Macro

Ο Μαξ Βέμπερ, θύμα αστυνομικής βίας

Δικαιολόγηση της καταστολής στη Γαλλία δια της «φιλοσοφίας»

Οταν βρέθηκε αντιμέτωπος με πολυάριθμες διαμαρτυρίες που καταγγέλλουν τις βιαιότητες των «δυνάμεων της τάξης» εναντίον άοπλων διαδηλωτών, ο Εμανουέλ Μακρόν απάντησε με μια ιστορική φράση: «Μη μιλάτε για καταστολή και αστυνομικές βιαιότητες. Αυτές οι λέξεις είναι απαράδεκτες σ’ ένα κράτος δικαίου» (2/3/2019).

Θαυμαστή διατύπωση, παράδειγμα σχεδόν ιδεοτυπικό (για να μιλήσουμε σαν τον Μαξ Βέμπερ) αυτού που θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε «ψευδή πολιτική επιστήμη» (fake political science).

Από τον Παπόν στον Μακρόν

Στην πραγματικότητα, η φράση αυτή είναι έντονα γελοία: δεν υπάρχει στον κόσμο κανένα κράτος δικαίου που να μην κατέφυγε σε παράνομες κι απονομιμοποιημένες μορφές αστυνομικής βίας σε κάποια στιγμή της ιστορίας του! Παράδειγμα, η Γαλλική Δημοκρατία. Δεν πρόκειται ν’ απαριθμήσουμε εδώ όλες τις βιαιότητες αυτού του είδους από τότε που η Γαλλία ξανάγινε κράτος δικαίου το 1944. Ενα μόνο παράδειγμα αρκεί: 17 Οκτωβρίου 1961.

Η Γαλλία ήταν μια χαρά κράτος δικαίου, το Σύνταγμα σε ισχύ, το Κοινοβούλιο λειτουργούσε. Μια ειρηνική διαδήλωση Αλγερινών πνίγηκε στο αίμα από την αστυνομία: εκατοντάδες νεκροί, πολλοί από τους οποίους ρίχτηκαν στον Σηκουάνα. Υπεύθυνος γι’ αυτή τη σφαγή ήταν ο διευθυντής της παρισινής αστυνομίας, κ. Μορίς Παπόν –που πολύ αργότερα δικάστηκε και καταδικάστηκε για άλλους λόγους: εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και συνεργασία με τους ναζί κατακτητές στη γενοκτονία των Εβραίων.

Οι αστυνομικές βιαιότητες της Μακρονίας τα δύο τελευταία χρόνια, από τη στιγμή που εμφανίστηκε το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, δεν είναι βέβαια ισάξιες. Δεν παύουν ωστόσο ν’ αποτελούν τις πιο βάρβαρες επιθέσεις των δυνάμεων της τάξης εναντίον άοπλων διαδηλωτών μετά το τέλος του πολέμου της Αλγερίας. Αυτή η βία έχει ασκηθεί με μεθόδους όπως η λαβή στραγγαλισμού ή το στρίμωγμα στο έδαφος και μια κατασταλτική πανοπλία απαγορευμένη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες: «εκτοξευτές αμυντικών βολίδων» (ωραίος ευφημισμός!), «χειροβομβίδες απαγκίστρωσης», τοξικές δακρυγόνες βομβίδες, μηχανισμοί πρόκλησης ηλεκτροσόκ (taser) κ.λπ.. Τα παλιά καλά κλομπ χρησιμοποιήθηκαν επίσης για τον σοβαρό τραυματισμό μεγάλου αριθμού ανθρώπων.

Να θυμίσουμε την περίπτωση της Ζενεβιέβ Λεγκέ, 73χρονης ακτιβίστριας κατά της παγκοσμιοποίησης, που ξυλοκοπήθηκε με κλομπ και ρίχτηκε καταγής, κατά τη διάρκεια μιας εντελώς δυσανάλογης, βίαιης αστυνομικής επέλασης εναντίον μερικών εκατοντάδων ειρηνικών διαδηλωτών. «Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ήρεμη» και η ομάδα «αποτελούνταν κυρίως από γυναίκες και ηλικιωμένα πρόσωπα, δίχως σπασίματα, δίχως ρίψεις αντικειμένων», κατέθεσαν οι φωτογράφοι («Le Monde», 25/6/2019).

