Klaus Dörre: Το πανδημικό κράτος είναι μια κατάσταση εξαίρεσης
Η πανδημία του κορονοϊού έχει δημιουργήσει μια φαινομενικά παράδοξη κατάσταση. Το παρεμβατικό κράτος επέστρεψε: ξαφνικά αυτό που φαινόταν να αποκλείεται για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι δυνατό – δημιουργία κρατικού χρέους, από κοινού δανεισμός στην Ευρωπαϊκή Ενωση, επενδυτικά προγράμματα τρισεκατομμυρίων ευρώ για την ανοικοδόμηση της οικονομίας και δέσμευση για επενδύσεις στην ταχεία ψηφιοποίηση και πράσινη οικονομία. Αυτός ο νέος τύπος κρατικού παρεμβατισμού μπορεί πράγματι να γίνει η μαμή ενός «καπιταλισμού με νέο πρόσωπο». Από αυτή την άποψη, αντιπροσωπεύει μια υπέρβαση της πολιτικής μεσοβασιλείας που χαρακτήρισε τη δεκαετία μεταξύ της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και της πανδημίας του κορονοϊού. Ωστόσο, το κράτος του Κορονοϊού δεν είναι εξοπλισμένο για να είναι πρωταγωνιστής σε μια πραγματική επανάσταση αειφορίας, επειδή δομικά είναι ένα φαντασματικό υποκατάστατο.
Το πανδημικό κράτος είναι μια κατάσταση εξαίρεσης που, σύμφωνα με το σύνταγμα, περιορίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα προκειμένου να αποφευχθεί μια υγειονομική καταστροφή. Με το τέλος της πανδημίας, η νομιμότητά του λήγει και οι δραστηριότητές του, ακόμη και κατά τη διάρκεια –στη Γερμανία μέχρι τώρα καταστροφικής– της διαχείρισης της πανδημίας, πρέπει να παρακολουθούνται κριτικά. Το οικονομικά παρεμβατικό κράτος πρέπει να κριθεί διαφορετικά. Η σταδιακή απομάκρυνση από τη δημοσιονομική λιτότητα, τους ισορροπημένους προϋπολογισμούς, το «Schwarze Null» [το Μαύρο Μηδέν] και –αν και ακόμη μόνο σαν υπαινιγμός– η παραδοσιακή απροθυμία να φορολογηθεί ο πλούτος και τα εισοδήματα, αντιπροσωπεύουν πρόοδο σε σύγκριση με την έννοια μιας «δημοκρατίας συμβατής με την αγορά» (Ανγκελα Μέρκελ) παλαιότερων χρόνων. Ωστόσο, αυτό δεν εγγυάται μια επανάσταση αειφορίας. Πολιτικά, το κράτος του κορονοϊού πατάει πάνω σε λεπτό πάγο, επειδή το υπερβολικό εθνικό χρέος που απαιτείται λειτουργεί μόνο εφόσον οι κεντρικές τράπεζες και οι χρηματοπιστωτικές αγορές παίζουν μαζί και εγγυώνται μια πολιτική χαμηλού επιτοκίου.
Αυτό καθιστά ακόμη πιο σοβαρό το γεγονός ότι οι υπάρχοντες κρατικοί μηχανισμοί σε ευρωπαϊκό, ομοσπονδιακό και κρατικό επίπεδο χαρακτηρίζονται γενικά από έλλειψη φαντασίας στην οικονομική και βιομηχανική πολιτική. Αποκομμένοι από τη συνετή παρέμβαση, γνωρίζουν λίγα πράγματα για το τι πρέπει να κάνουν με την αναπάντεχη τύχη του προγράμματος επενδύσεων και ανοικοδόμησης. Ενα πρόβλημα της πολιτικής αριστεράς και των συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι ότι συχνά το ίδιο ισχύει για αυτούς. Αυτό πρέπει να αλλάξει γρήγορα εάν η Αριστερά θέλει να επηρεάσει την πορεία που πρέπει τώρα να χαραχτεί.









