Άρης Καλαντίδης

29
10

Άρης Καλαντίδης: Όταν διαφάνεια και λογοδοσία πάνε (Μεγάλο) Περίπατο

Η µεγαλύτερη απώλεια της περασµένης χρονιάς ήταν η περίφηµη διαβούλευση. Ο δήµος είχε πάνω από ένα χρόνο στη διάθεσή του για να την προετοιµάσει όπως έπρεπε, να επιλέξει τους φορείς µε τους οποίους θέλει να µπει σε διάλογο, να βρει τρόπο να στήσει ένα συνεχή και δηµόσιο διάλογο µε τους πολίτες. Η διαβούλευση εδώ δεν αφορά µόνο λεπτοµέρειες όπως αν θα βάλουµε πλατάνια ή ακακίες, αν θα βάψουµε τα παγκάκια πράσινα ή άσπρα – αν και µπορεί να περιέχονται και αυτά. Αυτό που είναι αναγκαίο είναι µια δηµόσια συζήτηση πάνω στο µέλλον του κέντρου, αλλά και το µέλλον της πόλης συνολικά. Ενώ δηλαδή είναι προφανές ότι έχουµε να κάνουµε µε συγκρουόµενα οράµατα για το «ποια πόλη θέλουµε;», αυτή η αντιπαράθεση δεν γίνεται ανοιχτά, αλλά αναγκαζόµαστε να κάνουµε ρεαλιστικές υποθέσεις για να αποφύγουµε τις θεωρίες συνωµοσίας που ακούγονται εδώ κι εκεί. Τι θέλουµε λοιπόν; Θέλουµε κατοικία στην πόλη; Κι αν ναι, για ποιους; Για τα ανώτατα εισοδήµατα; Θέλουµε το χονδρεµπόριο ή να τελειώνουµε µε αυτή την ανατολίτικη συνήθεια; Θέλουµε µια πόλη-καρτ ποστάλ; Και όλα αυτά πρέπει να αποτυπωθούν σε έναν χωρικό προγραµµατισµό και σχεδιασµό µε προβλέψεις για το µέλλον. Αντ’ αυτού, ο ∆ήµος της Αθήνας επέλεξε να παρακάµψει όλες τις θεσµικές προβλέψεις που είναι εκεί για να προστατεύσουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία: το δηµοτικό συµβούλιο, τον αρχιτεκτονικό διαγωνισµό και τη δηµόσια διαβούλευση. Πατάει δε σε έναν χωρικό σχεδιασµό δεκαετιών που είχε εκπονηθεί σε άλλες εποχές, σε µια άλλη Αθήνα. Είναι σίγουρο πως το βασικό αντεπιχείρηµα σε όλα αυτά είναι πως πρόκειται για κωλύµατα που καθυστερούν τη διαδικασία και δεν φέρνουν πάντα τα καλύτερα αποτελέσµατα. Ετσι είναι. Αλλά δεν παρακάµπτουµε τους δηµοκρατικούς θεσµούς γιατί έχουν προβλήµατα. Τους βελτιώνουµε.
20
10

Άρης Καλαντίδης: Όχι πάλι την Οδό Πανεπιστημίου

Η πρώτη πειραματική φάση του «Μεγάλου Περιπάτου» ήταν κατά γενική ομολογία αποτυχημένη, αν και ο δήμαρχος επιμένει στο σιβυλλικό «πέτυχε και δεν πέτυχε». Παράλληλα, έχει ανατεθεί σε μελετητή του ΕΜΠ η καταγραφή της κυκλοφορίας για να καταδείξει τις επιπτώσεις της παρέμβασης. Κι ενώ γίνονται μετρήσεις στο ευρύτερο κέντρο, αυτή τη στιγμή είναι δημοσιευμένα μόνον τα στοιχεία που αφορούν την Πανεπιστημίου. Όμως είναι σίγουρο πως μια παρέμβαση εδώ, έχει επιπτώσεις και σε άλλα σημεία της πόλης. Χωρίς συνολική εικόνα – που γνωρίζω από πρώτο χέρι πως καταγράφεται και υπάρχει – δεν μπορούμε να βγάλουμε πραγματικά συμπεράσματα ως προς την κυκλοφοριακή διάσταση του πειράματος. Υπάρχει κι ένα δεύτερο πρόβλημα: τα στοιχεία που έχουμε συγκρίνουν ασύγκριτα. Καταγράφουν δύο χρονιές (2020 – 2021) μέσα στην πανδημία, ενώ μας λείπουν παλαιότερες μετρήσεις. Αυτό δεν σημαίνει πως τα σημερινά στοιχεία είναι άκυρα. Σημαίνει απλώς πως δεν είναι πραγματικά συγκρίσιμα σε βάθος χρόνου. Όσο και να χαίρεται κανείς για μια νέα δενδροστοιχία σε κεντρικό δρόμο, δεν μπορεί να μην τρομοκρατείται από την καταστροφή του υψηλού πρασίνου σε μια σειρά από πλατείες της πόλης, για τους σταθμούς της γραμμής 4 του μετρό. To πράσινο δεν μετριέται σε εμβαδόν, δεν είναι το ίδιο ένα τετραγωνικό μέτρο γκαζόν με ένα δένδρο. Ούτε ισχύει η αναλογία όταν για κάθε κομμένο δένδρο φυτεύεται αλλού ένα νέο δένδρο. Ένα δένδρο μιας ηλικίας μπορεί να αντιστοιχεί σε 10 ή και περισσότερα νεώτερα. Και το πού ακριβώς χωροθετείται το νέο πράσινο, είναι εξίσου μεγάλης σημασίας. Με άλλα λόγια, δεν μπορώ να κόβω 100 δένδρα στα Εξάρχεια, να φυτέψω άλλα 100 στην οδό Πανεπιστημίου και να ισχυρίζομαι πως παρέμεινε ίδιο το ισοζύγιο πράσινου. Πέρα από την αισθητική – που είναι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε με όλες τις αισθήσεις μας, είναι οι ήχοι και οι θόρυβοι, οι μυρωδιές και τ’αρώματα, οι εικόνες και το φώς – η πόλη έχει κατοίκους, λειτουργίες, υποδομές. Όταν ολόκληρη η Αττική σήμερα πάσχει πολύ σοβαρά από έλλειψη υποδομών κάθε είδους, όταν υπάρχουν ζητήματα κατοικίας, ενεργειακής φτώχειας και κυκλοφοριακού εμφράγματος, η εμμονή με την βιτρίνα της πόλης εμπεριέχει μεγάλη δόση ύβρεως.
02
10

Άρης Καλαντίδης: Βερολίνο, το ιστορικό δημοψήφισμα για το δικαίωμα στη στέγαση και γιατί έχει σημασία

Η αιτίες πίσω από την έλλειψη προσβάσιμης κατοικίας είναι πολλές. Μέχρι και το 2000, το κρατίδιο του Βερολίνου είχε υπό τον άμεσο έλεγχό του ένα πολύ μεγάλο αριθμό διαμερισμάτων, συνήθως μέσα από κρατικές οικιστικές επιχειρήσεις ή μέσα από επιχορηγήσεις για παροχή κοινωνικής κατοικίας. Μετά το 2000, το χρεωμένο κρατίδιο υποχρεώθηκε από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να ξεπουλήσει το μεγαλύτερο αριθμό των διαμερισμάτων του και να διακόψει τα προγράμματα κοινωνικής κατοικίας. Μεγάλα funds απ’ όλον τον κόσμο αγόρασαν τα ακίνητα που βγήκαν τότε στο σφυρί σε εξευτελιστικές τιμές. Μετά από αγοροπωλησίες και συμπτύξεις, βρέθηκαν 10 μεγάλες εταιρείες να κρατούν στα χέρια τους 250.00 από τις σχεδόν 2 εκατομμύρια κατοικίες στο Βερολίνο, με πιο συμβολική απ’ όλες την Deutsche Wohnen που κρατάει μόνη της περίπου 120.000. Ένα ολιγοπώλιο δηλαδή ελέγχει την αγορά κατοικίας. Ταυτόχρονα ο πληθυσμός του Βερολίνου αυξάνει καθώς η πόλη-κρατίδιο είναι σε άνθηση και έχει γίνει πόλος έλξης για -κυρίως νέους- ανθρώπους απ’ όλον τον κόσμο. Κι ενώ το Βερολίνο είναι γεμάτο εργοτάξια, δεν υπάρχουν διαθέσιμες κατοικίες, καθώς τα διαμερίσματα που διατίθενται στην αγορά είναι κατοικίες πολυτελείας, απρόσιτες για τους περισσότερους κατοίκους της πόλης. Τέλος, η τεράστια έκρηξη του τουρισμού πριν την πανδημία, έχει ωθήσει πολλούς να διαθέτουν τα διαμερίσματά τους για προσωρινά τουριστικά καταλύματα (το φαινόμενο airBnB) αποσύροντας τα έτσι από την αγορά μόνιμης κατοικίας. Αυτό μεν αφορά μόνον συγκεκριμένα κομμάτια της πόλης, έχει όμως επεκταθεί πλεόν στο μεγαλύτερο κομμάτι του κέντρου και πιέζει κι αυτό τις τιμές προς τα πάνω. (...) Το δημοψήφισμα δεν περιέχει και σχέδιο νόμου, αλλά δίνει εντολή στην νέα κυβέρνηση του κρατιδίου να ετοιμάσει νόμο για την απαλλοτρίωση των κατοικιών των μεγαλοΐδιοκτητών σε τιμές σημαντικά χαμηλότερες από αυτές της αγοράς. Ήδη η υποψήφια των σοσιαλδημοκρατών, που ήρθαν πρώτο κόμμα στο Βερολίνο, δεσμεύτηκε πως θα σεβαστεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Μένει να δούμε ποια θα είναι η τελική μορφή του νόμου και πόση πίεση θα ασκηθεί πριν τελικά περάσει. Επίσης είναι άγνωστο αν μπορεί να σταθεί συνταγματικά, καθώς η παράγραφος του συντάγματος που το επιτρέπει, δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ. Όμως, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η απόφαση αυτή είναι ιστορική, όχι μόνον για το Βερολίνο, αλλά για όλες τις πόλεις που αντιμετωπίζουν πρόβλημα προσβάσιμης στέγασης.
05
06

Φασισμός και μεταφασισμός: Οδηγίες χρήσης για αρχάριους και προχωρημένους

Το βιβλίο αποτελείται από δύο αρκετά διακριτά (και ίσως άνισα) μεταξύ τους μέρη: Το πρώτο είναι αφιερωμένο στην ιστορία του 20ού αιώνα και μπαίνει σε λεπτομερείς αφηγήσεις και περιγραφές, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον αντισημιτισμό. Πρόκειται πράγματι για μια πολύ άγρια ιστορία, όπως λέει ο τίτλος. Όχι μόνον γιατί μαθαίνουμε για τα γεγονότα που οδήγησαν στη Σοά, δηλαδή στο Ολοκαυτώμα, αλλά κυρίως γιατί διαβάζουμε για τον – ανομολόγητο ακόμη – ελληνικό αντισημιτισμό και τον αφανισμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Εδώ βέβαια ο συγγραφέας, προφανώς για οικονομία χώρου, δεν παραπέμπει στον 19ο αίωνα – στην διάλυση των αυτοκρατοριών, στην συγκρότηση των εθνικών κρατών και την έξαρση του εθνικισμού, ως βασικές συνθήκες και του σύγχρονου αντισημιτισμού, αλλά και του φασισμού γενικότερα. Mε αυτήν την παράλειψη ο 20ος αιώνας μοιάζει μετέωρος, σχεδόν σαν προϊόν παρθενογένεσης. Παρ’ όλ’ αυτά, τα κεφάλαια για τον αντισημιτισμό είναι τόσο σημαντικά, που θα έπρεπε να αποτελούν υποχρεωτικό μάθημα στα σχολεία. Το δεύτερο κομμάτι του βιβλίου – για την μεταπολίτευση και τους νοσταλγούς της δικτατορίας, για τα αγαπημένα εργαλεία της ακροδεξιάς, δηλαδή τον εθνικισμό και τον ηθικό πανικό, για την Χρυσή Αυγή και την αστυνομική βία – μας φέρνει στα σημερινά και γίνεται εκ των πραγμάτων πιο «δημοσιογραφικό». Προσπαθεί όμως ταυτόχρονα να κατανοήσει το φαινόμενο της άκρας δεξιάς τοποθετώντας το στο πλαίσιου αυτού που ο ιστορικός Έντσο Τραβέρσο έχει ονομάσει «μεταφασισμό». Εδώ χάνουμε λίγο τη συνέχεια με το ιστορικό παρελθόν, περνάει και σε δεύτερη μοίρα ο αντισημιτισμός, ενώ μαθαίνουμε σχετικά λίγα για τον νέο φανταστικό εχθρό – το Ισλάμ. Από την άλλη, μας εισάγει την έμφυλη διάσταση του μεταφασισμού, την τοξική αρρενωπότητα που τον χαρακτηρίζει, τον βαθύ σεξισμό και την ομοφοβία του.
25
07

Πόλη και πολίτες: σκέψεις για την συμμετοχή

Θα μπορούσε να σχολιάσει κανείς – και θα είχε και δίκιο – πως τελικά αν θα μπουν πλατάνια ή φλαμουριές στον συγκεκριμένο δρόμο, ελάχιστη σημασία έχει πραγματικά για την ζωή των ανθρώπων και την δημοκρατία. Πως καλούμε τους πολίτες να αποφασίσουν (και να φάνε το χρόνο τους) με κάτι τελικά αδιάφορο, ενώ στα πράγματα που πραγματικά μπορούν να αλλάξουν τη ζωή των ανθρώπων, δεν καλούνται να αποφασίσουν για τίποτα. Μπαίνει δηλαδή ένα θέμα υψηλότερης τάξης που είναι ζήτημα προτεραιοτήτων. Σε αυτό προσπαθούν να απαντήσουν συστήματα συμμετοχικού προϋπολογισμού, όπου οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν πού θα διατεθεί ένα κομμάτι του συνολικού προϋπολογισμού. Τέλος, τίθεται ένα πολύ σημαντικό ζήτημα αρχής: πώς κατανοούμε την συμμετοχή των πολιτών έξω από το αντιπροσωπευτικό σύστημα, δηλ. τις εκλογές; Είναι πολιτικό δικαίωμα και άρα αναπόσταστο κομμάτι της ιδιότητας του πολίτη ή είναι μια παραχώρηση της πολιτείας την οποία δίνει και παίρνει κατά βούλησιν; Αν είναι το πρώτο, τότε γίνεται υποχρέωση της πολιτείας όχι απλώς να προσφέρει διαδικασίες συμμετοχής, αλλά και να βρει τρόπους αυτές να είναι προσβάσιμες. Ένα απλό παράδειγμα είναι οι εκλογές που στην Ελλάδα διεξάγονται Κυριακή για να μπορεί ο κόσμος να πηγαίνει να ψηφίζει. Δεν αρκεί δηλαδή να δίνεις ένα δικαίωμα, αλλά πρέπει να φροντίζεις για την πρόσβαση των πολιτών σ’αυτό. Για την ώρα στις συμμετοχικές διαδικασίες η απάντηση είναι κάπου στη μέση καθώς έχουν όντως θεσμοθετηθεί συμμετοχικές διαδικασίες π.χ. σε διάφορα πολεοδομικά εργαλεία (π.χ. ΣΒΑΚ – Σχέδια Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας), αλλά η πραγματική συμμετοχή στις διαβουλεύσεις είναι ελάχιστη. Από που ξεκινάμε; Δυστυχώς ταυτόχρονα από το τελευταίο και από το πρώτο. Χρειάζεται δηλαδή και η πολιτική συζήτηση για το τι σημαίνει συμμετοχή, αλλά και ρύθμιση πολύ πρακτικών λεπτομερειών για το τι πραγματικά συμβαίνει στις γνωστές διαδικασίες. Για μένα όμως ένα πρώτο βήμα θα πρέπει να είναι η σωστή, προσβάσιμη και συνεχής πληροφόρηση (όχι διαφήμιση).
13
07