Στα πλάνα των βιντεοκαμερών ασφαλείας βλέπουμε έναν αστυνομικό να βγαίνει από την αλυσίδα στην αρχή της επίθεσης και να σπρώχνει βίαια την εβδομηντάχρονη διαδηλώτρια, που φορούσε μαύρο μπλουζάκι και κρατούσε μια τεράστια σημαία με τα χρώματα του ουράνιου τόξου και τη λέξη «ειρήνη».

Αφού μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με σπασμένα πλευρά και πολλά κατάγματα στο κρανίο, εξακολουθεί να υποφέρει από τις επιπτώσεις αυτής της επίθεσης. Ο υπεύθυνος αυτής της επέλασης, επιθεωρητής Σουσί, μερικούς μήνες αργότερα παρέλαβε από τα χέρια του υπουργού Εσωτερικών, Κριστόφ Καστανέ, το χάλκινο μετάλλιο εσωτερικής ασφάλειας, με το οποίο ανταμείβονται «ιδιαίτερα τιμητικές υπηρεσίες και μια εξαιρετική στράτευση».

Απ’ την πλευρά του, ο Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε πάλι λίγες μέρες μετά τη διαδήλωση της Νίκαιας: «Αυτή η κυρία δεν ήρθε σ’ επαφή με τις δυνάμεις της τάξης». Για να διευκρινίσει, κατόπιν, πως «όταν είμαστε εύθραυστοι, δεν πάμε σε χώρους που έχουν χαρακτηριστεί απαγορευμένοι και δεν ανακατευόμαστε με τέτοιες καταστάσεις». Ενοχοι είναι τελικά τα ίδια τα θύματα. Δέκα οκτώ μήνες αργότερα, ωστόσο, η ίδια η Γενική Επιθεώρηση της Εθνικής Αστυνομίας (IGPN), γνωστή για την επιείκειά της απέναντι στους φταίχτες αστυνομικούς, υποχρεώθηκε ν’ αναγνωρίσει την ευθύνη της αστυνομίας σ’ εκείνη την επίθεση.

Σύμφωνα με τον απολογισμό του δημοσιογράφου Νταβίντ Ντιφρέν, κατά τη διάρκεια της παρούσας κυβέρνησης οι επεμβάσεις της αστυνομίας είχαν αποτέλεσμα τρεις νεκρούς, πέντε κομμένα χέρια, 28 βγαλμένα μάτια και 341 σοβαρούς τραυματισμούς στο κεφάλι. Εδώ κι εξήντα χρόνια, από το 1962, κάτω από διάφορες κυβερνήσεις της Δεξιάς, του Κέντρου ή της Αριστεράς, δεν είχαμε δει τίποτα παρόμοιο.

Πριν από τον Μακρόν η κρατική βία ασκούνταν κυρίως στα λαϊκά προάστια, εναντίον προσώπων που κατάγονταν από τις αποικίες. Η περίπτωση του Ανταμά Τραορέ, που πέθανε το 2016 σ’ έναν σταθμό της χωροφυλακής στο Βαλ ντ’ Ουάζ, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του είδους βίας με ρατσιστικά συμφραζόμενα. Με τη σημερινή κυβέρνηση παρακολουθούμε ωστόσο ένα είδος «εκδημοκρατισμού» της βίας: καμιά απολύτως διάκριση χρώματος, καταγωγής, εθνικότητας, ηλικίας ή φύλου! Ολοι έχουν δικαίωμα στο κλομπ, σε συνθήκες πλήρους ισότητας.

Πρόκειται άραγε για νόμιμη άμυνα των δυνάμεων της τάξης απέναντι σε διαδηλωτές βίαιους, οπλισμένους με πέτρες και κοκτέιλ μολότοφ; Κάτι τέτοιο κάθε άλλο παρά αποτελεί τον κανόνα. Ας πάρουμε τις περιπτώσεις των τριών νεκρών: η 80χρονη Ζινέπ Ρεντουάν χτυπήθηκε στο πρόσωπο από τα θραύσματα δακρυγόνας βομβίδας, ενώ προσπαθούσε να κλείσει το παράθυρο του διαμερίσματός της στον 4ο όροφο· ο Στιβ Μαγιά Κανιτσό πνίγηκε στον Λίγηρα ύστερα από αστυνομική επίθεση σε μια ομάδα που τραγουδούσε πολύ δυνατά μέσα στη νύχτα [την «εθνική γιορτή τραγουδιού»]· κι ο Σεντρίκ Σουβιά, ντελιβεράς που επιχειρούσε να βιντεοσκοπήσει την αστυνομία με το κινητό του, ήταν θύμα βίαιης σύλληψης (σύνθλιψη του λάρυγγα). Κανείς τους δεν μετείχε σε «απαγορευμένη διαδήλωση».

Ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτή τη βία δίχως προηγούμενο στην ιστορία της μεταποικιακής Γαλλίας; Οι αστυνομικοί, αναμφίβολα. Οι ρατσιστικές, βίαιες και καταπιεστικές τάσεις πολλών αστυνομικών έχουν επαρκώς τεκμηριωθεί, από πολυάριθμες μαρτυρίες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται κι εκείνες άλλων αστυφυλάκων, που έχουν εξοργιστεί μ’ αυτή την κατάσταση.

Γιατί όμως δεν είχαμε αυτού του είδους τις υπερβάσεις σε τέτοια κλίμακα πριν από το 2018; Η αστυνομία ήταν η ίδια… Ιδού η μόνη δυνατή απάντηση: αυτές οι πρακτικές ενθαρρύνθηκαν, επιτράπηκαν, νομιμοποιήθηκαν και «καλύφθηκαν» από τις αρχές. Μεταξύ άλλων, από τον αστυνομικό διευθυντή Παρισιού, Ντιντιέ Λαλεμάν, τον υπουργό Εσωτερικών, Κριστόφ Καστανέ, τον γενικό γραμματέα του υπουργείου Εσωτερικών, Λοράν Νουνέ. Μια δήλωση αυτού του τελευταίου συνοψίζει αρκετά καλά τη συμπεριφορά της εξουσίας: «Δεν μετανιώνουμε για τον τρόπο με τον οποίο τηρήσαμε τη δημόσια τάξη» (RTL, 2/6/119).

Οσο για τον υπουργό Καστανέ, ιδού η άποψή του για το ζήτημα: «Εμένα μ’ αρέσει η τάξη σε τούτη τη χώρα κι υπερασπίζομαι την αστυνομία και τη χωροφυλακή. Στα λόγια μου δεν υπάρχει “αλλά”. Τις υπερασπίζομαι κι αυτό είναι όλο» (Βουλή, 11/2/2020). Ο μεγάλος υπεύθυνος, σε τελική ανάλυση, είναι όμως ο ίδιος ο Δίας, δηλαδή ο Εμανουέλ Μακρόν: στην Πέμπτη Δημοκρατία ο πρόεδρος είναι αυτός που καθορίζει τη στρατηγική και τη συμπεριφορά των δυνάμεων της τάξης. Βρισκόμαστε σ’ ένα κράτος δικαίου: η αστυνομία το μόνο που κάνει είναι να υπακούει στις εντολές των νόμιμων, συνταγματικών αρχών.

Ο Ζερόμ Ροντρίγκ, ένας από τους εμψυχωτές των Κίτρινων Γιλέκων που έχασε το μάτι του από «αμυντική βολίδα», το επισήμανε σε συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε στις 7/9/2020 στην ηλεκτρονική σελίδα της μοντέρνας Le Monde: «Μιλάμε για αστυνομικές βιαιότητες αλλά βασικά θα έπρεπε να μιλάμε για βιαιότητες κυβερνητικές, αυτοί είναι που χρησιμοποιούν απλά την αστυνομία ως ασπίδα».

Το φάντασμα του Βέμπερ

Στη διάρκεια του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων, η κυβερνητική θέση δεν ήταν ωστόσο εύκολο να υποστηριχθεί. Οι βιντεοσκοπήσεις από διαδηλωτές ή περαστικούς δεν επέτρεπαν πια την απόκρυψη αυτών των βιαιοτήτων. Η ίδια η ιδέα πως αυτές θα μπορούσαν να είναι συμβατές μ’ ένα «κράτος δικαίου» αμφισβητούνταν και σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο.

