Πάνος Κορφιάτης

12
04

Πάνος Κορφιάτης: Σχέδιο Ανάκαμψης-Εμμονή για απορρύθμιση της εργασίας

Το διαρκές ξήλωμα του παραδοσιακού εργατικού δικαίου, που αναγνώριζε την ασυμμετρία ισχύος ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο, επομένως την ανάγκη προστασίας του τελευταίου, είναι η πραγματικότητα μέσα στην οποία ζουν εκατομμύρια εργαζόμενοι. Σε αυτή τη συγκύρια η προσπάθεια να μιλήσουμε πέρα από αυτό το μοντέλο, συναντά δύο βασικά εμπόδια, πάνω στα οποία πρέπει να προβληματιστούμε. Το πρώτο είναι ότι η έκταση και το βάθος των ανατροπών στα εργασιακά καθιστούν αδύνατη την επιστροφή στο παρελθόν. Δεν αρκεί, για παράδειγμα, να ακυρωθούν οι θεσμικές παρεμβάσεις της Νέας Δημοκρατίας στο ζήτημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, για να έχουμε ξανά ένα ικανοποιητικό ποσοστό του εργατικού δυναμικού κάτω από συλλογικές συμβάσεις. Χρειάζεται μια άλλη λογική που να ξεκινά από τον ορισμό του στόχου -την εξασφάλιση αξιοπρεπών συλλογικών όρων δουλειάς- και να προσεγγίζει τις προϋποθέσεις και τα μέσα για να τον πετύχει στο σημερινό τοπίο. Το δεύτερο είναι η διαμόρφωση για πάνω από μια δεκαετία μιας νέα γενιάς εργαζόμενων, με μοναδικό βίωμα ένα τοπίο εργασιακής επισφάλειας με ελάχιστα δικαιώματα. Η «φυσικοποίηση» της σημερινής κατάστασης στην αγορά εργασίας σαν κάτι που συμβαίνει, βρίσκεται εκτός πολιτικής σφαίρας και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, και αυτό είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός κίνδυνος. Για την αντιμετώπιση του δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές, η συνέπεια και η δημιουργία υποδειγμάτων αλλαγής και νίκης είναι κρίσιμες όσο και δύσκολες παράμετροι. Καθοριστική, όμως, για τη συνολική έκβαση μιας τέτοιας αντιπαράθεσης θα είναι η ικανότητα να μιλήσουμε για το ρόλο του κόσμου της εργασίας στην κοινωνία και την οικονομία.
23
01

