Macro

Ταξινομώντας τα ερωτήματα για το μέλλον

Για την Αριστερά που πάλεψε για να κερδίσει τις εκλογές και να σχηματίσει κυβέρνηση, η κατάσταση που χρειάστηκε να αντιμετωπίσει δεν ήταν ποτέ σαφώς διατυπωμένη, κι ούτε υπήρχε η περιγραφή του νέου καθεστώτος που θα επεδίωκε να εγκαθιδρύσει. Από την άλλη μεριά, δεν υπήρχαν κινήματα που να έχουν διαμορφώσει ισχυρές νησίδες μιας νέας εναλλακτικής εξουσίας. Η Αριστερά εκφραζόταν με ένα σύνολο αιτημάτων και ένα σύνολο οραματικών στόχων.
Μετά τις εκλογές του Γενάρη 2015, δεν είχε μόνο να αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις των δανειστών, αλλά και την ανάγκη διαχείρισης διαμορφωμένων πλαισίων άσκησης πολιτικής και της δημόσιας διοίκησης που τα υπηρετεί. Τον Ιούλιο του 2015 έγινε κατανοητό ότι δεν υπήρχε διαμορφωμένο σχέδιο για έξοδο από το ευρώ, και ότι μια τέτοια επιλογή θα ήταν πολύ χειρότερη από τη συμφωνία για ένα 3ο Μνημόνιο.
Κατά την τριετία που πέρασε και μέσα σε ένα κλίμα διαπραγματεύσεων για περικοπές δημοσίων δαπανών, εσωτερική υποτίμηση, ιδιωτικοποιήσεις και ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, η κυβέρνηση μπόρεσε να επωμιστεί την αύξηση των φορολογικών εσόδων, εν μέρει με την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, να εφαρμόσει μέτρα για την άμβλυνση της ανθρωπιστικής κρίσης, και να αντισταθεί σε κάποιο βαθμό σε μέτρα για την αγορά εργασίας και τις ιδιωτικοποιήσεις.
Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς μπόρεσε να αποκαταστήσει και την αξιοπιστία του ελληνικού κράτους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τις διακυβερνήσεις κατά τις οποίες την απώλεια του ελέγχου της οικονομίας διαδέχθηκε η άκριτη υποταγή στις επιταγές της Τρόικας. Αυτό το κεφάλαιο εμπιστοσύνης έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία ανεξάρτητες ή και ετερόδοξες πρωτοβουλίες της ελληνικής κυβέρνησης δεν πρέπει να προκαλούν φόβους ως προς τη συμφωνημένη πορεία διαχείρισης του χρέους.

Με ποια προοπτική

Από κεί και πέρα όμως ποια είναι η προοπτική; Βρισκόμαστε σε μια περίοδο σοβαρής κρίσης του καπιταλισμού, ή μπορούμε εύκολα να τον ανανεώσουμε εφαρμόζοντας τις γνωστές κεϋνσιανές πολιτικές; Το θεσμικό πλαίσιο που κληρονομήσαμε είναι αξιοποιήσιμο ή πρέπει να δούμε προς τα πού θα το μεταρρυθμίσουμε; Το προσωπικό που διαχειρίζεται τις εφαρμοζόμενες πολιτικές είναι επαρκές, ή πρέπει να γίνουν αλλαγές στο διοικητικό μηχανισμό και τα γνωσιακά αντικείμενα;
Να πούμε καθαρά ότι αυτές οι ερωτήσεις προκαλούν κατά κύριο λόγο αμηχανία. Μια αμηχανία στην οποία καταλήγει και η ανάλυση για τη «στιγμή» του Αριστερού Λαϊκισμού στην Ευρώπη της Σαντάλ Μουφ, που μας μιλάει για «ριζοσπαστική δημοκρατία», χωρίς να μας εξηγεί επί ποίου καθεστώτος θα εγκαθιδρυθεί. Η ανάλυση αυτή είναι εύστοχη σε ότι αφορά την περιγραφή τού χαρακτήρα των Αριστερών κομμάτων, αλλά δεν μαθαίνουμε τίποτα για σχέσεις παραγωγής, ταξικές συμμαχίες και ιεραρχίες, μορφές άσκησης της ριζοσπαστικής δημοκρατίας.
Η ανάλυση της Μουφ, στη συνέχεια του έργου του Ερνέστο Λακλάου, μας βοηθάει να ξεπεράσουμε τη βαριά τριτοδιεθνιστική κληρονομιά, την αναμονή της εξέγερσης της ενωμένης και οργανωμένης εργατικής τάξης, υπό την καθοδήγηση της πρωτοπορίας της φυσικά. Πώς όμως; Οι Νέγκρι και Χάρντ αντικατέστησαν τη νομοτέλεια της εργατικής επανάστασης με μια άλλη, τη συγκρότηση σε πολιτική οντότητα του «πλήθους», που χάρη στη «μαζική διανοητικότητά» του μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο καθεστώς που δεν είναι πλέον ο καπιταλισμός, αλλά μια κοινωνία της άμεσης δημοκρατίας, της ισότητας και της φροντίδας.

