Δημήτρης Γιατζόγλου

07
06

Δημήτρης Γιατζόγλου: Αναζητώντας το Κέντρο

Το βασικό μοτίβο της συντηρητικής ηγεμονίας είναι ότι η διαιρετική τομή Αριστεράς/Δεξιάς δεν ερμηνεύει σήμερα τους πολιτικούς ανταγωνισμούς και δεν λειτουργεί για την διάκριση των διαφορετικών στόχων και προοπτικών των κοινωνικών δυνάμεων. Οι ζηλωτές του «νέου Κέντρου» το υιοθετούν πλήρως. Η κατάργηση αυτής της τομής αποτελεί όρο για την επίτευξη των αναγκαίων συναινέσεων. Ο αναχρονισμός της αντιστοιχεί στον αναχρονισμό της σημασίας των ταξικών διαιρετικών αντιθέσεων μιας κοινωνίας. Μαζί με το αξίωμα του τέλους των ιδεολογιών επιστρατεύεται για να θεμελιώσει την εξάντληση των μεγάλων αφηγήσεων της χειραφέτησης. Η φιλοδοξία να καταργήσεις διαιρέσεις τέτοιου ιστορικού βάθους συναγωνίζεται βέβαια σε γραφικότητα την παλαιότερα διατυπωμένη φιλοδοξία για την «κατάργηση της πάλης των τάξεων», αλλά ας μην επικεντρωθούμε σ’ αυτό. Το πραγματιστικό διακύβευμα είναι να αποδυναμωθεί στην κοινωνική συνείδηση και να καταστεί πολιτικά ανενεργό το συνεκτικό σύνολο των όρων πάνω στο οποίο συγκροτείται το πολιτικό παράδειγμα του μαρξισμού. Ο στόχος είναι η Αριστερά και οι εμμονές της. Ο στόχος είναι να αδειάσει το μέλλον από το πρόταγμα του σοσιαλισμού. Η κατάργηση της τομής Αριστερά/Δεξιά περνάει μέσα από την κατάργηση της στρατηγικής αυτονομίας της Αριστεράς. Και μας καλεί να αποδεχθούμε ότι ο καπιταλισμός, με όλες του τις αντινομίες, εκφράζει τον θρίαμβο του «ορθολογισμού της ιστορίας». Η ανανεωτική και ριζοσπαστική Αριστερά, απέναντι σ’ αυτό το αφήγημα, δοκιμάζει σήμερα τα υπαρξιακά της όρια. Η επιλογή της «κεντροποίησης» δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως τακτικός ελιγμός. Συνιστά ριζική αλλαγή πολιτικού παραδείγματος. Επί της ουσίας, με όλα τα θεωρητικά και ιδεολογικά της συμφραζόμενα, αποτελεί την απόρριψη της στρατηγικής του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό. Εκφράζει την παραίτηση από την προσπάθεια να γίνουν οι ιδέες της Αριστεράς όχι η ταυτότητα μιας θεωρητικής σέχτας, αλλά υπόθεση μιας «μαζικής διανοητικότητας» και ενός πολιτικού προγράμματος, που πείθει τις υποτελείς τάξεις να κινητοποιηθούν για την πραγμάτωσή του. Η επιλογή της κεντροποίησης θα ρευστοποιήσει και πάλι το πολιτικό τοπίο. Δεν μπορούμε βέβαια να προβλέψουμε όλες τις κοινωνικές αναδιαρθρώσεις και όλες τις αλλαγές που θα χαρακτηρίσουν τον νέο πολιτικό κύκλο. Μερικές τάσεις όμως είναι εμφανείς: η «δυναμική και εξωστρεφής επιχειρηματικότητα» θα βρεθεί στο πρώτο πλάνο της αναπτυξιακής απογείωσης, ο κόσμος της εργασίας όχι. Τα φτωχοποιημένα λαϊκά στρώματα θα αντιμετωπίσουν ένα κενό πολιτικής εκπροσώπησης που θα καλυφθεί ενδεχομένως από την ιδεολογική σύνθεση ακροδεξιού και εθνικιστικού πρωτογονισμού, στεγασμένου στην Ν.Δ. ή πολιτικά αυτονομημένου. Ο νεοφιλελεύθερος «μεταρρυθμισμός» θα επιβάλει την πολιτική του ατζέντα. Το συντηρητικό πολιτισμικό και ιδεολογικό σχέδιο θα εμπεδώσει την ηγεμονία του απέναντι σε μια κοινωνική Αριστερά που θα δίνει τις όποιες μάχες στους δρόμους και σε μια πολιτική Αριστερά στριμωγμένη σε ινστιτούτα και στο διαδίκτυο, βυθισμένη σ’ ένα νέο κύκλο εσωστρέφειας. Αν όλα αυτά σημαίνουν ένα μέλλον χωρίς την Αριστερά, αν όλα αυτά σημαίνουν ότι το μέλλον δεν μπορεί να είναι τίποτα παραπάνω από τη διαρκή επέκταση του παρόντος «μιας ζωής που δεν μας αξίζει να τη ζούμε», αν ο κυβερνητισμός και «η πολιτική ως επάγγελμα» είναι ο τρόπος ύπαρξης και του δικού μας πολιτικού προσωπικού, αν τα αξιακά στερεότυπα του αστισμού δομούν και την δική μας συλλογική ταυτότητα ως αριστερών, γιατί θα πρέπει να τα υπομένουμε παθητικά και να σιωπούμε αμήχανα;
30
03