Η εργασία στην έκθεση Πισσαρίδη – Επαναλαμβάνοντας το λάθος

Το πώς η λεγόμενη έκθεση Πισσαρίδη χαρακτηρίζεται από μια έντονη ιδεολογική τοποθέτηση διαφωτίζει και την αμηχανία με την οποία η ίδια μεταχειρίζεται τις διαπιστώσεις της. Αρκούν δύο στοιχεία που εντοπίζει η έκθεση, αλλά ακριβώς λόγω της τοποθέτησής της αδυνατεί να τα ερμηνεύσει ή να τα εντάξει στη συλλογιστική της. Πρώτον, το αντιφατικό εύρημα ότι, παρ’ όλο το έλλειμμα δεξιοτήτων που εντοπίζεται, «το 28% των απασχολούμενων στην Ελλάδα έχουν υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτείται για την άσκηση της εργασίας τους». Δεύτερον, η διαπίστωση ότι «η κατάρτιση που ξεκινά με πρωτοβουλία των εργαζομένων είναι επίσης περιορισμένη..., καθώς η απόδοση της επένδυσης είναι αβέβαιη». Και στις δύο περιπτώσεις οι αντιφάσεις και οι αποσιωπήσεις της λογικής του κειμένου γίνονται εμφανείς.  Ένας απόφοιτος ΑΕΙ που δουλεύει με αποδοχές λίγο υψηλότερες από τον βασικό μισθό, ασκώντας πληθώρα καθηκόντων και αδυνατώντας να καταβάλει τα δίδακτρα για να κάνει μεταπτυχιακό, σίγουρα θα μπορούσε να εξηγήσει καλύτερα τα παραπάνω σημεία. (...) H επίκληση της ευελιξίας ως επιθυμητό βασικό χαρακτηριστικό των εργασιακών σχέσεων στο αναπτυξιακό σχέδιο δεν αφήνει περιθώριο για παρερμηνείες. Αν και διατυπωμένη προσεκτικά και με κάποια πολιτική σκοπιμότητα, η διαπίστωση ότι «οι μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης δεκαετίας αύξησαν σημαντικά την ευελιξία της αγοράς εργασίας και βοήθησαν την επίτευξη ετήσιας αύξησης της απασχόλησης κατά 1,2% την περίοδο 2013 - 2019» επιβεβαιώνει ότι η προβληματική του σχεδίου αναγνωρίζει τον εαυτό της ως συνέχεια των «μεταρρυθμίσεων» της περιόδου του πρώτου Μνημονίου (2010 – 2014). (...) Τέλος, ο εντοπισμός περιορισμών στη δυνατότητα μιας επιχείρησης να μεταβάλει τον αριθμό εργαζόμενων σε ένα εργασιακό τοπίο στο οποίο έχουν περιοριστεί ριζικά, ήδη από την περίοδο 2010 – 2014, τόσο η προστασία των εργαζόμενων από την απόλυση όσο και το ύψος της αποζημίωσης απόλυσης δεν δηλώνει τίποτε άλλο από μια μεταφυσική πίστη στη συμπίεση των εργασιακών δικαιωμάτων ανεξάρτητα από τα πραγματικά δεδομένα. Πόσο μάλλον όταν ένα από τα πρώτα μέτρα της κυβέρνησης στα εργασιακά ήταν η κατάργηση της αιτιολόγησης των απολύσεων τον Αύγουστο του 2019. Το ότι το ίδιο το κείμενο δεν γίνεται πιο συγκεκριμένο στην πρότασή του δείχνει τον ιδεολογικό χαρακτήρα αυτής της θέσης.
27
12

Η εγκληματική υποβάθμιση του ΣΕΠΕ

Η υποβάθμιση του Σώματος από αυτόνομο Οργανισμό σε Γενική Διεύθυνση του υπουργείου Εργασίας το άφησε ουσιαστικά ακέφαλο και επέφερε πλήγμα στην αποτελεσματικότητά του. Το πόσο σημαντικοί είναι οι εργασιακοί χώροι στη διασπορά του κορονοϊού δυστυχώς έχει γίνει εμφανές με δραματικό τρόπο τις τελευταίες ημέρες. (...) Το να μη χαθεί άλλος χρόνος και να γίνουν όλα όσα θα έπρεπε από την πρώτη ημέρα να είναι προτεραιότητα είναι πλέον ζήτημα ζωής ή θανάτου. Επιπλέον είναι αναγκαίο αμέσως να γίνουν τα εξής: 1. Δημιουργία ειδικής γραμμής καταγγελιών για τη μη τήρηση μέτρων στους εργασιακούς χώρους. 2. Απόσυρση της διάταξη-ντροπή για την αντιστάθμιση της απουσίας από την εργασία λόγω ιατρικής σύστασης με απλήρωτες υπερωρίες και νομοθέτηση στη θέση της κάλυψης των αποδοχών από το κράτος και προστασίας της θέσης εργασίας σε τέτοιες περιπτώσεις. 3. Αξιοποίηση του ΣΕΠΕ, βάσει συγκεκριμένου επιχειρησιακού σχεδιασμού με το εργαλείο risk analysis, για τον εντοπισμό των χώρων εργασίας με τον μεγαλύτερο κίνδυνο διασποράς.
17
09

Η εργασία στην εποχή του Covid-19: Από την υγειονομική κρίση στην κοινωνία της επισφάλειας – Διεθνείς τάσεις και ελληνική εμπειρία