Ηδη από το Γενάρη του 2019 ο [πολύ δεξιός] Συνήγορος του Πολίτη, Ζακ Τουμπόν, ζητούσε την αναστολή της χρήσης εκτοξευτήρων αμυντικών βολίδων, εξαιτίας της «επικινδυνότητας» (δικά του λόγια) αυτών των όπλων που χρησιμοποιούν οι δυνάμεις της τάξης. Στις αρχές Μαρτίου ήταν πάλι ο Μισέλ Μπασελέ, Υπατος Αρμοστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ, αυτός που ζητούσε από τις γαλλικές αρχές να διεξάγουν έρευνα για τις αστυνομικές βιαιότητες που διαπράττονταν από το Νοέμβριο του 2018 στο περιθώριο των διαδηλώσεων των Κίτρινων Γιλέκων. Προσέθετε δε ότι τα Κίτρινα Γιλέκα διαδήλωναν εναντίον «αυτού που θεωρούν ως αποκλεισμό τους από τα οικονομικά δικαιώματα και τη συμμετοχή τους στις δημόσιες υποθέσεις». Το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο δεν υπήρχε αστυνομική βία, αλλά επιχειρήσεις διατήρησης της τάξης εναντίον της βίας για την οποία ήταν ένοχοι οι διαδηλωτές, δεν άντεχε πια.

Η αστυνομική βία ως εκ τούτου όχι μόνο αναγνωρίστηκε, αλλά και διεκδικήθηκε. Ο Μπενζαμέν Γκριβό, τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος, έκανε έκκληση για «αυστηρότητα», ενώ η πόρτα του υπουργείου του παραβιαζόταν από τα Κίτρινα Γιλέκα δίχως το παραμικρό θύμα. Κι ο Ζεράρ Νταρμανέν, τότε υπουργός Οικονομικών, έβαλε το κλειδί: «Σ’ ένα δημοκρατικό κράτος, το μονοπώλιο της νόμιμης βίας ανήκει στους αστυνομικούς και τους χωροφύλακες».

Η διατύπωση είχε λανσαριστεί ‒αόριστη ανάμνηση, δίχως αμφιβολία, των σπουδών που ο υπουργός είχε κάνει κάποτε στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών της Λιλ. Η αναφορά στον Μαξ Βέμπερ δεν ήταν ακόμη παρούσα. Μπορεί και να του την είχε σφυρίξει η ανάλυση (με περισσότερες, πάντως, αποχρώσεις) του Τομά Λεγκράν στο πρωινάδικο της France Inter, λίγες μέρες νωρίτερα. Σχολιάζοντας τη βίαιη σύλληψη (για να μην πούμε κάτι άλλο) του Ερίκ Ντρουέ, τον οποίο κατηγορούσε ότι δεν σεβάστηκε τους υφιστάμενους κανόνες για τις διαδηλώσεις «που σέβονται όλοι», ο δημοσιογράφος αναγνώριζε πως η τήρηση της τάξης στη Γαλλία δεν ήταν ίσως «στο ύψος» μιας μεγάλης δημοκρατίας. Και κατέληγε: «Για να παραμείνει όμως το κράτος δικαίου και η φιλελεύθερη δημοκρατία που ισχυρίζεται πως είναι, πρέπει επίσης να σκύψουμε πάνω από τις καταχρήσεις αυτού που ο Μαξ Βέμπερ αποκαλούσε νόμιμη βία».

Εκτοτε, πολιτικοί και δημοσιογράφοι δεν θα πάψουν να επικαλούνται τον Μαξ Βέμπερ, μετατρέποντάς τον σε απόστολο της νόμιμης (και συνεπώς αναπόφευκτης) βίας του κράτους. Τον Ιούνιο του 2020, ο ίδιος Τομά Λεγκράν επανέρχεται: «Η κυβέρνηση δεν μπορεί ν’ αποδεχθεί στην πράξη την ιδέα πως η αστυνομία θα ήταν αφ’ εαυτής βίαιη, πέραν φυσικά της περίφημης νόμιμης βίας της οποίας το κράτος είναι θεματοφύλακας, σύμφωνα με τον Μαξ Βέμπερ. Αυτό θα σήμαινε αποδοχή της θεωρίας πως η αστυνομία δεν είναι παρά το ένοπλο χέρι ενός συστήματος κυριαρχίας».

