Έφη Γιαννοπούλου

19
10

Στις σκολιές οδούς της ιστορίας

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Κοσμά Χαρπαντίδη «Το άκυρο αύριο» διατρέχει αρκετές δεκαετίες της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, με διαρκή άλματα στο χρόνο και κομβικά σημεία του την περίοδο 1941-44 και τη δράση της εθνικιστικής αντάρτικης ομάδας του Πρόδρομου Αρσλάνογλου στα βουνά της Ανατολικής Μακεδονίας, το 1982 (όταν ο Αρσλάνογλου εξαφανίζεται λίγο πριν τις δημοτικές εκλογές στις οποίες αναμένεται να ηττηθεί) και το σήμερα (όταν ανακαλύπτεται το λείψανο του εθνικιστή καπετάνιου και οργανώνεται η αγιοποίησή του), και κέντρο του τη Μικρόπολη (οικισμό του νομού Δράμας). Ενίοτε ο συγγραφέας μας πηγαίνει ακόμα πιο πίσω, στους Βαλκανικούς Πολέμους ή στους διωγμούς των Ελλήνων του Πόντου. Κι όμως το Άκυρο αύριο δεν είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά ένα πολιτικό μυθιστόρημα κι ένα μυθιστόρημα για την ιστορία, για την κατασκευή της μνήμης, για τις περίπλοκες διαδρομές ανθρώπων και ιδεών, για τον τρόπο που το παρόν κουβαλά ανεξίτηλα τα αιματοβαμμένα ίχνη του παρελθόντος και συχνά ορίζεται από αυτά.
20
09

Τοπικότητα και παγκοσμιότητα στη θεσσαλική επαρχία

Τα διηγήματα που απαρτίζουν τις «Παγανιστικές δοξασίες» δημιουργούν έναν πολύ γοητευτικό κόσμο, ακόμη και για τον αναγνώστη που δεν είναι συνηθισμένος στο συγκεκριμένο είδος. Ανάμεσά τους βρίσκει κανείς πραγματικά κομψοτεχνήματα, παρόλο που ενίοτε έχει την αίσθηση και μιας ευκολίας στην παραγωγή όλο και περισσότερων ιστοριών, από τη στιγμή που έχει παγιωθεί ο βασικός καμβάς και οι λογοτεχνικοί του τρόποι –κάτι που είναι βέβαια ίδιον της λογοτεχνίας είδους. Κλείνοντας όμως το βιβλίο μένει με την αίσθηση ότι οι «Παγανιστικές δοξασίες» καταφέρνουν να κατοικήσουν τη θεσσαλική επαρχία, να της προσφέρουν μια καινούργια μυθολογία που ανήκει ταυτοχρόνως στο παρελθόν και στο παρόν, στο τοπικό και στο παγκόσμιο, παίζοντας με τα πολλά επίπεδα της ανάγνωσης, ισορροπώντας μεταξύ ποιητικότητας και θεωρητικών προβληματισμών, ανοίγοντας τη συζήτηση για την ελληνική λογοτεχνία σε νέους δρόμους.
09
09

Νέα τροπή με άδηλο μέλλον στο σήριαλ της επένδυσης στο Ελληνικό

Η κήρυξη ενός αρχαιολογικού χώρου, όπως πολύ σαφώς εξηγούν οι αρχαιολόγοι στην ανακοίνωσή τους δεν απαγορεύει τη δόμησή του, «απλώς εξασφαλίζει ότι το όποιο έργο γίνεται με την εποπτεία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ότι αν βρεθούν αρχαιότητες γίνονται ανασκαφές με έξοδα του εργολάβου, κι ότι ανάλογα με τη σημασία και την κατάσταση διατήρησης των αρχαιοτήτων, μπορεί να τροποποιηθούν τα σχέδια του έργου για λόγους προστασίας και ανάδειξης των αρχαιοτήτων, όπως ακριβώς προβλέπει ο Αρχαιολογικός Νόμος και όπως γίνεται εδώ και δεκαετίες σε κάθε μικρό και μεγάλο έργο». Αυτό συμβαίνει σε όλα τα μικρά και μεγάλα έργα στη χώρα, στα κέντρα της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, αυτό πρέπει να γίνει και στο Ελληνικό.
25
07