Με τα νέα δεδομένα που προκαλεί και η πανδημία τείνουμε σε ένα νέο, δυσμενέστερο, σημείο ισορροπίας, το όποιο βρίσκεται ακόμα πιο βαθιά στο νέο μοντέλο εργασιακών που η νεοφιλελεύθερη αντίληψη οικοδομεί συστηματικά εδώ και χρόνια. Το νέο αυτό μοντέλο έχει στον πυρήνα του την άρνηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της εργασίας. Αυτό που στην ουσία αμφισβητείται είναι η διάκριση, που είναι μεταξύ άλλων και διάκριση συμφερόντων, στη σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία. Στη θέση των δύο αυτών πόλων της σχέσης αναγνωρίζονται απλά υποκείμενα που προσπαθούν να αξιοποιήσουν πόρους, δεξιότητες, ιδέες και οτιδήποτε άλλο έχει αξία στην αγορά.  Με άλλα λόγια ο εργαζόμενος γίνεται «επιχειρηματίας του εαυτού του», διαχειριζόμενος το μόνο «κεφάλαιο» που έχει στη διάθεση του. Σε μια τέτοια αντίληψη δεν υπάρχει χώρος για το παραδοσιακό εργατικό δίκαιο, που αναγνώριζε την ασυμμετρία ισχύος ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο επομένως την ανάγκη προστασίας του τελευταίου. Η επέκταση μια τέτοιας λογικής σε κάθε πτυχή της εργασιακής σχέσης αποσταθεροποιεί πλήρως κάθε σταθερά, από την έννοια του εργοδότη έως την αμοιβή και τον χρόνο εργασίας. Όλη η παραπάνω διαδικασία κωδικοποιείται με μια απλή λέξη ως ευελιξία, πίσω από την οποία όμως στην πράξη κρύβεται η επισφάλεια. Η ευελιξία αυτή θεωρείται συχνά συνθήκη που αγγίζει μόνο ορισμένες περισσότερο ευάλωτες κατηγορίες εργαζομένων, στην πραγματικότητα όμως αναδιατάσσει συνολικά τον κόσμο της εργασίας. Η αλληλεπίδραση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος με τον κυρίαρχο ρόλο της γνώσης στη σύγχρονη οικονομία αλλάζει τον κόσμο της εργασίας με τρεις διαφορετικούς τρόπους: Με τη διαμόρφωση ενός «προνομιακού» στρώματος εργαζομένων που αξιοποιώντας με σχετική επιτυχία τις γνώσεις και τις δεξιότητες που διαθέτουν μπορεί να διαπραγματεύεται διαρκώς την ένταξη του σε ένα σχετικά καλά αμειβόμενο εργατικό δυναμικό. Με τη μείωση της διαπραγματευτικής δύναμης παραδοσιακών τμημάτων της εργατικής τάξης που βλέπουν τη θέση τους στον καταμερισμό εργασίας να απειλείται. Και με τη δημιουργία μιας ολοένα και διευρυνόμενης κατηγορίας εργαζομένων οριακά ενταγμένων στην αγορά εργασίας, για τους οποίους ο κίνδυνος περιθωριοποίησης είναι μόνιμη συνθήκη. Στην Ελλάδα, η πανδημία, η ανατροπή των κοινωνικών συσχετισμών δύναμης και η συστηματική μονομερής παρέμβαση της κυβέρνησης προς υποβάθμιση της εργασίας και της θέσης των εργαζομένων διαμορφώνουν ένα νέο σημείο ισορροπίας στα εργασιακά, που θα συνοδεύει την επάνοδο στην οποιαδήποτε εκδοχή της κανονικότητας και θα οριοθετήσει τις προσδοκίες εργαζομένων και ανέργων για το μέλλον. Δημιουργώντας ένα συνολικά πιο δυσμενές πεδίο για τους εργαζόμενους η πανδημία επιταχύνει την επίδραση των τάσεων αυτών. Η εμπειρία από την κρίση του 2008 δείχνει άλλωστε πως τα οριακά γεγονότα δεν οδηγούν τις ελίτ σε αναθεώρηση των αντιλήψεων τους, ειδικά όσο ο συσχετισμός δύναμης παραμένει ευνοϊκός για αυτές. Υπάρχει μία λεπτή δόση ειρωνείας σήμερα που η έννοια του ρίσκου αποκτά την κατεξοχήν κοινωνική διάσταση -η πανδημία αναδεικνύει πως η δημοσία υγεία συνδέεται άρρηκτα με την υγεία και τη στάση και του τελευταίου μέλους της- η κυβέρνηση να επιλέγει να υλοποιεί πολιτικές που κάνουν το ακριβώς αντίθετο, μετατρέποντας τη διαχείριση του ρίσκου σε αυστηρά ατομική υπόθεση. Στην κατεύθυνση αυτή, οι προωθούμενες αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα με την, μεταξύ άλλων, επικείμενη ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης αλλά και οι βασικές επιλογές στην παιδεία και την επαγγελματική κατάρτιση αποσκοπούν στο να καταστήσουν τους εργαζομένους αποκλειστικούς φορείς της διακινδύνευσης που συνεπάγεται η ζωή σε μια οργανωμένη κοινωνία. Με τη λεπτομέρεια, βεβαία, πως στην άλλη πλευρά δημιουργείται μια πολύ σίγουρη, δίχως διακινδύνευση, αγορά για τον ιδιωτικό τομέα.
17
04

