Macro

Για τη βία της Oκτωβριανής Eπανάστασης

Η βία της επανάστασης του 1917 φέρνει πάντα σε αντιπαράθεση τη Δεξιά και την Αριστερά, ενώ η βία του σοβιετικού καθεστώτος μεταφέρει τη διαφωνία εντός της Αριστεράς. Τα σημεία διένεξης είναι βασικά τα εξής: η κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους διά της βίας, η διάλυση της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης, οι βίαιες επιτάξεις σιτηρών και η τρομοκρατία επί πολεμικού κομμουνισμού, η βίαιη εκβιομηχάνιση και αγροτική κολεκτιβοποίηση, καθώς και η οικοδόμηση του ολοκληρωτικού αστυνομικού κράτους με τις εκκαθαρίσεις και τα γκούλαγκ.

Αρχικά, πρέπει να πούμε πως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κράτος που προέκυψε από την Οκτωβριανή Επανάσταση δεν είχε σχέση με το «μαρασμό του κράτους» που επαγγέλθηκε ο Λένιν, ενώ ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» δεν είχε καμία σχέση με σοσιαλισμό. Αυτό οφείλεται σε εγγενή τάση του μπολσεβικισμού, όπως υποστηρίζουν οι δεξιοί, ή σε ένα μείγμα αναγκαιότητας και πολιτικής διαμεσολάβησης, όπως υποστηρίζουν οι αριστεροί; Ας εξετάσουμε τους κύριους λόγους διολίσθησης στη βία έναν προς έναν:

Η ιδεολογία των μπολσεβίκων

Είναι αλήθεια ότι η μαζική επαναστατική βία προκρινόταν ανέκαθεν ως το μέσο για να καταλυθεί το τσαρικό καθεστώς, όμως η ιστορική εμπειρία έχει καταδείξει ότιτα δεσποτικά καθεστώτα δεν πέφτουν αλλιώς όσον αφορά δε τη βία έναντι της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης, αυτή στόχευε τις παρατάξεις που δεν επιθυμούσαν την κοινωνική ολοκλήρωσήτης επανάστασης. Κατά τα λοιπά, οι μπολσεβίκοι αποφάσιζαν μετά από εξαντλητική συζήτηση στο εσωτερικό τους, ευαγγελίζονταν ένα καθεστώς που θα καταργούσε τη βία της εκμετάλλευσης, ενώ ήταν οι μόνοι που ήταν κατά της βίας του πολέμου, υπέρ της δημοκρατίας των σοβιέτ και της αυτοδιάθεσης των λαών. Δυστυχώς ήταν οι μόνοι που ήταν κατά της συνέχισης της εμπλοκής στον πόλεμο, εμπλοκής που αποφάσισε ο Τσάρος.

Ο εμφύλιος και ο εξωτερικός πόλεμος

Δεν υπάρχει κανείς που να μην αναγνωρίζει πως η «κόκκινη τρομοκρατία» ήταν σύστοιχη με τη «λευκή τρομοκρατία» και καθοριστική στην αντιμετώπιση των συντονισμένων ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, των πραξικοπηματικών ενεργειών των τσαρικών αξιωματικών και των δολιοφθορών σοσιαλεπαναστατών, μενσεβίκων και αναρχικών. Μέχρι τον Απρίλιο του 1918, οι μπολσεβίκοι δεν είχαν ασκήσει τρομοκρατία στους αντιπάλους τους. Η σφαγή του προλεταριάτου στη Φινλανδία όμως τους κατέστησε σαφές τι επρόκειτο να πάθουν εάν παρέμεναν ανεκτικοί. Οι φιλελεύθεροι ιστορικοί και πολιτικοί, οι οποίοι φροντίζουν να εστιάζουν αποκλειστικά στην «κόκκινη τρομοκρατία» ξεχνώντας παραδόξως από ποια τρομοκρατία (βλ. αγγλική και γαλλική επανάσταση) γεννήθηκε η παράταξή τους, ισχυρίζονται ότι οι μπολσεβίκοι ήταν φανατισμένοι, λες και οι αντίπαλοί τους ήταν ανεκτικοί ή λες και οι πόλεμοι κερδίζονται χωρίς ακλόνητη πίστη και αποφασιστικότητα. Δεν χρειάζεται να είσαι στρατιωτικός νους ούτε πολιτικός επιστήμονας για να κατανοήσεις ότι παντού και πάντα η παρατεταμένη πολεμική προσπάθεια οδηγεί αναπόφευκτα στη γιγάντωση της κρατικής εξουσίας.

