, ωστόσο, δεν μπορεί να είναι βιώσιμη λύση -ιδίως σε σχέση με μια πανδημία που θα είναι μαζί μας για αρκετό διάστημα ακόμα- καθώς πρέπει να αναλογιστεί κανείς τις ισορροπίες μεταξύ προστασίας του πληθυσμού από μόλυνση και θάνατο και της προστασίας των δημοκρατικών ελευθεριών, του δικαιώματος της κοινωνικοποίησης και των οικονομικών  επιπτώσεων. Παρ’ όλα αυτά, αν και κατά την πρώτη φάση της πανδημίας φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ παρουσίασαν, λανθασμένα, τη διαχείρισή της ως κατάφωρη απόδειξη των «υπεράνθρωπων» ικανοτήτων του «αυτόφωτου» πρωθυπουργού «μας», η έλλειψη μιας κριτικής σκοπιάς (και εκ μέρους των κομμάτων της αντιπολίτευσης) πάνω στο κατά πόσον η διαχείριση της πανδημίας ήταν υπερβολική, επιτυχημένη, βιαστική, προσεκτικά σχεδιασμένη ή τυχαία, άφησε να πλανάται στον αέρα το ερώτημα «βρε μπας και ήταν κάπως υπερβολικό που κλειστήκαμε στα σπίτια μας για δύο μήνες, με 50 κρούσματα σε όλη την επικράτεια;».

Φυσικά, και η μοίρα των κατάλοιπων είναι πως έρχονται να σε στοιχειώσουν, κι έτσι, στο δεύτερο κύμα της πανδημίας, η διαχείριση είχε τον ακριβώς αντίθετο χαρακτήρα: σύσταση ψυχραιμίας ως άρνηση της σοβαρότητας της κατάστασης. Ας θυμηθούμε την απόρριψη των αιτημάτων των εκπαιδευτικών για λιγότερα παιδιά ανά τάξη που αντικαταστάθηκε από την πλασματική μέριμνα για την πρόληψη μετάδοσης του ιού στα σχολεία μέσα από διανομή μασκών και παγουρίνο. Ας θυμηθούμε επίσης πως, ενώ ήταν γνωστό από άλλες ευρωπαϊκές χώρες πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος της πανδημίας συνίσταται στην επιβάρυνση των συστημάτων υγείας, ΜΕΘ εγκαινιάζονταν και εγκαινιάζονται αποκλειστικά λόγω δωρεών του ιδιωτικού τομέα. Αντί μιας προγραμματισμένης, μεθοδευμένης ενίσχυσης του τομέα της υγείας είδαμε τη βεβιασμένη προκήρυξη θέσεων ιατρικού προσωπικού όταν πια το δεύτερο λοκντάουν ήταν προ των πυλών. Ας θυμηθούμε τέλος, τη σιγουριά του Κυριάκου Μητσοτάκη στο διάγγελμά της 5ης Νοέμβρη: «Κρίνω ότι τα μέτρα αυτά πρέπει να εφαρμοστούν και είμαι σίγουρος ότι, αν εφαρμοστούν, θα πνίξουμε το δεύτερο κύμα και θα επιτρέψουμε έναν πιο κανονικό Δεκέμβριο, που θα μοιάζει με γιορτές περασμένων ετών» (δείτε εδώ).

Από πού, αναρωτιέται κανείς, αντλούσε ο πρωθυπουργός τη βεβαιότητα ότι θα  το πνίγαμε το δεύτερο κύμα; Μιλώντας στο «φιλότιμο» των Ελλήνων για να πολεμήσουν τον «εχθρό σαν ήρωες»; Είτε η σιγουριά είναι ένα ψέμα -από αυτά που λέει κανείς σε μια στιγμή, ξέρετε, ανεμελιάς– είτε αδυναμία παραδοχής ότι η κυβέρνηση δεν έχει ιδέα[1] πώς να ανταπεξέλθει σε αυτήν την πρωτόγνωρη κατάσταση. Φυσικά, μια τέτοια παραδοχή θα έκανε την πολιτική μυθολογία του «Μωυσή» να καταρρεύσει. Υπάρχει όμως και μια τρίτη ερμηνεία που πιστεύω μας οδηγεί στη ψυχική διάσταση της πανδημίας. Η σιγουριά του πρωθυπουργού οφείλεται σε «ευσεβή πόθο». Δηλαδή, σε μια ανορθολογική εικασία που στηρίζεται στη μαγική σκέψη, στην απόσυρση από την πραγματικότητα και στο ψυχικό καταφύγιο της πλάνης.