Ξένοι, ανέστιοι, αναφομοίωτοι, μα και εκθαμβωτικά μοντέρνοι

Αντι-κειμενοκεντρικό, το βιβλίο του Σινιόσογλου μας προσφέρει μια άλλη εκδοχή του νεοελληνικού διαφωτισμού, φτωχού συγγενή κατά γενική ομολογία του ευρωπαϊκού στο επίπεδο της παραγωγής μεγάλων κειμένων. Ακριβώς επειδή δεν εστιάζει σε μεγάλα κείμενα, αλλά στη διανοητική περιπέτεια του βίου, στις υπερβολές και τις αντιφάσεις του, σε έριδες και αντιπαραθέσεις λυσσαλέες, σε είδη του γραπτού λόγου δευτερεύοντα, ευτελή ή περιφρονημένα, ο Σινιόσογλου επιτυγχάνει μια καταβύθιση σε μια πολύ πιο σκοτεινή ύλη της διανοητικής περιπέτειας που ορίζουμε ως νεοελληνικό διαφωτισμό. Το βιβλίο του επιχειρεί διαρκώς να βρει τα σημεία επαφής μεταξύ του εντός και του εκτός, μεταξύ του ατόμου και του οράματός του για την κοινωνία και τον κοινό βίο, μεταξύ του εγώ και της κοινότητας. Κι εκεί στο βίωμα αυτής της ακραίας αντίφασης μεταξύ ενός ανυποχώρητου εγωτισμού και ενός ριζοσπαστικού οράματος για τον κόσμο και την κοινωνία, αιρετικού ή συμπρακτορικού, σχισματικού σε κάθε περίπτωση, αναδεικνύεται η πολιτική διάσταση των στοχαστών των οποίων την περιπέτεια μας εξιστορεί ο Σινιόσογλου. Ο «Αλλόκοτος ελληνισμός» είναι ένα δοκίμιο που προσφέρει την αναγνωστική απόλαυση ενός λογοτεχνικού κειμένου. Η προσωπική εμπλοκή του συγγραφέα του στην περιπέτεια των «ηρώων» του βιβλίου, η υψηλή θερμοκρασία του κειμένου, η πλούσια και τολμηρή γλώσσα του, αναδεικνύουν τους επτά «αλλόκοτους» στοχαστές του σχεδόν σε πρωταγωνιστές μοντέρνων μυθιστορημάτων.
11
07

Ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα για την ελληνική παράνοια

«Οι τυφλοί» του Νίκου Α. Μάντη, ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων, κατασκευάζουν έναν λαβύρινθο δίχως έξοδο, διάσπαρτο με κάτοπτρα, αναδεικνύοντας πολυεπίπεδες αντανακλάσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, με πυρήνα τους την ελληνική ακροδεξιά.
17
06

Το τολμηρό ίχνος της γραφής

Το «Μπορείς;» είναι ένα μυθιστόρημα για το χρόνο, για το χρόνο του έρωτα, αλλά και της γραφής και της ανάγνωσης. Για τον ιλιγγιώδη χρόνο της ζωής και τον ακίνητο χρόνο της αναμονής και της ανικανοποίητης επιθυμίας, για το χρόνο που δεν έχει τέλος, που ανοίγεται διαρκώς στο παρελθόν και στο μέλλον, μένοντας όμως πάντα αγκυρωμένος στο παρόν. Και απ’ αυτή την άποψη, οι 745 σελίδες αυτού του μυθιστορήματος, που αποτυπώνουν μια ερωτική ιστορία και μια συγγραφική περιπέτεια που δεν τελειώνουν όταν κλείνεις το βιβλίο, είναι ίσως ένα μειονέκτημα του «Μπορείς;», στο βαθμό που θυσιάζεται η οικονομία του, αποτυπώνουν όμως τελικά αυτόν ακριβώς το στοχασμό πάνω στο χρόνο, που δεν μετριέται και που δεν τελειώνει, τον ανοικονόμητο, άναρχο χρόνο της ζωής.
08
04

Πάντα, όλα για καλό

Στο τελευταίο μυθιστόρημά με τον τίτλο Όλα για καλό, ο Γιάννης Μακριδάκης αγκυρώνει τη μυθοπλασία του, για μια ακόμη φορά, στην επικαιρότητα, στον παρόντα χρόνο και στον τόπο όπου ο ίδιος ζει. Με άλλα λόγια, στο σκηνικό της προσφυγικής κρίσης, έτσι όπως την έζησαν τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου από το καλοκαίρι του 2015. Το Όλα για καλό εκτυλίσσεται λοιπόν στη Χίο, στα τέλη του 2015, εν μέσω προσφυγικού, ενώ βάρκες με μισοπνιγμένους πρόσφυγες προσαράζουν τις νύχτες στα παράλια του νησιού κι η θάλασσα ξεβράζει κουφάρια.
23
03