Πάνος Κορφιάτης: Ο κόσμος της εργασίας απέναντι σε μια διπλή πρόκληση – Κορονοϊός και εργασιακή πραγματικότητα

Σε αυτήν τη δύσκολη κατάσταση διαμορφώνονται τάσεις που αναδεικνύουν στοιχεία θετικής διεξόδου. Ας σταθούμε σε τρία τέτοια δυνητικά θετικά στοιχεία που κάνουν εφικτή μια προσέγγιση υπέρ του κόσμου της εργασίας. Πρώτον, η υγειονομική κρίση υπογράμμισε δραματικά την σημασία των δημόσιων αγαθών και την ισότιμη πρόσβαση σε αυτά. Ανέδειξε έτσι το πόσο σημαντικός είναι ο κοινωνικός μισθός και το πόσο κοινωνικά και οικονομικά ωφέλιμη είναι η εξαίρεση κρίσιμων για την κοινωνία τομέων από την αγορά. Δεύτερον, καθιστά πασιφανές αυτό που πάντα ίσχυε: οι εργαζόμενοι σε κρίσιμα μέτωπα, είτε στο σύστημα υγείας είτε στην εφοδιαστική αλυσίδα, συνεχίζουν να κάνουν την δουλειά τους σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Το καινούργιο στοιχείο εδώ δεν είναι η αυταπάρνηση ή η αλληλεγγύη, αλλά το ότι ξαφνικά έγινε είδηση το γεγονός ότι θεμέλιο της κοινωνίας είναι η εργασία. Τρίτον, η έκταση και το βάθος της κρίσης διαμορφώνει μια νέα δυνατότητα σύγκλισης ανάμεσα στο υψηλά ειδικευμένο και σχετικά υψηλότερα αμειβόμενο κομμάτι της εργατικής τάξης και το επισφαλώς εργαζόμενο, χαμηλής ειδίκευσης κομμάτι της. Αν και είναι αντικείμενο μιας ευρύτερης συζήτησης, ο διαχωρισμός αυτός έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης με επιτυχία από τις δυνάμεις του Brexit και του Trump, ενώ αναπαράγεται διαρκώς στην προσπάθεια να αποκτήσει κοινωνικό έρεισμα το ιδεολόγημα της αριστείας.
31
01

