Macro

Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν: Ποια βιώσιμη, ποια δίκαιη και ποια συμμετοχική ανάπτυξη;

Μια συζήτηση σήμερα με ένα τόσο ολοκληρωμένο στόχο γι’ αυτό που συνεχίζουμε να αποκαλούμε “ανάπτυξη”, εν μέσω μιας συγκυρίας που έχουμε καταλήξει να ονομάζουμε πολυκρίση – μια κρίση αναπαραγωγής της οικονομίας, μια συνεχιζόμενη εκδήλωση της κλιματικής αλλαγής, μια κρίση των συστημάτων υγείας, λόγω των ζωονόσων αλλά και των οικονομικών ελλειμμάτων, αλλά και χρηματοδότησης και διοίκησης δημόσιων δραστηριοτήτων – παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις. Η περιγραφή των κρίσεων προφανώς δεν αρκεί, αλλά ούτε και κάποια παρουσίαση στόχων και κατευθύνσεων κρατικής πολιτικής.
 
Έτσι η συζήτηση που οργανώθηκε κατά το πρόσφατο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, με συμμετοχή των καθηγητών Λούκα Κατσέλη, Λόη Λαμπριανίδη, Κώστα Μελά, και του Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, αντιπρόεδρου της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων, δεν ξεπέρασε κάποια όρια που συναντάει η προσπάθεια επιδίωξης του στόχου τον οποίο περιγράφει ο τίτλος του παρόντος άρθρου. Η παρουσίαση του Κώστα Μελά απομυθοποίησε συστηματικά τα “αναπτυξιακά” επιτεύγματα της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η εισήγηση του Λόη Λαμπριανίδη αναφέρθηκε στο επαναλαμβανόμενο θέμα της “αλλαγής του αναπτυξιακού υποδείγματος” με τη στροφή στην οικονομία της γνώσης, με στόχους τη μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων, και την αντιμετώπιση της εργασιακής ανασφάλειας και της φτώχειας, της κλιματικής κρίσης, καθώς και την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών.
 
Στις ισχυρές παρεμβάσεις που θεωρεί αναγκαίες ο Λαμπριανίδης περιλαμβάνονται η καταπολέμηση των ολιγοπωλίων, η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, αλλά και η ενδυνάμωση της κοινωνίας των πολιτών μέσω συνεταιρισμών, οργανώσεων των πολιτών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς και συνεργασιών και προγραμματικών συμμαχιών της Αριστεράς με ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στο εσωτερικό της χώρας. Η Λούκα Κατσέλη παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο θεσμικού μετασχηματισμού με στόχο τη Βιώσιμη, Δίκαιη και Συμμετοχική Ανάπτυξη, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία για τη συστηματική επεξεργασία μιας προγραμματικής και θεσμικής αλλαγής.
 
Μια πρώτη κριτική ή συμπληρωματική αντιμετώπιση αυτών των προσεγγίσεων, πρέπει να βασιστεί στην κατανόηση του γεγονότος ότι η κυρίαρχη διαμορφωτική δύναμη της συγκυρίας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο είναι η επιθετική διάθεση της κυρίαρχης τάξης, που όπως είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς δεν έχει καμία διάθεση να αμβλύνει τις επιπτώσεις που έχουν οι υλοποιούμενες πολιτικές απέναντι στις πλέον ευάλωτες τάξεις των πληθυσμών. Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα καμία άρχουσα τάξη, και καμία κατηγορία του διεθνούς κεφαλαίου, που να έχει τη διάθεση να αναθεωρήσει τις πολιτικές αυτές, είτε πρόκειται για τις νεοφιλελεύθερες επιλογές είτε για τη δραματική υστέρηση σε ό,τι αφορά τη αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Αυτή τη στιγμή, ζούμε στην Ελλάδα την περίοδο της αδιαφορίας της οικονομικής και πολιτικής ελίτ, σε ό,τι αφορά τις ήδη ορατές, και τις προβλεπόμενες, επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής για σημαντικές μερίδες του πληθυσμού. Η προσκόλληση της πολιτικής και θεωρητικής σκέψης στην Αριστερά στη νοσταλγία των τριών ένδοξων δεκαετιών της ευρωπαϊκής ανάπτυξης, ή στην πίστη σε έναν πρωτόγονο “κομμουνιστικό” κρατισμό, έχει εμποδίσει την αναγκαία επεξεργασία μιας σκέψης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που αφορούν τον κόσμο της εργασίας και τις λαϊκές τάξεις.
 
Πρέπει να πούμε καθαρά ότι η υστέρηση από πολιτική και θεωρητική άποψη της Αριστεράς σε σχέση με τις ανάγκες εργατικών και λαϊκών τάξεων, απέναντι στην πολυκρίση, θα οδηγήσει στη συρρίκνωση της πολιτικής της απήχησης, αν δεν βιαστεί να καλύψει αυτό το δραματικό κενό. Για να το καλύψει όμως θα πρέπει να απαλλαγεί από την προσκόλληση στον λεγόμενο κυβερνητισμό, στην προσέγγιση της πολιτικής δράσης ως επιδίωξη της απόκτησης του ελέγχου των σημερινών κρατικών θεσμών, της διοίκησης δηλαδή του σημερινού καθεστώτος. Και να υιοθετήσει πολιτικές θέσεις για την πολιτική και οργανωτική συσπείρωση του λαϊκού κόσμου με την ανταπόκριση στις ανάγκες του, αλλά και για τη δημιουργία θεσμικών λύσεων με στόχο την επεξεργασία, τη μαζική έγκριση και την υλοποίηση αυτών των θέσεων και στόχων. Αυτή είναι η διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσει η Αριστερά, με τη υιοθέτηση πρωτοβουλιών σε στόχους πολιτικής και θεσμικές αλλαγές που μπορεί να έχουν μεταβατικό χαρακτήρα, ώστε να μεταβληθούν οι ταξικοί συσχετισμοί δυνάμεων και να ενισχυθούν αποφασιστικά οι λύσεις που ευνοούν όσους έχουν ανάγκη, και μπορούν επομένως να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη μιας ουσιαστικής καθεστωτικής αλλαγής.

Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν