Νίκος Κουλούρης

10
11

Αντεγκληματική πολιτική με όλο και περισσότερη ποινική καταστολή

Ο αρμόδιος για την εσπευσμένη και εν πολλοίς ατεκμηρίωτη μεταρρύθμιση των ποινικών κωδίκων Υπουργός Δικαιοσύνης δηλώνει ότι «η αυστηροποίηση των ποινών αποτελεί μία "πολύ δύσκολη άσκηση ισορροπίας", ανάμεσα στη φιλοσοφία που υπάρχει στο μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης για σχετικά χαμηλές ποινές και "δεύτερη ευκαιρία” σε όλους τους ανθρώπους που έχουν μια παραβατική συμπεριφορά, και από την άλλη πλευρά "στο δικαίωμα του Έλληνα πολίτη να αισθανθεί ασφαλής και να μη βλέπει κακοποιούς ή παραβάτες να μην τιμωρούνται καν"». Φαίνεται ότι, εκτός από τις θέσεις του μέχρι πρότινος υπουργού Προστασίας του Πολίτη, ο υπουργός Δικαιοσύνης αγνοεί και τις διαπιστώσεις - υποδείξεις του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι «η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό μακροχρόνιων και πολύ μακροχρόνιων ποινών στερητικών της ελευθερίας στην Ευρώπη, ενώ τα ποσοστά εγκληματικότητας είναι χαμηλότερα ή ίσα με την ευρωπαϊκή διάμεσο. Μια πιο μετριοπαθής ποινική πολιτική είναι δυνατή χωρίς να επηρεάζεται η προστασία της κοινωνίας από το έγκλημα». Επίσης, μια κοινωνική πολιτική που θα παρενέβαινε προληπτικά και θα βασιζόταν στον εντοπισμό των πηγών που παράγουν και ενισχύουν την εγκληματικότητα που ο νομοθέτης επιλέγει αποκλειστικά να καταστείλει, μπορεί να εξασφάλιζε μεγαλύτερη προστασία στα (δυνάμει) ευάλωτα θύματα αυτής της εγκληματικότητας από τη μετατόπιση όλο και μεγαλύτερου βάρους της διαχείρισής της στην ποινική καταστολή και στις φυλακές.
06
04

Αστυ(α)νομία

Τα τελευταία χρόνια ειδικές και εξειδικευμένες δυνάμεις αστυνόμευσης εμφανίζονται σε συνθήκες κοινωνικής ανισότητας, ιεραρχίας και συγκέντρωσης εξουσίας στο κράτος. Οι δυνάμεις αυτές αναλαμβάνουν ρόλους (όχι αμερόληπτης προστασίας αλλά) ελέγχου της ταξικά διαιρεμένης, ανταγωνιστικής κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό έχει σημασία είναι να γνωρίζουμε υπέρ τίνος και σε βάρος τίνος αποβαίνει το αστυνομικό έργο, ποιους ευνοεί και ποιους βλάπτει, κατ’ επέκταση δε, ποιοι είναι εκείνοι οι οποίοι αποτελούν μέλη μιας κοινωνίας και ποιοι αποκλείονται από αυτήν[7] σε ένα παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ικανό να εμπορεύεται την ασφάλεια σε εκείνους που το ίδιο «καθιστά» ανασφαλείς.[8] Είναι επίσης σημαντικό να διακρίνουμε,[9] μεταξύ αφενός μιας διαχειριστικής και τεχνοκρατικής προσέγγισης της αστυνομίας που στρέφεται στη μελέτη των οργανωσιακών και επιχειρησιακών αναγκών της και της αποτελεσματικότητάς της αφετέρου μιας κοινωνιολογίας της αστυνομίας που ασχολείται με τον ρόλο της αστυνομίας και την επαφή της με την κοινωνία και τους πολίτες. Η δεύτερη προσέγγιση εκφράζει την αμφισβήτηση της αστυνομίας σε συνθήκες κοινωνικής σύγκρουσης και τον προβληματισμό για τις «σκοτεινές πλευρές» της δράσης της (υπερβάλλων ζήλος, παράνομη βία, αυθαιρεσία, διαφθορά, επιλεκτικότητα, διακριτική μεταχείριση) κατά τρόπο που αποτελεί αφετηρία της συζήτησης για την αστυνόμευση με αντίδοτα τη νομιμότητα, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Κεντρική θέση στη συζήτηση αυτή που αποτελεί μέρος μιας πλούσιας θεματικής (επιστημονική έρευνα για την αστυνομία, εννοιολογικά ζητήματα για την αστυνομία και την αστυνόμευση, αστυνομικές πρακτικές, καινοτομίες στο αστυνομικό έργο, νέες μορφές αστυνόμευσης, διεθνής αστυνομική συνεργασία κ.λπ.), καταλαμβάνουν η διακριτική ευχέρεια της αστυνομίας, η σημασία, οι εκδηλώσεις και ο έλεγχός της. Η επιτιθέμενη αστυνομία που βλέπουμε σε πολλά στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής, η προβολή και, ιδίως, η επίσημη διάψευση ή άρνηση πλήθους καταγγελιών ενώ πολλές από αυτές ανακοινώνεται ότι τελούν υπό διερεύνηση, καθιστούν αναγκαίες τη συνεχή ανάδειξη της αστυνομίας ως μέρος της «ανομίας» που η ίδια διαχειρίζεται κατασταλτικά και την οριοθέτηση της βίας που ασκεί μονοπωλιακά.