Macro

Νίκος Ξυδάκης: Ο Weltschmerz που μας τυραννά, ο πόνος καθενός και όλων

Eίναι αρχές Μαρτίου, τέλος ενός ανησυχητικά ανύπαρκτου χειμώνα, μιας ασυνάρτητης χρονιάς, επελαύνει άνοιξη το νιώθω από την αλλεργία, μου το λέει ο κότσυφας της γειτονιάς που ψάλλει όρθρο εωθινό στις 04.00, ο ύπνος έχει σπάσει στα χίλια θραύσματα του κόσμου, ο γιος μου τις προάλλες με πείραξε ότι πάσχω από Weltschmerz, απ’ τον ρομαντικό καημό του κόσμου, και κολυμπώ ανάποδα στο soundtrack του άυπνου καιρού: το Let My Children Hear Music και Freedom του Τσαρλς Μίνγκους, καταρράκτες πνευστών και μπάσα βογγητά, National Anthem ηλεκτρικό χάος των Radiohead, την επουράνια αιώρα Music Matador του Ερικ Ντόλφι, I Might Be Wrong, μπορεί να ’μαι λάθως, ολόκληρος ένα καλλιγραφημένο λάθως, νάτος ο πόνος μου ο Weltschmerz, τον μιξάρουν οι Radiohead μες στις τρίλιες του κότσυφά μου, πάνω στα γκράφιτι και τα scribbles των άνω Εξαρχείων.
 
Γύρεψα να βρω ποιος είναι ο Weltschmerz που με πλάκωνε τις λευκές νύχτες της αδιόρατης άνοιξης. Ηταν η κακία, η αδικία, η μοχθηρία που ξεχειλίζουν, ήταν το συναίσθημα του 1,3 εκατομμυρίου υπογραφών για τις 57 ψυχές στα μπαζωμένα Τέμπη, ήταν οι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι που άναψαν κεριά μνήμης, οργής και –γιατί όχι;– εκδίκησης, η ομηρική αρά του πατέρα της αδικοχαμένης 27χρονης Ελπίδας Χούπα «θα τους κυνηγήσουμε μέχρι να περπατήσουν κόκκινο χιόνι»: δεν είναι κατάρα καν, είναι φλεγόμενη υπόσχεση, απόκριση σε όσους λένε να ξεχαστούν τα πάθη, να μπαζώσουμε το πένθος, να πάμε παρακάτω στα επόμενα πλιάτσικα με τρένα, κολέγια, νοσοκομεία, σχολεία, ύδατα, δάση, αιγιαλούς, εφήβους, γέρους, ναρκωμένους πρώην μεσαίους.
 
Στα νιάτα μου, ήμουν αισθητής ρομαντικός, άκοπα, ανέξοδα, από αδηφάγο περιέργεια περισσότερο, με συγκινούσαν οι μεγάλες μεταφυσικές ταινίες, οι σπαραγμένοι στίχοι, μυθολογίες καταραμένων ποιητών και παγωμένων αλκοόλ, ένα ριφ. Τώρα με γονατίζει το μελόδραμα, πάντα ο πρωτεϊκός Κλέφτης Ποδηλάτων, πάντα το Χάος, αλλά τώρα πια λυγίζω και βαριανασαίνω όταν τους πόρους μου διαπερνά η πανίσχυρη βουβαμάρα του πόνου, η αποφορά της αδικίας, η γλιτσερή μοχθηρία του λευκού κολάρου, η αυταρέσκεια του εισοδηματία κοκάκια, αυτών που κρίνουν τον φτωχό και κατακρίνουν τον λαϊκό, που περιφρονούν τη ζωή όλων των άλλων. Τώρα με συγκλονίζει υπαρξιακά, σωματικά, όχι αισθητικά, το «κόκκινο χιόνι». Με φαντάζομαι, μπορώ να με φανταστώ στη θέση αυτού του πατέρα.
 
Ο,τι συμβαίνει στα Τέμπη, η συγκάλυψη, η βεβήλωση, όπως συνέβη και στην Πύλο, συμπυκνώνει έναν πληθωρισμό της απονιάς, ακραία περιφρόνηση όχι μόνο προς τον ταλαίπωρο κοινό νου αλλά περιφρόνηση προς ό,τι βαθύτερο, προς τα ου φωνητά, το πένθος, την απώλεια, την επώδυνη μνήμη, τη νιότη, την ιερότητα της ζωής και του θανάτου. Μια διαρκής περιφρόνηση, μνησικακία επαναλαμβανόμενη, ξανά και ξανά, από τον βιασμό του Predator επί του αφηρημένου κράτους δικαίου έως το μπάζωμα του σωματικότατου πένθους –δεν λέμε καν για την ευθύνη.
 
Σαν να κυβερνά μια γεννήτρια εχθροπάθειας, ταξικής περιφρόνησης, γενικευμένου μίσους, που είναι εντούτοις βέβαιη ότι δεν θα λογοδοτήσει, που ανεμίζει την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία σαν κουρελού νομιμοποίησης για το δηλητήριο που χύνει.
 
Μια αργόσχολη φάρα σκαρφαλωμένη στη ράχη πολλών, με όπλα τον εκφοβισμό, την υποκρισία, τη διαίρεση, το ψεύδος και την εξαπάτηση, τη συκοφάντηση, τη μικροεξαγορά και το νταραβέρι.
 
Βυθίζομαι στο παρόν, σικελιανικά βυθίζω «τη σκέψη μου μέσα στην πάσα ώρα», για να ιδώ το μέλλον να ξεδιπλώνει αργά, βαριά. Πόση κακία ακόμη θα λούζεται ο κοσμάκης, πόση περιφρόνηση αντέχουμε ακόμη οι πενθούντες οι οργισμένοι οι λαμπαδηφόροι των αλλεπάλληλων Τεμπών; Τόση αλαζονεία, τέτοια Υβρη, δεν την αντέχει ούτε η πιο αδιάφορη θεότητα· ας πούμε η Αόρατος Χειρ της Αγοράς θα διόρθωνε τούτη τη φρικτή ασυμμετρία. Πιο πεζά: αυτή η κακία που χύνεται και ποτίζει το κοινωνικό σώμα θα γυρίσει ανάδρομη να πνίξει τους παραγωγούς της. Θα γίνει. Σαν αποσυμπίεση ή σαν έκρηξη. Δεν θα είναι γιορτή. Με κόκκινα χιόνια που θα τα περπατούν άδικοι και δίκαιοι.
 
Ο Weltschmerz που μας τυραννά, ο πόνος του κόσμου, ο δικός μας πόνος, του καθενός και όλων.

Νίκος Ξυδάκης