Υπουργός Εσωτερικών πλέον, ο Ζεράρ Νταρμανέν, όταν αναφέρεται στη «δράση των δυνάμεων της τάξης» ενώπιον της νομοθετικής επιτροπής της Βουλής, θέλει αναμφίβολα να κάνει επίδειξη κουλτούρας: «Η αστυνομία ασκεί βία, νόμιμη φυσικά, αλλά βία. Αυτό είναι τόσο παλιό όσο ο Μαξ Βέμπερ». Ενώ σ’ όλο τον κόσμο πολλαπλασιάζονται οι διαδηλώσεις κατά της δολοφονίας του Τζορτζ Φλόιντ, που πέθανε από ασφυξία στα χέρια της αστυνομίας, και πέραν αυτού, κατά των αστυνομικών βιαιοτήτων, ο Ζεράρ Νταρμανέν πιστεύει προφανώς ότι κάνει χιούμορ προσθέτοντας: «Οταν ακούω τη λέξη “αστυνομική βία”, εγώ προσωπικά νιώθω ασφυξία. Η αστυνομία ασκεί βέβαια βία, αλλά βία νόμιμη».

Η διατύπωση είχε λανσαριστεί. Θα την επαναλάβουν, από την Αριστερά ώς την Ακρα Δεξιά. Ο Αντριέν Ντεσιέν, γράφει έτσι στο [ακροδεξιό περιοδικό] Causeur, ήδη τον Γενάρη του 2019: «Απέναντι στον εκτραχηλισμό ορισμένων Κίτρινων Γιλέκων και την αυξανόμενη βία των μπαχαλάκηδων, οι δυνάμεις της τάξης ασκούν το μονοπώλιο της έννομης φυσικής βίας προστατεύοντας πολίτες και μαγαζιά». Σ’ ένα άλλο άρθρο, θα διευκρινίσει πως οι δυνάμεις της τάξης κάνουν απλά τη δουλειά τους: «την άσκηση του “μονοπωλίου της έννομης βίας”, για να επαναλάβουμε την έκφραση που επεξεργάστηκε ο Μαξ Βέμπερ».

Στ’ αριστερά, μ’ ένα πνεύμα πολύ διαφορετικό, ο ίδιος ο Νταβίντ Ντιφρέν (τόσο στο φιλμ «Μια χώρα που κάθεται ήσυχα» όσο και στη μυθιστορία «Υστατη κλήτευση», που καταγγέλλουν την καταστολή των Κίτρινων Γιλέκων) αφιερώνει έναν καθόλου ευκαταφρόνητο χώρο στη συζήτηση της διατύπωσης του Βέμπερ. Η κριτική όμως δύναμη της σκέψης του Βέμπερ δεν θ’ αποκατασταθεί πουθενά.

Ο πραγματικός Βέμπερ

Τι ακριβώς λέει όμως ο Βέμπερ και ποιο είναι το νόημα του επιχειρήματός του;

Στον τόμο «Οικονομία και Κοινωνία», αυτή τη μεγάλη συλλογή κειμένων που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του από τη σύζυγό του, Μαριάνε Βέμπερ, το 1921, ο κοινωνιολόγος προτείνει τον περίφημο ορισμό του για το κράτος:

Μπορούμε να ορίσουμε ως «κράτος» έναν πολιτικό θεσμό, γράφει, όταν «αυτός διεκδικεί επιτυχώς […] το μονοπώλιο του νόμιμου φυσικού καταναγκασμού (Zwang)». Προσθέτει επίσης ότι το κράτος χρησιμοποιεί πολλά άλλα μέσα για να εξασφαλίσει την υπακοή, αλλά «η απειλή και ενδεχομένως η εφαρμογή της βίας» είναι παντού, «σε περίπτωση αποτυχίας των άλλων μέσων, το έσχατο μέσο (ultima ratio)». Στη διάλεξή του για την «Πολιτική ως Επάγγελμα» (1919), ο Βέμπερ προτείνει έναν ελαφρώς διαφορετικό ορισμό: «Το κράτος είναι αυτή η ανθρώπινη κοινότητα η οποία, εντός καθορισμένης περιοχής […] διεκδικεί για τον εαυτό της και καταφέρνει να επιβάλει το μονοπώλιο της νόμιμης φυσικής βίας». Αλλά η θεμελιακή ιδέα, προφανώς, είναι η ίδια.

