Μαρία Καραμεσίνη: Ο όψιμος ελληνικός θατσερισμός
Αν δεν ήταν διαδεδομένη η αντίληψη του «δεν βαριέσαι, έτσι κι αλλιώς συμβαίνει ήδη», δεν θα τολμούσαν ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εργασίας να νομιμοποιούν τη γενικευμένη ανομία στους χώρους εργασίας και ταυτόχρονα να διατείνονται ότι η ατομική διαπραγμάτευση αποτελεί πραγματική ελευθερία του εργαζόμενου, που θα μπορεί πλέον «να μαζεύει ελιές», να έχει παραπάνω διακοπές ή τετραήμερη εργασία, ο φοιτητής να διαβάζει για τις εξετάσεις κ.ο.κ. Αν τα συνδικάτα ως απαραίτητος θεσμός συλλογικής διεκδίκησης είχαν διατηρήσει την αξιοπιστία τους και οι εργαζόμενοι είχαν επίγνωση, ότι σε συνθήκες μαζικής ανεργίας και επισφάλειας, χωρίς συνδικάτα, συλλογικές διαπραγματεύσεις και ελεγκτικούς μηχανισμούς κανένα ατομικό δικαίωμα δεν μπορεί να ασκηθεί πραγματικά στους χώρους εργασίας, δεν θα μπορούσε η κυβέρνηση εύκολα να ισχυρίζεται ότι η ευελιξία είναι ατομικό δικαίωμα, η ανεργία θέμα βιογραφικού, η μετανάστευση επιλογή των άξιων για να αδράξουν ευκαιρίες.
Η «μάχη για το οκτάωρο» είναι κάτι περισσότερο από μια κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση γύρω από ένα νομοσχέδιο. Αποτελεί πρωτίστως ιδεολογική διαμάχη γύρω από τις έννοιες, τις αξίες, τις στάσεις ζωής. Είναι σύγκρουση μεταξύ της ατομοκεντρικής και της συστημικής ερμηνείας των κοινωνικών προβλημάτων, είναι αγώνας κατάδειξης της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, είναι μάχη υπεράσπισης της αξίας της συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης των εργαζομένων και μιας διαφορετικής μορφής συνδικαλισμού που να εμπνέει τη συμμετοχή και την ενότητα.









