Χωρίς κατηγορία

Οι μοιραίοι βαρόνοι του κέντρου

Παρακολουθώντας τη συζήτηση στη βουλή για τον εκλογικό νόμο, αναρωτήθηκα κάποια στιγμή ποιο πρόσωπο, άραγε, είχε σ’ αυτή την κρίσιμη συνεδρίαση πραγματικά πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν ήταν ούτε ο Αλέξης Τσίπρας ούτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος. Ήταν η κ. Γεννηματά. Το συνειδητοποίησα, όταν την άκουσα σε μια αποστροφή της ομιλίας της να λέει με αποφασιστικότητα: «Η λεηλασία της δημοκρατικής παράταξης τελείωσε!»

Είχαν μια τραγικότητα αυτά τα λόγια στο στόμα τής κληρονόμου ενός πολιτικού κόμματος, που κυριάρχησε επί μία μεταπολιτευτική εικοσαετία στην πολιτική ζωή της χώρας, για να καταλήξει σήμερα σκιά του εαυτού του. Η τραγική φόρτιση γινόταν ακόμη μεγαλύτερη, καθώς η δήλωση αυτή γινόταν σε ένα περιβάλλον, όπου κυριαρχούσε η διαδικασία ολοκλήρωσης αυτής της λεηλασίας. Κι αυτό την καθιστούσε κεντρικό πρόσωπο της όλης διαδικασίας, και μ’ αυτή την έννοια πρωταγωνιστικό.

 

Ποιος λεηλατεί ποιον;

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι μιλώντας για λεηλασία είχε στο νου της την απαίτηση εκ μέρους της κυβερνητικής πλειοψηφίας να συνταχθεί με το μέρος της κατά την ψηφοφορία για τον εκλογικό νόμο. Πλην όμως, την ώρα που φαντασιωνόταν ότι αποκρούει έναν τέτοιο κίνδυνο, φαινόταν να αγνοεί πότε και γιατί άρχισε να «λεηλατείται» η «δημοκρατική παράταξη».

Χρειάζεται, μάλλον, να υπενθυμίσουμε ότι η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ ήταν περισσότερο καρπός της συνεργασίας του με τη ΝΔ παρά της υπογραφής των μνημονίων. Γιατί αυτή ήταν η πράξη που πιστοποίησε την παράδοσή του και την παραδοχή εκ μέρους του ότι δεν υπάρχει διαφορά πολιτικής ουσίας μεταξύ των δύο κομμάτων.

Το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ λεηλάτησε τις ψήφους του ΠΑΣΟΚ, είναι το επιφαινόμενο. Το ΠΑΣΟΚ στην πραγματικότητα υπέκυψε στα τραύματα που του προκάλεσε η στρατηγική επιλογή Βενιζέλου για συνεργασία με τη ΝΔ, που φαίνεται να επικρατεί και μετά την παραίτησή του τέως από την προεδρία του κόμματος. Αυτό, τουλάχιστον, δείχνει η συμπαράταξη του ΠΑΣΟΚ (και του Ποταμιού) με τη ΝΔ στο θέμα του εκλογικού νόμου.

 

Αναπάντητες προκλήσεις

Αυτή η συμπαράταξη φαίνεται πως δεν είναι ένα απλό επεισόδιο. Μέσα στη βουλή ο κ. Μητσοτάκης απηύθυνε σαφέστατες προκλήσεις προς την κ. Γεννηματά, παρότι, αν τις έκρινε κάποιος επιφανειακά, μπορεί να θεωρούσε ότι απευθύνονται στην κυβερνητική πλειοψηφία: «Η συμμαχία των δημοκρατικών δυνάμεων θα αποτρέψει την ακυβερνησία», προέβλεψε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης με… αξιωματικό τρόπο. Ο εστί μεθερμηνευόμενο ότι το ΠΑΣΟΚ (και το Ποτάμι) θα συνδράμουν όχι μόνο στη μη επίτευξη, τώρα, του στόχου των 200 εδρών, αλλά και μελλοντικά στη στήριξη μιας ενδεχόμενης κυβέρνησης της ΝΔ προσφέροντάς της την απαραίτητη πλειοψηφία. Αλλά δεν ήταν μόνον αυτό. Μια δεύτερη πρόκληση ακολούθησε:

«Ο νόμος αυτός που θα ψηφιστεί απόψε, δεν θα εφαρμοστεί ποτέ!» προέβλεψε ο κ. Μητσοτάκης. Για να μιλάει με τόση βεβαιότητα, θα πρέπει να έχει διασφαλίσει τη διαβεβαίωση της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ ότι, εφόσον η ΝΔ αναδειχθεί πρώτο κόμμα και πάρει και το μπόνους των 50 εδρών, θα έχει οπωσδήποτε τη στήριξη και του ΠΑΣΟΚ, ώστε να ψηφιστεί ένας τύπος ενισχυμένης με 200 ψήφους, και έτσι να μην εφαρμοστεί η ήδη ψηφισμένη από προχθές απλή αναλογική.