Αυτός ο ορισμός του κράτους από τον Βέμπερ έχει θεωρηθεί -και δικαίως- κατάλληλος, από διάφορα ρεύματα των κοινωνικών επιστημών. Δεν απέχει και πολύ από τις μαρξιστικές θέσεις… Επιπλέον, ο ίδιος ο Βέμπερ, στην «Πολιτική ως Επάγγελμα», παραθέτει για να υποστηρίξει το επιχείρημά του -όχι δίχως μια στάλα ειρωνείας- τίποτα λιγότερο από Λέον Τρότσκι: «“Κάθε κράτος βασίζεται στη βία”, δήλωνε ο Τρότσκι απ’ την πλευρά του στο Μπρεστ Λιτόφσκ».

Πρέπει ωστόσο να τονιστεί πως αυτός ο ορισμός είναι απολύτως «Wert-frei», απαλλαγμένος από αξιολογική κρίση. Η εν λόγω «νομιμότητα» εδώ δεν έχει καμία σημασία καθ’ εαυτή. Δεν είναι μια ηθική αρχή, μια καντιανή κατηγορική προσταγή, τίποτα περισσότερο από έναν καθολικό κανόνα δικαίου.

Οπως μας υπενθυμίζει η επιφανής ειδικός για τον Βέμπερ, Κατρίν Κολιό-Τελέν, σ’ ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 19 Φεβρουαρίου 2020, «ο όρος “νόμιμος”, σε αυτόν τον ορισμό, δεν έχει κανονιστική έννοια: δεν είναι το ισοδύναμο του “δίκαιου” ή “ορθολογικά θεμελιωμένου”. Η μονοπώληση από το κράτος της νόμιμης βίας […] είναι ένα δεδομένο γεγονός: ένα συγκεκριμένο είδος εξουσίας, σε μια ορισμένη περιοχή, κατάφερε να επιβάλει την ηγεμονία του σε άλλους τύπους εξουσίας που το ανταγωνίζονταν κατά τους προηγούμενους αιώνες».

Πράγματι, η έννοια της «νομιμότητας» σημαίνει για τον Βέμπερ μόνο την πίστη στη νομιμότητα της εξουσίας, την αποδοχή της ως νόμιμης από τα υποκείμενα της κυριαρχίας. Οπως γνωρίζουμε, ο Βέμπερ διακρίνει τρεις τύπους νομιμοποίησης της κυριαρχίας (και συνεπώς του μονοπωλίου του κράτους στη βία):

● Ορθολογική (ή νομική ή ορθολογική-γραφειοκρατική): η πίστη στη νομιμότητα των υφιστάμενων ρυθμίσεων
● Παραδοσιακή: η πίστη στην ιερότητα των παραδόσεων και των αρχών που τις επικαλούνται
● Χαρισματική: η πίστη στον ιερό, ηρωικό ή εξαιρετικό χαρακτήρα ενός ατόμου.

Η νομιμότητα για την οποία μιλά ο Βέμπερ δεν έχει κατ’ ανάγκη μια σχέση με το κράτος δικαίου. Δεν είναι παρά μόνο μια πεποίθηση, η αποδοχή ενός λόγου νομιμοποίησης, μέσα σε όλες τις δυνατές μορφές κράτους, συμπεριλαμβανόμενης της απολυταρχίας, της παραδοσιακής νομιμότητας ή μιας προσωπικής δικτατορίας της χαρισματικής νομιμότητας.

Για να δώσουμε ένα ακραίο παράδειγμα, το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με κράτος δικαίου: το Τρίτο Ράιχ είναι, χωρίς καμιά αμφιβολία, ένα κράτος υπό την έννοια του βεμπεριανού ορισμού: κατά τη διάρκειά του, «διεκδίκησε επιτυχώς το νόμιμο μονοπώλιο του φυσικού καταναγκασμού».

Μετά την ήττα του ναζισμού, στρατιωτικοί και διοικητικά στελέχη του (διοικητές στρατοπέδων συγκέντρωσης κ.λπ.) προσπάθησαν να «νομιμοποιήσουν» τα εγκλήματά τους με δυο ισχυρισμούς:

● Την υπακοή στις ανώτερες αρχές (ορθολογική-γραφειοκρατική νομιμότητα)
● Τον όρκο της πίστης στον Φίρερ (χαρισματική νομιμότητα).