Νομίζω η καλύτερη απόδειξη πως η κυβέρνηση είναι σε άρνηση πραγματικότητας βρίσκεται στη δημόσια συζήτηση των εμβολιασμών και στους πόρους που διαθέτει η χώρα για να ανταπεξέλθει. Δεν είναι άλλωστε να απορεί κανείς γιατί η κυβέρνηση βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου όταν κεντρώα (σχετικά σοβαρή) εφημερίδα αντί να την κρατά υπόλογη ή τέλος πάντων να την υποβάλλει σε κάποιον έλεγχο, στις 25 Νοέμβρη, κυκλοφορεί πρωτοσέλιδο με τίτλο: «Εμβόλια–το πρώτο τεστ: Τα Συγκρίναμε», λες και μιλάμε για καινούρια αδιάβροχη μάσκαρα. Βέβαια «Τα Νέα» κάθε άλλο παρά εξαίρεση είναι [2]. Αντίθετα, αντικατοπτρίζουν την έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα η οποία χαρακτηρίζει την κυβέρνηση στο δεύτερο κύμα. Σύμφωνα με τις δηλώσεις εκπροσώπων της κυβέρνησης η  Ελλάδα (με 11 εκατ. κατοίκους) αναμένει 25 εκατ. δόσεις εμβολίων (δηλαδή για εμβολιασμό 12,5 εκατομμύριων κατοίκων) (δείτε εδώ). Για σύγκριση, η Μεγάλη Βρετανία παρήγγειλε (για 60 εκατομμύρια κατοίκους) 40 εκατομμύρια δόσεις -να εμβολιαστεί δηλαδή το 1/3 του πληθυσμού πρώτα (δείτε εδώ). Τι κι αν έχει βουίξει ο τόπος ότι με το 60-70% του πληθυσμού εμβολιασμένο υπάρχει ανοσία, η παραγγελία εμβολίων στην Ελλάδα πλασάρεται σε στυλ παραγγελίας σε χασαποταβέρνα «πιάσε δυο πατάτες, όχι πιάσε τρεις μωρέ μην πεινάσουμε».

Επιπλέον, στις 2 Δεκεμβρίου ο Υπουργός Υγείας Βασίλης Κικίλιας δήλωνε πως στα 1.018 εμβολιαστικά κέντρα θα εμβολιάζονται περίπου 2 εκατομμύρια άτομα κάθε μήνα (δείτε εδώ) – αριθμός που επιτρέπει υποσχέσεις για επιστροφή στην κανονικότητα μέχρι τον Μάιο. Δεδομένου, μάλιστα, πως σε κάποια κέντρα θα γίνονται έως και εννέα παράλληλοι εμβολιασμοί αυτό σημαίνει προσλήψεις και εκπαίδευση άνω των 2.000 υπαλλήλων[3]. Και όλα αυτά θα ξεκινήσουν, όπως πολλά κυβερνητικά στελέχη έχουν διαβεβαιώσει, αμέσως με την έγκριση του εμβολίου από την ΕΕ[4]. Η Ελλάδα δηλώνει έτοιμη και αισιόδοξη ότι μπορεί να εκπονήσει ένα κάπως φιλόδοξο πλάνο, την ίδια στιγμή που η Μεγάλη Βρετανία (με εθνικό σύστημα υγείας που θα αναλάβει τον εμβολιασμό) θα εμβολιάζει περίπου 800.000 άτομα το μήνα. Αν και ο σχεδιασμός του εμβολιασμού εγκωμιάστηκε από τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης (υπονοώντας πόσο τυχεροί είμαστε πλέον ως χώρα που μπορούμε να επιτέλους να υπερηφανευτούμε ένα μεθοδευμένο εθνικό σχέδιο εμβολιασμού), όταν υπόκειται σε διερεύνηση η ευθραυστότητα των υποσχέσεων έρχεται στην επιφάνεια. Αναρωτιέται δηλαδή κανείς κατά πόσον αυτές οι υποσχέσεις για άμεσο εμβολιασμό έχουν σχεδιαστεί λεπτομερώς έτσι ώστε να λειτουργήσουν, ή έχουν σχεδιαστεί ώστε να κλέψουν τις εντυπώσεις και στην πράξη να υπολειτουργήσουν -κάτι που είδαμε να συμβαίνει πρόσφατα με τον Μεγάλο Περίπατο, για παράδειγμα. Εάν ισχύει το πρώτο, γιατί απουσιάζουν περισσότερες λεπτομέρειες από τον σχεδιασμό; Εάν ισχύει το δεύτερο, τι όφελος υπάρχει στο θεαθήναι; Μήπως η συντήρηση της ψευδαίσθησης ότι η κατάσταση είναι «υπό έλεγχο»; Και μήπως παρουσιάζοντας ένα εντατικοποιημένο (αλλά ανέφικτο) πλάνο εμβολιασμού θα υπάρξουν εύσημα στην κυβέρνηση για την ταχύτητα, ενώ η δυσλειτουργικότητα θα χρεωθεί στον αέναο εχθρό αυτής της χώρας: τους δημόσιους φορείς που είναι «τεμπέληδες» και αργοπορούν. Μια άλλη έκφραση εθνικού διχασμού, δηλαδή, λες και η κυβέρνηση δεν εκπροσωπεί το δημόσιο.

