Άρης Καλαντίδης

25
07

Πόλη και πολίτες: σκέψεις για την συμμετοχή

Θα μπορούσε να σχολιάσει κανείς – και θα είχε και δίκιο – πως τελικά αν θα μπουν πλατάνια ή φλαμουριές στον συγκεκριμένο δρόμο, ελάχιστη σημασία έχει πραγματικά για την ζωή των ανθρώπων και την δημοκρατία. Πως καλούμε τους πολίτες να αποφασίσουν (και να φάνε το χρόνο τους) με κάτι τελικά αδιάφορο, ενώ στα πράγματα που πραγματικά μπορούν να αλλάξουν τη ζωή των ανθρώπων, δεν καλούνται να αποφασίσουν για τίποτα. Μπαίνει δηλαδή ένα θέμα υψηλότερης τάξης που είναι ζήτημα προτεραιοτήτων. Σε αυτό προσπαθούν να απαντήσουν συστήματα συμμετοχικού προϋπολογισμού, όπου οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν πού θα διατεθεί ένα κομμάτι του συνολικού προϋπολογισμού. Τέλος, τίθεται ένα πολύ σημαντικό ζήτημα αρχής: πώς κατανοούμε την συμμετοχή των πολιτών έξω από το αντιπροσωπευτικό σύστημα, δηλ. τις εκλογές; Είναι πολιτικό δικαίωμα και άρα αναπόσταστο κομμάτι της ιδιότητας του πολίτη ή είναι μια παραχώρηση της πολιτείας την οποία δίνει και παίρνει κατά βούλησιν; Αν είναι το πρώτο, τότε γίνεται υποχρέωση της πολιτείας όχι απλώς να προσφέρει διαδικασίες συμμετοχής, αλλά και να βρει τρόπους αυτές να είναι προσβάσιμες. Ένα απλό παράδειγμα είναι οι εκλογές που στην Ελλάδα διεξάγονται Κυριακή για να μπορεί ο κόσμος να πηγαίνει να ψηφίζει. Δεν αρκεί δηλαδή να δίνεις ένα δικαίωμα, αλλά πρέπει να φροντίζεις για την πρόσβαση των πολιτών σ’αυτό. Για την ώρα στις συμμετοχικές διαδικασίες η απάντηση είναι κάπου στη μέση καθώς έχουν όντως θεσμοθετηθεί συμμετοχικές διαδικασίες π.χ. σε διάφορα πολεοδομικά εργαλεία (π.χ. ΣΒΑΚ – Σχέδια Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας), αλλά η πραγματική συμμετοχή στις διαβουλεύσεις είναι ελάχιστη. Από που ξεκινάμε; Δυστυχώς ταυτόχρονα από το τελευταίο και από το πρώτο. Χρειάζεται δηλαδή και η πολιτική συζήτηση για το τι σημαίνει συμμετοχή, αλλά και ρύθμιση πολύ πρακτικών λεπτομερειών για το τι πραγματικά συμβαίνει στις γνωστές διαδικασίες. Για μένα όμως ένα πρώτο βήμα θα πρέπει να είναι η σωστή, προσβάσιμη και συνεχής πληροφόρηση (όχι διαφήμιση).
13
07

Μεγάλος Περίπατος χωρίς πολίτες

Όμως, κατά τη γνώμη μου, το πιο σοβαρό εδώ είναι ο τρόπος που σχεδιάστηκε και δρομολογήθηκε ο Μεγάλος Περίπατος, χωρίς να ερωτηθεί ουσιαστικά κανείς απ’ όσους εμπλέκονται στην πόλη. Εκ των υστέρων μάθαμε πως ο Εμπορικός Σύλλογος και ο ΣΕΤΕ ήταν σύμφωνοι με τη συνολική παρέμβαση (που συμπεριλαμβάνει το, κατά την άποψή μου, πολύ πιο σημαντικό κομμάτι του εμπορικού τριγώνου), αλλά δεν μάθαμε τίποτα για τη διαδικασία και το πλαίσιο αυτής της συμφωνίας. Η λεγόμενη διαβούλευση, δηλαδή η ανταλλαγή απόψεων με εμπλεκόμενους φορείς, είναι ένα σημαντικό, αλλά όχι το μοναδικό κομμάτι, των συμμετοχικών διαδικασιών. Η συμμετοχή των πολιτών από την άλλη δεν είναι κάτι που γίνεται μια κι έξω, αλλά θέλει συνέχεια, θέλει δομές και θεσμικό πλαίσιο. Η συμμετοχή, μάλιστα, δεν ξεκινάει καν στον σχεδιασμό, μπαίνει σε υψηλότερο επίπεδο, σε ζητήματα προτεραιοτήτων για την πόλη: πώς οραματιζόμαστε την πόλη μας, τι χρειάζεται αυτή η πόλη, τι χρειαζόμαστε εμείς οι ίδιοι, οι πολύ διαφορετικοί χρήστες αυτού του χώρου. Η συμμετοχή δεν είναι παραχώρηση της πολιτείας, αλλά δικαίωμα. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιδιότητας του πολίτη. Προϋπόθεση για μια σοβαρή διαδικασία συμμετοχής είναι η συστηματική πληροφόρηση από τη μεριά της πολιτείας (εδώ του δήμου) ως προς τις προθέσεις της, το στάδιο των σχεδίων και τη δυνατότητα παρέμβασης από τη μεριά των πολιτών. Η πληροφορία οφείλει να είναι προσβάσιμη σε όλους, σε γλώσσα κατανοητή και σφαιρική, να παρουσιάζει, δηλαδή, τα διάφορα πιθανά σενάρια των επιπτώσεων. Αν και ο δήμος Αθηναίων δίνει απαντήσεις για το Μεγάλο Περίπατο (υπάρχει ένα Q&A στην ιστοσελίδα του), αυτές έχουν την ποιότητα διαφημιστικού φυλλαδίου. Η συμμετοχή δεν μπορεί να είναι ούτε τυχαία, ούτε ασυνεχής. Ιδανικά θα χρειαζόταν μια δομή που θα δημιουργούσε ένα μόνιμα ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας. Πέρα από το διαδικτυακό χώρο, με όλες του τις αρετές, χρειάζεται και ένας πολύ υλικός χώρος συνάντησης. Αυτός δεν χρειάζεται να αφορά μόνο το Μεγάλο Περίπατο, αλλά θα μπορούσε να είναι ένας μόνιμος χώρος στον οποίο θα παρουσιάζονται στο μέλλον όλες οι παρεμβάσεις στην πόλη σε πρώιμο ακόμη στάδιο. Ένας τέτοιος χώρος θα έχει σχέδια, μακέτες και φυλλάδια με πληροφορίες, ίσως κάποιες ώρες της ημέρας μπορεί να υπάρχει και κάποιος εκπαιδευμένος να απαντά σε ερωτήματα των πολιτών. Θα μπορούσε να είναι χώρος συζητήσεων για την πόλη, χώρος εργαστηρίων και δράσεων.
27
06