Αυτοί οι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης και οι ένοχοι τιμωρήθηκαν με φυλάκιση ή απαγχονισμό.

Σε ένα κράτος δικαίου, αυτό που μπορεί να νομιμοποιήσει το μονοπώλιο του εξαναγκασμού είναι η πίστη στους νόμους. Εχουμε ωστόσο κάθε δικαίωμα ν’ αρνηθούμε την πίστη στη «νομιμότητα» των βίαιων πρακτικών που ασκεί ένα κράτος, είτε επειδή είναι αντίθετες με τους νόμους (αυτό συμβαίνει συχνά) είτε επειδή αμφισβητούνται ορισμένοι νόμοι. Πριν από την κατάργηση της θανατικής ποινής, ο Ρομπέρ Μπαντεντέρ και πολλοί άλλοι αμφισβήτησαν τη «νομιμότητα» αυτού του νόμου. Μπορεί επίσης να συμβεί η πλειοψηφία του πληθυσμού να κρίνει πως ο τρόπος με τον οποίο το κράτος ασκεί το μονοπώλιό του στη σωματική βία έπαψε να είναι «νόμιμος». Αυτό συνέβη στη Γαλλία κατά τη διακυβέρνηση του Εμμανουήλ Μακρόν.

Σε καταστάσεις κρίσης κυριαρχίας, δυο εξουσίες μπορεί να διεκδικήσουν η μια από την άλλη το μονοπώλιο του φυσικού εξαναγκασμού: είναι αυτό που ονομάζουμε καταστάσεις «δυαδικής εξουσίας» (όπως για παράδειγμα στη Γαλλία το 1944). Αυτό που βλέπουμε πιο συχνά -κι αυτό συνέβη στη Γαλλία από την απελευθέρωση μέχρι σήμερα- είναι όμως κοινωνικά κινήματα, τα οποία ενδεχομένως επιτίθενται σε αγαθά ή κτίρια, βάζουν στο στόχαστρο αντικείμενα που συμβολίζουν την καπιταλιστική βία, την κρατική βία, ακόμη και την αποικιοκρατική βία. Δεν πρόκειται για πολιτοφυλακές στην υπηρεσία άλλων πολιτικών ομάδων. Δεν θέτουν σε κίνδυνο το κρατικό μονοπώλιο της φυσικής βίας (επί των ανθρώπων), που έχουμε διαπιστώσει ότι έχει την τάση να ασκείται χωρίς αιδώ. Ποιος θα τολμούσε να συγκρίνει το σπάσιμο μιας βιτρίνας με τη δολοφονία από την αστυνομία ενός ντελιβερά με πνιγμό; Ή με τον τραυματισμό, από τις «δυνάμεις της τάξης», δεκάδων άοπλων διαδηλωτών;

Αμφιβολία και γνώση

Η επίκληση του Βέμπερ για να νομιμοποιηθεί η κρατική βία έχει ταυτόχρονα κάτι από μαγεία και από σόφισμα. Μιλάμε για σόφισμα επειδή, αν κάθε κρατική βία είναι νόμιμη, η ίδια η έννοια της βίας χάνει το νόημά της. Μην ανακατεύεστε, κάντε τη δουλειά σας. Κι αυτό, επιπλέον, μέσω της μαγείας της επίκλησης μιας αδιαμφισβήτητης πνευματικής αυθεντίας. Πάνω απ’ όλα, όμως, αυτή η επίκληση δείχνει πως οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι που έχουν υιοθετήσει αυτόν τον ορισμό δεν έχουν διαβάσει Βέμπερ.

Σύμφωνα με τον Βέμπερ, το κράτος, το οποίο μεταξύ άλλων είναι μόνο ένας σύνδεσμος κυριαρχίας (Herschaftsverband), δεν έχει καμιά νομιμοποίηση από μόνο του. Ο φυσικός καταναγκασμός που ασκεί με μονοπωλιακό τρόπο νομιμοποιείται μόνο εφόσον αναγνωρίζεται και γίνεται αποδεκτός· οι Εκκλησίες απ’ την πλευρά τους, επισημαίνει ο Βέμπερ, έχουν το μονοπώλιο του ψυχολογικού καταναγκασμού.

