Το κράτος-λάφυρο και η δικαιοσύνη
Το κράτος, το οποίο εξ ορισμού διαθέτει, από το βαθύ σύστημα που το οργανώνει, καταπιεστικό χαρακτήρα, βασίζεται σε ειδικά σώματα ανώτερων κρατικών λειτουργών, «προικισμένων με υψηλό βαθμό κινητικότητας, όχι μόνο ενδοκρατικής (…)*. Αυτά κάνουν κουμάντο. Κι επειδή αστυνομία, δικαστήρια, φυλακές αποτελούν την πεμπτουσία της δύναμης και της καταστολής, στο άνωθεν ελληνικό δείγμα φαίνεται πως έχουσι γνώσιν οι φύλακες. Και διαχέουν στο κοινωνικό σώμα, το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, αντιδραστικά μηνύματα. Η συγκυρία είναι υψίστης σημασίας: την ώρα που ο «δημοκρατικός κόσμος» ανασαίνει με την καταδίκη της εγκληματικής οργάνωσης, την ώρα που τμήμα του λαού τολμά να σηκώσει κεφάλι διαμαρτυρόμενο, τον τόνο δίνουν χαϊδολόγημα και καταστολή. Από διαφορετικά σημεία αλλά στο ίδιο τέμπο. Η κυρίαρχη ιδεολογία, μέσω της εισαγγελέως, χωνεύει το φασιστικό μόρφωμα, το μηρυκάζει, για να το ενσωματώσει εκμοντερνισμένο στο μέλλον, οψέποτε το χρειαστεί. Η ρωγμή σοβατίζεται. Μαζί και η ελπίδα της αντίστασης. Στην περίπτωση του Χρυσαυγιτισμού, έχουμε ανώτερο κρατικό λειτουργό να κανακεύει τους φασίστες ιδεολογικά και έμπρακτα, στην δε περίπτωση του μαθητή έχουμε αστυνομικούς να βιαιοπραγούν, φυλακίζοντας.
Και στις δυο περιπτώσεις, το βαθύ σύστημα ιδιωτικοποιεί το κράτος: αν και θα έπρεπε να λειτουργεί επ’ ωφελεία της δημοκρατίας και του λαού, λειτουργεί εντέλει προς όφελος της αναπαραγωγής των αρμών του. Πότε βάζοντας μπροστά την ιδεολογία και πότε με απροκάλυπτη, ή λιγότερο απροκάλυπτη, βία.