Σαν ηχώ του κ. Μητσοτάκη, ο… σκιώδης αρχηγός του ΠΑΣΟΚ Ευ. Βενιζέλος δήλωνε: «Θα αντιταχθούμε σε κάθε ανεύθυνη και μικροκομματική συμπεριφορά μετά τις επόμενες εκλογές που οδηγεί σε πολιτικό αδιέξοδο, σε διπλές εκλογές». Αν αυτό δεν σημαίνει προεξόφληση της σύμπραξης με τη ΝΔ και της ακύρωσης από κοινού με αυτή της ψηφισμένης απλής αναλογικής, τι σημαίνει;

Είχε προηγηθεί ο κ. Πρετεντέρης από τα «Νέα», που διέγνωσε ότι στην κεντροαριστερά «υπάρχει ευρεία συμφωνία στον στρατηγικό προσανατολισμό της παράταξης, κάτι που φάνηκε και στην υπόθεση του εκλογικού νόμου». Ο στρατηγικός προσανατολισμός, για τον οποίο επιχαίρει, είναι η αποποίηση της σύγκλισης με τον ΣΥΡΙΖΑ και η πρόκριση της συμπαράταξης με τις στοχεύσεις της ΝΔ. Αυτό «φάνηκε και στην υπόθεση του εκλογικού νόμου» –και γι’ αυτό η χαρά του κ. Πρετεντέρη δεν κρύβεται. Αυτή, λοιπόν, η «λεηλασία της δημοκρατικής παράταξης» όχι μόνο δεν τελείωσε, αλλά πηγαίνει σε μεγάλο βάθος.

 

Πάνσοφοι καθοδηγητές

Δεν αποκόβει το ΠΑΣΟΚ (ή το όποιο σχήμα ήθελε προκύψει) μόνο από τον κορμό των κεντρώων ψηφοφόρων, αλλά μεθοδικά αποστερεί το κέντρο από τα παραδοσιακά επικοινωνιακά στηρίγματά του, τα οποία, παραδομένα στο νεοφιλελευθερισμό και τη διαπλοκή, βλέπουν σαν μόνη σανίδα σωτηρίας τους την υποστήριξη του «παλιού καθεστώτος», μέσα στο οποίο και μόνο μπορούν να διανοηθούν την επιβίωσή τους, υπό την κυριαρχία της ΝΔ. Ποιος θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την επιχείρηση λεηλασίας, από αυτούς που μεθόδευσαν τη σύμπλευση ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, εξακολουθούν να καλλιεργούν την αντίληψη ότι αυτή είναι μια φυσιολογική σύμπλευση και συμπεριφέρονται σαν εκφραστές των συμφερόντων της ΝΔ;

Η λεηλασία μεθοδεύτηκε εκ των έσω. Από αυτούς στους οποίους υποτίθεται ότι θα μπορούσε να στηριχθεί μια αυτόνομη ανάπτυξη του κέντρου. Αυτοί επέλεξαν, τη συγκεκριμένη στρατηγική, την επέβαλαν, εξακολουθούν να τη στηρίζουν, παρότι ροκανίζει τα δικά του στενά συμφέροντα. Γιατί η πολιτική αυτή που τείνει να εξαφανίσει το κέντρο, έχει ξεθεμελιώσει από καιρό και τα μέσα που παραδοσιακά το στήριζαν. Το «Μέγκα» οδηγείται στη διάλυση, ακόμη κι αν έπαιρνε άδεια, γιατί κανένας δεν έχει ανάγκη από ένα κανάλι που κατέληξε να καθοδηγεί το κέντρο πώς θα υποταχθεί στη δεξιά (η δεξιά έχει τα αυθεντικά δικά της μέσα, ενώ η σοφή καθοδήγηση τύπου Πρετεντέρη ήδη ολοκληρώνει τη λεηλασία του ΠΑΣΟΚ, συνεπώς σε λίγο δεν θα έχει πια αντικείμενο). Από κοντά μοιάζει να ακολουθεί, υπό την ίδια σοφή καθοδήγηση, και η αχρηστία του ΔΟΛ.

Αν η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είχε την ευχέρεια και την οξυδέρκεια να αναλύσει τα πραγματικά δεδομένα τής τραγικής κατάστασης στην οποία έχει οδηγηθεί, το πρώτο πράγμα που θα έκανε, θα ήταν να αντιδράσει απέναντι σ’ αυτούς που το οδηγούν στην ανυπαρξία πριονίζοντας ταυτόχρονα και το κλαδί απ’ το οποίο προσπαθούν οι ίδιοι να κρατηθούν. Σε τέτοιες κρίσιμες περιστάσεις, όμως, χρειάζονται ηγεσίες που είναι σε θέση να αποφασίζουν αυτόνομα με ποιους θα πάνε και ποιους θ’ αφήσουν και δεν ετεροκαθορίζονται από αποτυχημένους και διόλου ανιδιοτελείς καθοδηγητές.

Ο Χαράλαμπος Γεωργούλας είναι δημοσιογράφος

Πηγή: Εποχή