Πώς να αδρανοποιήσετε έναν ελεγκτικό μηχανισμό

Ακυρώνοντας στην ουσία το σύστημα προστίμων –που αποτελεί το βασικό εργαλείο για να αποτραπεί η παραβατικότητα–, το ΣΕΠΕ οδηγείται στην αδρανοποίηση. Το ότι ο στόχος είναι ακριβώς αυτός, αποδεικνύεται από τη συνέχεια και τη συνέπεια των κινήσεων σε αυτή την κατεύθυνση. Η υποβάθμιση του ΣΕΠΕ άλλωστε έγινε τις πρώτες κιόλας μέρες της νέας κυβέρνησης. Η ίδια κυβέρνηση που δεν χάνει ευκαιρία να μιλάει για τον νόμο και την τάξη, έρχεται να δώσει το μήνυμα ότι η παράβαση του νόμου, όταν αφορά την εργατική νομοθεσία, δεν είναι και τόσο μεγάλο πρόβλημα. Η αγορά εργασίας έχει αποδείξει ότι έχει τον δικό της τρόπο να παίρνει το μήνυμα κάθε φόρα και γρήγορα μάλιστα. Ηδη τα πρώτα δείγματα γραφής της κυβέρνησης έχουν οδηγήσει σε μια σειρά από ευθείες επιθέσεις στα δικαιώματα των εργαζομένων. Οταν η παραβατικότητα γίνεται επικερδής επιχείρηση με την υπογραφή του υπουργού Εργασίας, η στέρηση και των πιο βασικών δικαιωμάτων των εργαζομένων δεν είναι παρά το φυσικό επακόλουθο της κυβερνητικής πολιτικής.
18
12

Ο ασύμμετρος δικομματισμός και εμείς

Σαν κοινωνία αφήνουμε εξαιρετικά καθυστερημένα πίσω μας την οικονομική κρίση, αλλά όχι τις αίτιες που τη γέννησαν. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε εκδοχή της κανονικότητας, πολιτική ή κοινωνική, θα είναι ιδιαίτερα επισφαλής. Η αδυναμία των κλασικών συνταγών να δώσουν λύσεις για την πλειοψηφία της κοινωνίας, είτε στη νεοφιλελεύθερη είτε στην κεντροαριστερή εκδοχή τους, δεν λαμβάνει χώρα σε ένα πολιτικό σύστημα μηδενικού αθροίσματος. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος δεν μετακινείται μόνο από τον ένα πόλο του πολιτικού συστήματος στον άλλο, υπάρχει και η επιλογή του κενού. Μια ρητή ή άρρητη στρατηγική που μένει στην αποδόμηση του αντιπάλου, χωρίς να βάζει την εναλλακτική προοπτική με όρους αξιοπιστίας, διατρέχει τον κίνδυνο να χάσει το βασικό εργαλείο για να αντιμετωπίσει αυτή την τάση. Το πόσο έξυπνα χρησιμοποίησε η Νέα Δημοκρατία την πόλωση είναι ένα πολύ χρήσιμο παράδειγμα. Και γιατί οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια πιο στενή απεύθυνση, κάνοντας τον να απαντά κυρίως στη ρητορική της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης και να βάζει σε δεύτερη μοίρα την εξήγηση του πολιτικού του σχεδίου στην κοινωνία. Για να προχωρήσουμε, λοιπόν, ας αρχίσουμε από τα βασικά, από την αντίφαση ανάμεσα στην ανάγκη να αλλάξουμε τα πράγματα και στη δυνατότητα μας να το κάνουμε, και ας προσπαθήσουμε να αναμετρηθούμε με αυτή την αντίφαση. Είναι ζήτημα όχι ιστορικής νομοτέλειας, αλλά επιλογής. Με μια υποσημείωση όμως. Τις αντιφάσεις σου και τα ελλείμματα σου επιλέγεις αν θα τα συζητήσεις και αν θα τα παλέψεις, δεν επιλέγεις όμως αν θα τα πληρώσεις.