Μεγάλος Περίπατος χωρίς πολίτες

Όμως, κατά τη γνώμη μου, το πιο σοβαρό εδώ είναι ο τρόπος που σχεδιάστηκε και δρομολογήθηκε ο Μεγάλος Περίπατος, χωρίς να ερωτηθεί ουσιαστικά κανείς απ’ όσους εμπλέκονται στην πόλη. Εκ των υστέρων μάθαμε πως ο Εμπορικός Σύλλογος και ο ΣΕΤΕ ήταν σύμφωνοι με τη συνολική παρέμβαση (που συμπεριλαμβάνει το, κατά την άποψή μου, πολύ πιο σημαντικό κομμάτι του εμπορικού τριγώνου), αλλά δεν μάθαμε τίποτα για τη διαδικασία και το πλαίσιο αυτής της συμφωνίας. Η λεγόμενη διαβούλευση, δηλαδή η ανταλλαγή απόψεων με εμπλεκόμενους φορείς, είναι ένα σημαντικό, αλλά όχι το μοναδικό κομμάτι, των συμμετοχικών διαδικασιών. Η συμμετοχή των πολιτών από την άλλη δεν είναι κάτι που γίνεται μια κι έξω, αλλά θέλει συνέχεια, θέλει δομές και θεσμικό πλαίσιο. Η συμμετοχή, μάλιστα, δεν ξεκινάει καν στον σχεδιασμό, μπαίνει σε υψηλότερο επίπεδο, σε ζητήματα προτεραιοτήτων για την πόλη: πώς οραματιζόμαστε την πόλη μας, τι χρειάζεται αυτή η πόλη, τι χρειαζόμαστε εμείς οι ίδιοι, οι πολύ διαφορετικοί χρήστες αυτού του χώρου. Η συμμετοχή δεν είναι παραχώρηση της πολιτείας, αλλά δικαίωμα. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιδιότητας του πολίτη. Προϋπόθεση για μια σοβαρή διαδικασία συμμετοχής είναι η συστηματική πληροφόρηση από τη μεριά της πολιτείας (εδώ του δήμου) ως προς τις προθέσεις της, το στάδιο των σχεδίων και τη δυνατότητα παρέμβασης από τη μεριά των πολιτών. Η πληροφορία οφείλει να είναι προσβάσιμη σε όλους, σε γλώσσα κατανοητή και σφαιρική, να παρουσιάζει, δηλαδή, τα διάφορα πιθανά σενάρια των επιπτώσεων. Αν και ο δήμος Αθηναίων δίνει απαντήσεις για το Μεγάλο Περίπατο (υπάρχει ένα Q&A στην ιστοσελίδα του), αυτές έχουν την ποιότητα διαφημιστικού φυλλαδίου. Η συμμετοχή δεν μπορεί να είναι ούτε τυχαία, ούτε ασυνεχής. Ιδανικά θα χρειαζόταν μια δομή που θα δημιουργούσε ένα μόνιμα ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας. Πέρα από το διαδικτυακό χώρο, με όλες του τις αρετές, χρειάζεται και ένας πολύ υλικός χώρος συνάντησης. Αυτός δεν χρειάζεται να αφορά μόνο το Μεγάλο Περίπατο, αλλά θα μπορούσε να είναι ένας μόνιμος χώρος στον οποίο θα παρουσιάζονται στο μέλλον όλες οι παρεμβάσεις στην πόλη σε πρώιμο ακόμη στάδιο. Ένας τέτοιος χώρος θα έχει σχέδια, μακέτες και φυλλάδια με πληροφορίες, ίσως κάποιες ώρες της ημέρας μπορεί να υπάρχει και κάποιος εκπαιδευμένος να απαντά σε ερωτήματα των πολιτών. Θα μπορούσε να είναι χώρος συζητήσεων για την πόλη, χώρος εργαστηρίων και δράσεων.
27
06