Ο σχεδιασμός του μέλλοντος

Στο μεταξύ, όμως, εμείς πρέπει να βρούμε απαντήσεις, να σχεδιάσουμε μεταρρυθμίσεις που ευνοούν και ενοποιούν όλες τις μορφές του κόσμου της εργασίας, που εντάσσονται στις στρατηγικές απαντήσεις απέναντι στις τρεις μεγάλες κρίσεις, την περιβαλλοντική, τη χρηματοπιστωτική κρίση και την προσφυγική. Απέναντι στην πολυδιάστατη κρίση του καπιταλισμού, που ο μεσοαστικός εφησυχασμός φροντίζει να παραβλέπει μέσω πολλαπλών πολιτικών και ιδεολογικών λειτουργιών, δεν υπάρχει άλλη οδός από το σχεδιασμό του μέλλοντος σε ό,τι αφορά τις περιβαλλοντικές προκλήσεις πριν απ’ όλα, τις κοινωνικές προκλήσεις και την προσαρμογή σε αυτές του σχεδιασμού των παραγωγικών επιλογών.
Πρέπει να παραδεχτούμε ότι βρισκόμαστε σε μια πολύ δύσκολη θέση, γιατί δεν πρέπει μόνο να επιχειρήσουμε, όπου υπάρχουν δυνατότητες, ένα τέτοιο σχεδιασμό, έστω και τμηματικά, αλλά και να συμβάλουμε στη δημιουργία των προϋποθέσεων για έναν πολιτικό και κοινωνικό συσχετισμό, που θα κάνει εφικτή την υιοθέτηση των αντίστοιχων μεθόδων επεξεργασίας και άσκησης πολιτικών. Αυτή την περίοδο διανύουμε μια φάση αριστερής διακυβέρνησης χωρίς αξιόλογες κοινωνικές κινητοποιήσεις. Μετράνε, δηλαδή, κυρίως οι πρωτοβουλίες σε επίπεδο κρατικών θεσμών και θεσμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Για μια Αριστερά που έχει συγκροτηθεί ως πολιτική δύναμη που χαράζει στρατηγικές και θεωρεί ότι προτείνει ολοκληρωμένα προγράμματα, μια τέτοια διαπίστωση δεν είναι παράδοξη. Και αυτούς οι οποίοι, με όποιες ετικέτες, καταφεύγουν στη λύτρωση που θα έλθει «από τα κάτω», τίποτα δεν τους εμποδίζει να έχουν προτάσεις για τα γενικά αλλά και τα ειδικά, εκτός από την αδυναμία τους να κάνουν κάτι τέτοιο.

Γνωσιακό άλμα

Το να πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας, το να επεξεργαστούμε και να διαχειριστούμε έναν περιβαλλοντικό, κοινωνικό και παραγωγικό ορθολογισμό, μίλια μακριά από την αναμονή των αυτοματισμών της αγοράς και των αναπτυξιακών χειρισμών μέσω τεσσάρων ή πέντε μακροοικονομικών μεγεθών, σημαίνει ότι ως πολίτες, ως εργαζόμενοι, ως πολιτικά στελέχη και ως στελέχη της παραγωγής και των υπηρεσιών, έχουμε τη γνωσιακή ικανότητα να επωμιστούμε αυτή την αναγκαία προσέγγιση. Οι διψασμένοι για γνώσεις εργάτες του 19ου αιώνα ή του μεσοπολέμου, οι οργανικοί διανοούμενοι που οραματίστηκε ο Γκράμσι, έχουν σχεδόν χαθεί από τον πληθυσμό της Αριστεράς. Σε σημαντικούς τομείς σκέψης και προγραμματικού λόγου είναι σαν να έχουν αντικατασταθεί από αυτάρεσκους μεσοαστούς, ημιμαθείς και συντηρητικούς, που δεν μπορούν κατά κανόνα να φανταστούν και να σχεδιάσουν το ριζοσπαστικά διαφορετικό, αλλά αρέσκονται στο γνώριμο και την επανάληψη. Δεν μπορεί να υπάρξει επίκαιρη αριστερή στρατηγική χωρίς θεωρητική σκέψη, αλλά μια θεωρητική σκέψη που είναι προϊόν και κτήμα των πολλών, που είναι το αποτέλεσμα ενός γενικευμένου γνωσιακού άλματος.

Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν

Πηγή: Η Εποχή