Η επιμονή του Βέμπερ στην έννοια του μονοπωλίου μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι το κράτος εντοπίζεται σ’ εκείνο το μεσοδιάστημα που διαχωρίζει από τη μια μεριά την αποκλειστική χρήση της βίας χωρίς νομιμοποίηση (ή με μια παρωδία νομιμοποίησης), από μια ομάδα που ασκεί έτσι κυριαρχία στοχεύοντας να γίνει απολύτως κυρίαρχη, κι από την άλλη την απώλεια ή την απουσία του μονοπωλίου στη βία, που είναι το σήμα κατατεθέν αυτών των κρατών που τώρα ονομάζονται χρεοκοπημένα.

Το κράτος μπορεί να υπάρχει μόνο υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί επί των οποίων κυριαρχεί προσχωρούν στην εξουσία που αξιώνουν οι κυρίαρχοι και υποκύπτουν σ’ αυτή. Ο Μαξ Βέμπερ θέτει έτσι ένα ουσιαστικό ερώτημα τόσο για τη φιλοσοφία όσο και για την πολιτική ανθρωπολογία, το οποίο είναι να γνωρίζουμε πώς και σε ποιο βαθμό μπορεί κανείς να δεχτεί να υποστεί αυτήν τη βία που αποτελεί το ειδικό μέσο του κράτους.

Υπάρχει λοιπόν, πίσω απ’ αυτά, μια κριτική ανάγνωση του κράτους. Αφού ανέφερε κι επισήμανε τη συμφωνία του με τον ορισμό του Τρότσκι, προσθέτει στην ουσία: «Εάν υπήρχαν μόνο κοινωνικές δομές από τις οποίες θα απουσίαζε κάθε βία, τότε η έννοια του κράτους θα εξαφανιζόταν και θα υπήρχε μόνο αυτό που ονομάζεται “αναρχία”, με την κυριολεκτική έννοια του όρου».

Με την κυριολεκτική έννοια, και χωρίς καμιά υποτιμητική συνδήλωση, η αναρχία είναι η απουσία κυριαρχίας. Λόγω της φιλίας του με τον πρώην μαθητή του Ρομπέρτο Μίχελς, αλλά και της ερωτικής του σχέσης με την Ελσε φον Ριχτόφεν, επίσης κοινωνιολόγο, μια λαμπρή κι ελεύθερη γυναίκα, ο Βέμπερ μπόρεσε να εξοικειωθεί με τις ελευθεριακές θέσεις.

Ενα απόσπασμα από τα δοκίμιά του για τη θεωρία της επιστήμης είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα του σεβασμού που ένιωθε γι’ αυτό το ρεύμα σκέψης: «Ενας αναρχικός», γράφει, «ο οποίος γενικά αρνείται την εγκυρότητα του δικαίου αυτού καθαυτό [… ] μπορεί να είναι καλός μελετητής του δικαίου. Και αν ναι, τότε ακριβώς αυτό το αρχιμήδειο σημείο (ας πούμε), όπου βρίσκεται τοποθετημένος βάσει των αντικειμενικών του πεποιθήσεων (υπό την προϋπόθεση πως είναι αυθεντικές) και το οποίο βρίσκεται έξω από τις συμβάσεις και τις παραδοχές που είναι τόσο αυτονόητες για εμάς, μπορεί να του επιτρέψει να ανακαλύψει ότι οι θεμελιώδεις αρχές της τρέχουσας θεωρίας του δικαίου περιέχουν προβλήματα τα οποία διαφεύγουν από όλους εκείνους για τους οποίους αυτές είναι υπερβολικά προφανείς […]. Πράγματι, για μας, η πιο ριζοσπαστική αμφιβολία είναι ο πατέρας [sic] της γνώσης» (Max Weber, «Δοκίμιο για την έννοια της “αξιολογικής ουδετερότητας” στην ευρωπαϊκή κοινωνιολογική και οικονομική επιστήμη», 1η γερμανική έκδοση 1917, «Δοκίμιο για τη Θεωρία της Επιστήμης», μτφρ. Julien Freund, εκδ. Plon Παρίσι, 1965, σ. 482).

Μεταμφιέζοντας τον Μαξ Βέμπερ σε απόστολο του κράτους και της βίας του, με σκοπό να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, πολιτικοί και δημοσιογράφοι τον κατέστησαν ένα ακόμη θύμα αυτής της ίδιας βίας.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών από  Mediapart