Δημήτρης Γιατζόγλου: Τίτλοι τέλους

Αν το πολιτικό παιχνίδι στο κέντρο, δηλαδή η «μικρή πολιτική» του αποσπασματικού μεταρρυθμισμού που αφήνει ανέπαφο τον σκληρό πυρήνα της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας, είναι η κεντρική ιδέα του νέου ΣΥΡΙΖΑ – αν το διαζύγιο πολιτικής και ηθικής είναι το τίμημα του πολιτικού ρεαλισμού – αν η φιλοδοξία της Αριστεράς εξαντλείται στη συμβολή της σε έναν «νέο συμβιβασμό καπιταλισμού και δημοκρατίας» με ολίγη από οικολογία – αν ένα αριστερό πολιτικό υποκείμενο προσυπογράφει την καπιταλιστική μεγέθυνση ως ανάπτυξη, τότε μοιάζει να μην έχουμε διδαχθεί τίποτα από τη στρατηγική ήττα του 1989 και τη διαρκή της ανακύκλωση. Μοιάζει να αγνοούμε ότι η διαδρομή από τον Μπερλινγκουέρ και τον Ινγκράο στον Ρέντσι οδηγεί τελικά στον Ντράγκι. Ο ΣΥΡΙΖΑ «του 3%» λοιδορήθηκε και πολεμήθηκε με φανατισμό ως λαϊκιστική εκτροπή από την κανονικότητα του συντηρητικού καθεστωτισμού. Η πρώτη κυβερνητική του θητεία, περιχαρακωμένη στα όρια που όριζε το ευρωπαϊκό νεοφιλελεύθερο παράδειγμα, θεωρήθηκε ως το ναυάγιο μιας αδύνατης αντιστροφής. Το πολιτικό παράδοξο που δρομολογήθηκε το 2019, να αποτελεί ένα ενιαίο πολιτικό υποκείμενο και ταυτόχρονα έκφραση μιας πολιτικής συμμαχίας, θεωρήθηκε ως έκφραση μιας διορθωτικής ωρίμανσης, που όμως δεν παρήγαγε την αναμενόμενη δυναμική. Ρευστοποίησε την ταυτότητα και επέτεινε την ιδεολογική και πολιτική απροσδιοριστία. Η αναζήτηση μιας νέας, περισσότερο δραστικής μετατόπισης κάνει την κρίση του εγχειρήματος ορατή διά γυμνού οφθαλμού.
21
09