Το «Σπίτι της Στατιστικής» στο Βερολίνο

Το Hausder Statistik («Σπίτι της Στατιστικής»), πρώην έδρα της στατιστικής υπηρεσίας της ΛΔ Γερμανίας, ακριβώς πάνω στην Alexanderplatz, παραμένει άδειο από το 1996. Όμως, πίσω από το φαινομενικά κενό κουφάρι, κρύβεται ζωή - και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία διαμαρτυρίας, συμμετοχής και επανεκκίνησης, με πολλά μαθήματα για την πόλη και τη σχέση κινημάτων-εξουσίας. Όταν τα ξαναζεσταμένα και ανανεωμένα σχέδια για κατεδάφιση του κτιρίου παρουσιάζονται στο κοινό το 2015, σε προεκλογική τότε φάση, μια ομάδα ακτιβιστών -κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά καλλιτεχνών- προχωρούν σε μια συμβολική κατάληψη του κτιρίου, απαιτώντας τη διατήρηση και επαναλειτουργία του. Σε συνεργασία με άλλες πρωτοβουλίες, αλλά και με ειδικούς από την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία, προτείνουν τη δική τους εναλλακτική για το κτίριο: έναν χώρο φιλοξενίας προσφύγων, χώρο για κατοικία καλλιτεχνών και για καλλιτεχνικές δράσεις, καθώς και για προσιτή κατοικία για όλους. Για καλή τους τύχη, την επόμενη χρονιά αλλάζει η κυβέρνηση του κρατιδίου του Βερολίνου και η νέα κυβέρνηση συνεργασίας (Σοσιαλδημοκρατών, Πράσινων και DIE LINKE), εντάσσει το κτήριο στην προγραμματική συμφωνία των τριών κομμάτων που υπογράφεται το Σεπτέμβριο του 2016. Η συμφωνία αναφέρεται ρητά στην μελλοντική του χρήση (υιοθετώντας τις απαιτήσεις των ακτιβιστών) και προσθέτει δύο ακόμη διαστάσεις: τη συμμετοχή και το ιδιοκτησιακό καθεστώς. «Το μέλλον του Σπιτιού της Στατιστικής», λέει η συμφωνία, «θα το καθορίσουν τα εμπλεκόμενα μέρη σε έναν ευρύ διάλογο με την κοινωνία των πολιτών». Το κρατίδιο του Βερολίνου προχωρά άμεσα στην αγορά του κτηρίου από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Κι ενώ οι ακτιβιστές, που αναγνωρίζουν τη σημασία θεσμοθετημένων δομών, προχωρούν στη δημιουργία ΚΟΙΝΣΕΠ, μπαίνουν τέσσερις ακόμη παίκτες του δημοσίου στο παιχνίδι: η εταιρεία ακινήτων του κρατιδίου, μια από τις κρατικές εταιρείες κατοικίας, ο Δήμος του Mitte στον οποίο βρίσκεται το ακίνητο, και το Υπουργείο Πολεοδομίας του κρατιδίου. Τα πέντε συνεργαζόμενα μέρη επιλέγουν και μια επιτροπή πολιτών, και όλοι μαζί ανοίγουν ένα διάλογο με αρχιτεκτονικά γραφεία, που προτείνουν τις τεχνικές λύσεις για την επαναλειτουργία του κτιρίου. Όλο αυτό πλαισιώνεται από έναν ευρύ δημόσιο διάλογο, με πιο οργανωμένα σχήματα (εργαστήρια, επιτροπές) και πιο άτυπες διαδικασίες (καφέ, συναντήσεις). Στις αρχές του 2019, η ομάδα παρουσιάζει τα τελικά σχέδια, τα οποία περνούν από την έγκριση του κρατιδίου για να αρχίσουν οι εργασίες, λίγο πριν διακοπούν τα πάντα λόγω πανδημίας.