Το «Σπίτι της Στατιστικής» στο Βερολίνο

Το Hausder Statistik («Σπίτι της Στατιστικής»), πρώην έδρα της στατιστικής υπηρεσίας της ΛΔ Γερμανίας, ακριβώς πάνω στην Alexanderplatz, παραμένει άδειο από το 1996. Όμως, πίσω από το φαινομενικά κενό κουφάρι, κρύβεται ζωή - και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία διαμαρτυρίας, συμμετοχής και επανεκκίνησης, με πολλά μαθήματα για την πόλη και τη σχέση κινημάτων-εξουσίας. Όταν τα ξαναζεσταμένα και ανανεωμένα σχέδια για κατεδάφιση του κτιρίου παρουσιάζονται στο κοινό το 2015, σε προεκλογική τότε φάση, μια ομάδα ακτιβιστών -κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά καλλιτεχνών- προχωρούν σε μια συμβολική κατάληψη του κτιρίου, απαιτώντας τη διατήρηση και επαναλειτουργία του. Σε συνεργασία με άλλες πρωτοβουλίες, αλλά και με ειδικούς από την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία, προτείνουν τη δική τους εναλλακτική για το κτίριο: έναν χώρο φιλοξενίας προσφύγων, χώρο για κατοικία καλλιτεχνών και για καλλιτεχνικές δράσεις, καθώς και για προσιτή κατοικία για όλους. Για καλή τους τύχη, την επόμενη χρονιά αλλάζει η κυβέρνηση του κρατιδίου του Βερολίνου και η νέα κυβέρνηση συνεργασίας (Σοσιαλδημοκρατών, Πράσινων και DIE LINKE), εντάσσει το κτήριο στην προγραμματική συμφωνία των τριών κομμάτων που υπογράφεται το Σεπτέμβριο του 2016. Η συμφωνία αναφέρεται ρητά στην μελλοντική του χρήση (υιοθετώντας τις απαιτήσεις των ακτιβιστών) και προσθέτει δύο ακόμη διαστάσεις: τη συμμετοχή και το ιδιοκτησιακό καθεστώς. «Το μέλλον του Σπιτιού της Στατιστικής», λέει η συμφωνία, «θα το καθορίσουν τα εμπλεκόμενα μέρη σε έναν ευρύ διάλογο με την κοινωνία των πολιτών». Το κρατίδιο του Βερολίνου προχωρά άμεσα στην αγορά του κτηρίου από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Κι ενώ οι ακτιβιστές, που αναγνωρίζουν τη σημασία θεσμοθετημένων δομών, προχωρούν στη δημιουργία ΚΟΙΝΣΕΠ, μπαίνουν τέσσερις ακόμη παίκτες του δημοσίου στο παιχνίδι: η εταιρεία ακινήτων του κρατιδίου, μια από τις κρατικές εταιρείες κατοικίας, ο Δήμος του Mitte στον οποίο βρίσκεται το ακίνητο, και το Υπουργείο Πολεοδομίας του κρατιδίου. Τα πέντε συνεργαζόμενα μέρη επιλέγουν και μια επιτροπή πολιτών, και όλοι μαζί ανοίγουν ένα διάλογο με αρχιτεκτονικά γραφεία, που προτείνουν τις τεχνικές λύσεις για την επαναλειτουργία του κτιρίου. Όλο αυτό πλαισιώνεται από έναν ευρύ δημόσιο διάλογο, με πιο οργανωμένα σχήματα (εργαστήρια, επιτροπές) και πιο άτυπες διαδικασίες (καφέ, συναντήσεις). Στις αρχές του 2019, η ομάδα παρουσιάζει τα τελικά σχέδια, τα οποία περνούν από την έγκριση του κρατιδίου για να αρχίσουν οι εργασίες, λίγο πριν διακοπούν τα πάντα λόγω πανδημίας.