Περί εκκρεμοτήτων και μετασχηματισμών

Ο κοινωνικός μετασχηματισμός και ο ορίζοντας του σοσιαλισμού. Ας ξεκινήσουμε με ένα ερώτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί με υπεκφυγές: τίθεται αυτό το ζήτημα ως πραγματική εκκρεμότητα για όλες τις δυνάμεις που θα συγκροτήσουν το νέο κόμμα; Ακόμα κι αν παρακάμψουμε τον «ενοχλητικό» παράγοντα της ιδεολογίας, υπάρχει μια κοινή πεποίθηση ότι πρέπει να αποτελέσει το κέντρο γύρω από το οποίο θα αρθρωθεί το Πολιτικό Πρόγραμμα; Ας είμαστε ειλικρινείς. Η εκκρεμότητα κρατάει για την Αριστερά όλης της Ευρώπης χρόνια ολόκληρα. Ιδιαίτερα μετά το 1989, η Αριστερά μοιάζει να μη μπορεί, ή να θεωρεί αδύνατο, να επεξεργαστεί ένα πολιτικό σχέδιο στο οποίο θα αποτυπώνεται η ενότητα των στρατηγικών προταγμάτων με το μεταρρυθμισμό της «καθημερινής πολιτικής». Όμως χωρίς αυτήν την ενότητα, ο «πόλεμος θέσεων» για τη συνεχή διεύρυνση της δημοκρατίας ως δρόμο για τον κοινωνικό μετασχηματισμό περιορίζει τη φιλοδοξία μας στη συμβολή για την άμβλυνση των καπιταλιστικών ακροτήτων και για την κανονικότητα του πολιτικού φιλελευθερισμού. «Ο σοσιαλισμός είναι ένας ορίζοντας που όσο τον πλησιάζουμε απομακρύνεται». Μπορούμε να διαβάσουμε την απόφανση με δύο τρόπους. Ως την έκφραση μιας αμηχανίας, μιας σισύφειας προσπάθειας, ως έμμεση παραδοχή της ιστορικής ρήσης του Μπερνστάϊν για «το κίνημα που είναι το παν», έναντι ενός «σκοπού» απροσδιόριστου και ίσως σήμερα μη αναγκαίου. Αλλά μπορούμε να τη διαβάσουμε και αλλιώς, ενεργητικά, με νευραλγικό κέντρο το ρήμα «πλησιάζω», δηλαδή αγωνίζομαι να συγκροτώ συνεχώς το «σκοπό». Αυτό το πλησίασμα, και το υλικό του αποτύπωμα σέ όλα τα πεδία των κοινωνικών σχέσεων που δημιουργεί συνεχώς ανθεκτικά και προωθητικά κεκτημένα στον αντικαπιταλιστικό αγώνα, ανήκει στην πολιτική, προγραμματική και ταυτοτική διαμόρφωση του νέου πολιτικού υποκειμένου; Η απάντηση δεν μπορεί να προεξοφληθεί χωρίς μια συζήτηση χρήσιμη για όλους.
27
08

Το διάβημα του ράφτη

Τι έχει απομείνει στη ζώσα μνήμη των αριστερών από τον Οκέτο, τον Ρέντσι, τον «χαρισματικό» Βελτρόνι. Αν η λαϊκότητα ενός αριστερού κόμματος προκύπτει από την αδιαμεσολάβητη σχέση του ηγέτη του με το πλήθος ή από τη συνομιλία μιας διαπλαστικής πολιτισμικής ταυτότητας με την κοινωνία, όπως επιβεβαιώνει η ιταλική εμπειρία. Και κυρίως να ξανασκεφτούμε το πώς και το γιατί της λαχτάρας για την «πτήση», που αναδύθηκε εδώ σε μας, στη δική μας «Ουλμ» την καθημαγμένη από την κρίση, κόντρα στη χλεύη των λογής λογής επισκόπων, θολή και ανεπεξέργαστη. Να αναστοχαστούμε χωρίς αυταρέσκεια το εγχείρημα που αναλήφθηκε για την πραγματοποίηση της πτήσης. Τις αντιφάσεις και τις αμηχανίες που το χαρακτήρισαν. Τη στρατηγική αστάθεια. Την αχρείαστη «μέθη και υπεροψία» που το σημάδεψαν σε πολλές του στιγμές. Τη ματαίωσή του. Την κοπιώδη διανοητική, ηθική και οργανωτική προσπάθεια που απαιτείται για να ανασυγκροτηθεί ως ρητή και συνολική κριτική ενός βιοπολιτικού παραδείγματος, που η διαβρωτική ιδεολογία του δεν αφήνει ούτε εμάς ανέγγιχτους πολλές φορές. Να προετοιμάσουμε την επάνοδο στη διακυβέρνηση όχι ως αγχώδες ρεσάλτο, αλλά ως αποτέλεσμα της ανάκτησης της ηγεμονίας. Για πολλούς από εμάς, που αντιμετωπίζουμε το πολιτικό παρελθόν της Αριστεράς ως μια ανολοκλήρωτη υπόθεση, ως ενιαία διαδρομή με πολλές ανοιχτές εκκρεμότητες και με λίγους αλλά αναντικατάστατους οδοδείκτες, η μοναδική και αδιαπραγμάτευτη δέσμευσή μας είναι η προσήλωση στη διαρκή αναζήτηση των όρων και των δυνάμεων που απαιτούνται για την πτήση στον ορίζοντα της κοινωνικής και ανθρώπινης χειραφέτησης. Τίποτα περισσότερο. Τίποτα λιγότερο.
12
12