Κάτω από την επιφάνεια του εφιάλτη, μια άδεια μνήμη

«Κάποιο πρωινό ένας άντρας ξύπνησε μέσα στο αυτοκίνητό του δίχως να ξέρει πώς είχε βρεθεί εκεί». Έτσι ξεκινά ο Ιάκωβος, το πρώτο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αντίποδες. Έτσι ξεκινά κι η ιστορία του άντρα σ’ αυτόν τον παράξενο τόπο, έναν ζοφερό, παρηκμασμένο οικισμό, μια σκοτεινή δυστοπία, στην οποία δεσπόζει ο χαρακτήρας του Ιάκωβου, του οικοδεσπότη του άνδρα, αφού στο σπίτι του θα βρει καταφύγιο και εκεί θα φιλοξενηθεί, ακολουθώντας τη ζωή της αλλόκοτης κοινότητας και υπακούοντας στις εντολές του Ιάκωβου, ο οποίος ορίζει με όρους απόλυτους την καθημερινότητά του. Μια ιστορία που δεν έχει πριν, ούτε μετά. Σ’ αυτόν τον κόσμο των εξαντλητικών φωτοσκιάσεων ο άντρας θα μείνει ως το τέλος δίχως όνομα, στο τέλος μάλιστα θα νιώσει πως έχει πια ξεχάσει το όνομά του, και μαζί μ’ αυτό την προηγούμενη ζωή του, σαν ο Ιάκωβος, η οικογένειά του και ο υπόλοιπος οικισμός να είναι ο μόνος τόπος στον οποίο ανήκε ποτέ, σαν να μην υπήρξε ποτέ κάποιος άλλος.
09
02

«ΑΣΤΑΚΟΣ»: Ένα σενάριο για Όσκαρ και ο τόπος του πολιτικού

Ο Λάνθιμος δεν κάνει μια ταινία για τη δύναμη της αγάπης ενάντια στην καταπίεση, ούτε για τον ατομισμό και τις λύσεις που προσφέρει μέσα σε καταπιεστικά καθεστώτα. Κάνει μια ταινία για τους επικαθορισμούς, για τον τρόπο που μας επιβάλλονται κανόνες πρότυπα διαμορφώνοντας ακόμη και το πιο προσωπικό κομμάτι της ζωής μας, αυτό που θεωρούμε πως μένει έξω από το πολιτικό, τις ανθρώπινες σχέσεις και την αγάπη. Αυτό ακριβώς μεταφέρει στον τόπο του πολιτικού και μέσα από τη μαύρη κωμωδία που είναι ο Αστακός στήνει τη δική του αλληγορία.
26
01

Βιογραφία πολλών ανθρώπων και μιας ολόκληρης εποχής

Το «Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού», τελευταίο μυθιστόρημα του Άρη Μαραγκόπουλου, μοιάζει να ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία του συγγραφέα (προηγήθηκαν η Μανία με την Άνοιξη και το Χαστουκόδεντρο), στην οποία συναντά κανείς, όλο και πιο ώριμα δουλεμένες, όλες τις εμμονές του. Τη συνάρθρωση της λογοτεχνίας με την ιστορία και την πολιτική, τη βιογράφηση ζευγαριών που τα ενώνει όχι μόνο το πάθος του έρωτα αλλά και αυτό της πολιτικής και της επανάστασης, το παιχνίδι, όλο και πιο σύνθετο, της πραγματικότητας με τη μυθοπλασία, την πολυφωνική, πολύτροπη αφήγηση. Επιπλέον, οι ήρωές του, το διάσημο ζευγάρι που σχημάτισαν από τη νεότητά τους και για περισσότερα από 40 χρόνια η δεύτερη κόρη του Μαρξ και ο συγγραφέας του Δικαιώματος στην τεμπελιά, αποτελούν, όπως ομολογεί ο Μαραγκόπουλος, μια ακόμη πολύχρονη εμμονή· ο Πολ και η Λόρα κάνουν σποραδικές εμφανίσεις από νωρίς στα βιβλία του ως δύο «ασυμμόρφωτοι» άγιοι της προσωπικής του μυθολογίας.
  • 1
  • 2