Ο Ντιόρ κι ο ξεπεσμός
Τώρα, βεβαίως, επί τη Μητσοτάκεια βασιλεία, κυρίαρχη ιδεολογία είναι αυτή του τσιμεντώματος. Ποια κραυγή του πνεύματος, ποιες αλυσίδες, ποιο πάθος άναρχο, ποια διάνοια; Και ποια αφύπνιση; Όλα τούτα είναι ψιλά γράμματα, για κείνους που εκλαμβάνουν τους λαϊκούς αγώνες ως “διχαστικό λαϊκισμό” και ονομάζουν τη λαϊκή βούληση για μια κυβέρνηση άλλη από τη δική τους “σκοτεινό διάλειμμα”.
Πέραν του παρωχημένου της συμπλεγματικής αντίληψης “να (ξανα)γίνουμε γνωστοί στα ξένα κράτη”, ο αντιδραστικός χαρακτήρας να υποκύπτουμε στις μεταξωτές κορδέλες χάριν του τουρισμού, είναι επί της ουσίας παράδοση στον Μαμμωνά. Απευθείας ανάθεση στις ελίτ με τα φράγκα που ψωνίζουν Ντιόρ, στις ελίτ που μόνο τέτοια χωρούν στον αξιακό τους κώδικα, που μόνον έτσι κατανοούν τη χρησιμότητα των μνημείων και που μπερδεύουν την τέχνη με τα ματαιόδοξα κιτς “ιβέντ” πανάκριβων οίκων μόδας.
Αν, όμως, η όντως τέχνη “δεν μπορεί να μην είναι επαναστατική, δηλαδή να μην τείνει σε μια πλήρη και ριζική ανασύνθεση της κοινωνίας”, απαραίτητη προϋπόθεση για να φιλοξενηθεί στην Ακρόπολη ο Ντιόρ θα έπρεπε να ήταν, δίχως αστεία, η πλήρης μετάλλαξή του. Να κοινωνικοποιηθεί, ίσως, και να κατασκευάζει ρουχισμό για πρόσφυγες – μετανάστες.
Όλα τ’ άλλα, τα τάχα μου της αριστοκρατίας, είναι διανοητικός ξεπεσμός.