Ανιχνεύοντας ένα νέο «πολιτικό παράδειγμα»

Η απάντηση στο ερώτημα: αν αυτό που φιλοδοξούμε να παραχθεί είναι ένα πολιτικό υποκείμενο οργανικά συνδεδεμένο με την ιστορία και την κοινωνία, που παράγει ιδέες, ταυτότητα, πολιτική κουλτούρα και διεκδικεί την ιδεολογική ηγεμονία, ή αν η προτεραιότητα είναι η συγκρότηση ενός αποτελεσματικότερου μηχανισμού διεκδίκησης της κυβερνητικής εξουσίας, είναι απολύτως υποχρεωτική. Η ιστορική εμπειρία πάντως δείχνει ότι η αναμέτρηση με το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα απαιτεί μια Αριστερά υψηλών προδιαγραφών και απαιτήσεων. Το ζήτημα της Ταυτότητας και της Ιδεολογίας του νέου κόμματος βρίσκεται στην καρδιά της συγκρότησής του. Η συζήτησή του, που ήδη ξεκίνησε, δεν θα είναι εύκολη. Θα ήταν πολύ χρήσιμο, μορφωτικοί θεσμοί και διανοούμενοι που κινούνται στον χώρο της Αριστεράς να συμβάλλουν στην αποσαφήνιση εννοιών και στην μεθοδολογική προσέγγιση θεμάτων που δεν προσφέρονται για στείρα πολεμική. Αποσπασματικά και σχηματικά μπορούν να καταγραφούν κάποια σημεία ενδεικτικά της συνθετότητας του ζητήματος: Η αποδιάρθρωση ισχυρών κομματικών ταυτοτήτων στην χώρα μας και στην Ευρώπη παρήγαγε ανίσχυρα πολιτικά υβρίδια μιας «κεντρώας» στάσης, που αφομοιώθηκαν εύκολα από τον κυρίαρχο φιλελευθερισμό. Το παράδειγμα της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας και του Ιταλικού Κ.Κ. αποτελεί τυπικό δείγμα. Εκείνες οι ταυτότητες δεν αντλούσαν την συνοχή και την αποτελεσματικότητά τους από «προγράμματα» και τρέχουσες πολιτικές. Συνδέθηκαν με το πάθος, τη στράτευση, τις προσδοκίες και τις φαντασιώσεις των ανθρώπων, μέσω ιδεών και εναλλακτικών, ευρύτερα πολιτισμικών πρακτικών, που αμφισβητούσαν την καπιταλιστική ιδεολογική ηγεμονία. Η αντίληψη πως οι σύγχρονες κομματικές ταυτότητες μπορούν να συγκροτούνται μόνο Πολιτικά και Προγραμματικά είναι άκρως ιδεολογική ͘ ανήκει σ’ αυτό που ο Ελεφάντης χαρακτήρισε ως «ιδεολογία της μη ιδεολογίας». Η συγκρότηση της ταυτότητας του νέου κόμματος θα είναι μια δύσκολη διεργασία. Αυτό που επιβάλλεται, δεν είναι να οικοδομήσουμε τον φράχτη της αυτοαναφορικότητάς μας. Αυτό που μας αρμόζει είναι μια ταυτότητα – παράθυρο, για να κατανοήσουμε την κοινωνία και να συνομιλήσουμε μαζί της, από την σκοπιά των υποτελών.
  • 1
  • 2