Ο κίνδυνος του λιμού

Οι αγρότες δεν ήθελαν να στέλνουν το πλεόνασμα της παραγωγής τους στις πόλεις με αποτέλεσμα οι επιτάξεις των σιτηρών να γενικευτούν και να λάβουν βίαιο χαρακτήρα, ιδιαίτερα την περίοδο του πολεμικού κομμουνισμού. Τις επιτάξεις συνόδευσαν ουκ ολίγα έκτροπα σε βάρος των αγροτών, κυρίως των πλουσίων. Οι αγρότες ήθελαν να κερδοσκοπούν σε βάρος των αστικών στρωμάτων, τη στιγμή που οι πόλεις απειλούνταν συστηματικά με λιμό. Η βία προς τους αγρότες έχει ευρέως κατακριθεί ειδικά από το δεξιό φάσμα των σχολιαστών. Αυτή η κριτική ενέχει μεγάλη δόση υποκρισίας, όταν προέρχεται από την πλευρά των απολογητών του καπιταλισμού, δεδομένου ότι το πρόβλημα της άνισης ανταλλαγής μεταξύ πόλης και υπαίθρου λύθηκε σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη με τη βία: τη βία των περιφράξεων, τη βία των αστικών επαναστάσεων ή την υποχρεωτική υπαγωγή του αγροτικού πληθυσμού στον έλεγχο των τραπεζών μέσω των δανείων (βλ. ελληνική περίπτωση). Οι αγρότες δεν εντάχθηκαν ποτέ οικειοθελώς στην εθνική και διεθνή οικονομία με τους όρους της αγοράς, που εξασφαλίζει μεταφορά πόρων από την ύπαιθρο στην πόλη. Ομοίως, οι κριτικές της βίας απέναντι στις μεσαίες τάξεις (συμπεριλαμβανομένων των πλούσιων αγροτών) εδράζονται στις ιδέες περί ελευθερίας του πλουτισμού και περί φυσικότητας των ανισοτήτων. Με άλλα λόγια, η βία ενάντια στην εκμετάλλευση είναι κατακριτέα, ενώ η εκμεταλλευτική βία όχι.

Η ανάγκη οικονομικής ανόρθωσης μιας διαλυμένης χώρας.

Ο πόλεμος και η κατάρρευση του τσαρικού κράτους δημιούργησαν μια χαώδη κατάσταση την οποία κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι μπολσεβίκοι. Αναντίρρητα η προσπάθεια αυτοδιαχείρισης των εργοστασίων επέτεινε το οικονομικό χάος. Η υπαγωγή της οικονομίας στο κράτος έγινε με τη βία και κόστισε πολλά θύματα. Από την άλλη όμως η ανόρθωση ήρθε και μάλιστα η ανθεκτικότητα του κεντρικού σχεδιασμού στην κρίση του 1929 ενέπνευσε την αύξηση του κρατικού παρεμβατισμού στις οικονομίες της Δύσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία επιβλήθηκε στον ρωσικό λαό από τα πάνω με δικτατορικές μεθόδους. Ωστόσο, οποιαδήποτε σύγκριση με την τσαρική οικονομία και κοινωνία είναι αστεία. Ο τσαρισμός κρατούσε δέσμιο έναν τεράστιο λαό στις λάσπες της ρωσικής γης και στα σκοτάδια του Μεσαίωνα, ενώ ο κομμουνισμός τον μετέφερε βίαια στη νεωτερικότητα (παιδεία, επιστήμη, αθεΐα, υγεία, στέγαση, θέση της γυναίκας). Ομοίως, η βίαιη εκβιομηχάνιση έκανε εφικτή τη νίκη απέναντι στη φονικότερη πολεμική μηχανή που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο πλανήτης: τον ναζισμό.

Η πολιτική κουλτούρα του πληθυσμού.

Ένας πληθυσμός που δεν είχε γνωρίσει τίποτε άλλο από δεσποτισμό ήταν δύσκολο να στηρίξει την υπέρτατη μορφή δημοκρατίας. Οι μπολσεβίκοι το ήξεραν αυτό, γι’ αυτό προσέβλεπαν στα πιο ανεπτυγμένα έθνη της Ευρώπης. Στη Ρωσία του 1917 δεν υπήρχε κοινωνία πολιτών ικανή να αντισταθεί στις αυθαιρεσίες της εξουσίας. Τα σοβιέτ δεν μπορούσαν να αναπληρώσουν την έλλειψη δημοκρατικής παιδείας, ούτε να αντισταθούν στον πειρασμό της έκφρασης συντεχνιακών (εργατικά σοβιέτ) ή τοπικιστικών (αγροτικές κοινότητες) συμφερόντων. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχαν εντός της κοινωνίας μεγάλα εμπόδια στην αναστήλωση της απόλυτης εξουσίας.

Η έκβαση της πολιτικής αντιπαράθεσης στο εσωτερικό των μπολσεβίκων.

Η πολιτική έπαιξε ρόλο. Ο θάνατος του Λένιν και η περιθωριοποίηση του Τρότσκυ ήραν και τα τελευταία εμπόδια προς την εγκαθίδρυση του σταλινικού ολοκληρωτικού κράτους και κρατικού μηχανισμού. Το γεγονός βέβαια ότι η πολιτική αντιπαράθεση σε ανώτατο επίπεδο είχε τόσο βαρύνοντα ρόλο για το μέλλον της δημοκρατίας στη νεοσύστατη ΕΣΣΔ σημαίνει ότι τα προγνωστικά ήταν από την αρχή εναντίον της δημοκρατίας. Αν στη Γαλλική Επανάσταση «ο λαός οδήγησε τους οδηγητές του», σύμφωνα με τη φράση του Μισελέ, στη Ρώσικη Επανάσταση ίσχυσε το αντίστροφο: το κόμμα της πρωτοπορίας οδήγησε το λαό.

Η δημοκρατία επομένως έπεσε θύμα όχι τόσο της ιδεολογίας των μπολσεβίκων, αλλά κυρίως της αναγκαιότητας (να νικηθούν οι αντίπαλοι, να ανορθωθεί η οικονομία και να βγει η κοινωνία από το Μεσαίωνα), της έλλειψης δημοκρατικής κουλτούρας, καθώς και της επικράτησης του Στάλιν. Η νίκη της επανάστασης μας δίδαξε ότι πρέπει να σκεφτόμαστε την πολιτική χωρίς αναγωγισμούς, αλλά η ήττα της ότι πρέπει να το κάνουμε λαμβάνοντας υπόψη τους δομικούς περιορισμούς.

Δημήτρης Παπανικολόπουλος

Πηγή: Η Αυγή