Δεν χρειάζεται πολύπλοκη σκέψη για να καταλάβει κανείς πως η κυβέρνηση έχει βρεθεί εύλογα σε ένα αδιέξοδο που εκείνη δημιούργησε. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο κάποιοι νιώθουν ανακούφιση στη σκέψη ενός πρωθυπουργού-σωτήρα που με τις ατομικές του παρεμβάσεις διορθώνει όλα τα κακώς κείμενα και του κόμματός του και της χώρας. Πώς να ομολογήσει λοιπόν ο «Μωυσής» στον λαό του -που έχει ανάγκη να πιστέψει στην παντοδυναμία του- ότι δυστυχώς η κατάσταση είναι πολύ πιο σοβαρή; Ότι μέτρα δεν ελήφθησαν εγκαίρως, ότι υγειονομική οχύρωση δεν έγινε και ότι ούτε η μισή χώρα δεν θα έχει εμβολιαστεί σε πέντε μήνες; Πώς να ομολογήσει ο «Μωυσής» ότι κάλπικες υποσχέσεις γίνονται γιατί η κυβέρνηση βρίσκεται σε άρνηση για το ότι βιώνουμε ένα συλλογικό τραύμα. Ένα τραύμα που προέρχεται από την αβεβαιότητα και τον φόβο αρρώστιας, μακροχρόνιων επιπτώσεων και θανάτου, καθώς και τις καθημερινές απώλειες -την απώλεια της κοινωνικοποίησης, της μαζικής διασκέδασης, της ανθρώπινης επαφής. Παρόλο που ο «Μωυσής» έχει χάσει πια τη σιγουριά του ότι θα το πνίγαμε το δεύτερο κύμα (εξ ου και τα ιδιαίτερα αντιδημοφιλή μέτρα για τις γιορτές) σε κοινωνικό και ψυχικό επίπεδο η ζημιά έχει ήδη γίνει. Αφενός λόγω των επίσης αψυχολόγητων πανηγυρισμών μετά το πρώτο κύμα (λες και «θανάτω θάνατον πατήσας»), αφετέρου γιατί η προσδοκία «φωτός στο τούνελ» από ΜΜΕ και κυβερνητικούς φορείς έχει αρχίσει να καλλιεργείται πριν καλά-καλά το ίδιο το τούνελ γίνει ορατό. Η διαχείριση της πανδημίας, ατομικά, κοινωνικά, εθνικά, είναι και θα είναι μαραθώνιος αγώνας αντοχής και προσαρμογής προσδοκιών -για κάτι που ίσως η ελληνική κοινωνία θα ήταν καλό να αρχίσει να προετοιμάζεται.

 

[1] Σίγουρα στις αρχές Μαρτίου του 2020 καμία κυβέρνηση δεν είχε ιδέα, πολλά μέτρα πάρθηκαν με μεγάλο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και υγειονομικό ρίσκο. Στο δεύτερο κύμα της πανδημίας, αναρωτιέται κανείς γιατί η τεχνοκρατική αυτή κυβέρνηση δεν αξιοποίησε την εμπειρία άλλων χωρών από το πρώτο κύμα.

[2] Δυστυχώς και η αντιπολίτευση φαίνεται να έχει μπλεχτεί σε ένα «folie a deux» ετοιμάζοντας, πρόσφατα εξίσου αψυχολόγητη τροπολογία για την έκτακτη οικονομική ενίσχυση και των ένστολων της ΕΛΑΣ (δείτε εδώ).

[3] Για σύγκριση, η αστυνομία Πανεπιστημίων με υπογραφή Χρυσοχοΐδη φιλοδοξεί να προσλάβει 2.000 αστυνομικούς.

[4] Έως τις 20 Ιανουαρίου αναμένεται να έχουν εμβολιαστεί οι υγειονομικοί και οι υπερήλικες. Τότε θα ξεκινήσουν οι εμβολιασμοί στον γενικό πληθυσμό, ενώ η πλατφόρμα συμμετοχής θα ανοίξει μία εβδομάδα νωρίτερα» (δείτε εδώ).

 

Μαρίτα Βυργιώτη

Πηγή: ΕΝΑ