Macro

Κύρκος Δοξιάδης: Η πλάνη της ηγεσίας

Πριν από περίπου έξι μήνες («Η πλάνη των εκλογών του Σεπτεμβρίου 2015» – «Εφ.Συν.», 24.8.2021), είχα επισημάνει το γεγονός ότι η μεγάλη καθίζηση της δημοτικότητας του ΣΥΡΙΖΑ συνέβη όταν άρχισε να ΕΦΑΡΜΟΖΕΙ το τρίτο Μνημόνιο – ήτοι κατά τους πρώτους μήνες της κυβερνητικής του θητείας ΜΕΤΑ τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 (στις οποίες είχε ΑΠΛΩΣ ΨΗΦΙΣΕΙ το τρίτο Μνημόνιο). Το πρόσφατο άρθρο του Γεράσιμου Μοσχονά στην «Καθημερινή» («Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα» – 14.2.2022) επιβεβαιώνει με ποσοτικά στοιχεία κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο τούτη τη διαπίστωση. Πρόκειται για μια πρωτοφανή και τόσο βαθιά καθίζηση, ώστε ακόμη απέχει παρασάγγας από την πλήρη υπέρβασή της – όπως επίσης προκύπτει από το άρθρο του Γ. Μοσχονά.
Οι πολίτες, προτού αποφασίσουν ποιο κόμμα υποστηρίζουν ή θα ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές, έχουν ήδη στο μυαλό τους μια εικόνα για την πολιτική φυσιογνωμία του κάθε κόμματος. Τούτη η εικόνα θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί την ιδεολογική αναπαράσταση του κομματικού τοπίου. Η οποία προφανώς δεν είναι ίδια στα μυαλά όλων των πολιτών-ψηφοφόρων, αλλά πάντως έχει ορισμένα βασικά κοινά χαρακτηριστικά για τη μεγάλη πλειονότητα. Ενα από αυτά είναι το «κλασικό» πολιτικό φάσμα: Αριστερά-Κέντρο-Δεξιά.
Οπως δεν ισχύει και στην πραγματικότητα ότι τούτο το φάσμα αντανακλά κατά τρόπο στατικό την πολιτική εκπροσώπηση των κατώτερων, των μεσαίων και των ανώτερων τάξεων αντίστοιχα, ούτε στην πρόσληψή του από μέρους των πολιτών ισχύει κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό και η προτίμησή τους για κάποιο κόμμα που θεωρούν αριστερό, κεντρώο ή δεξιό δεν είναι σταθερά προσδιορισμένη, ακόμη και αν έχουν σταθερή αντίληψη ως προς την τοποθέτησή τους στην ταξική διαστρωμάτωση. Στη συνείδηση των πολλών, το κριτήριο για τη διάκριση Δεξιά-Αριστερά (με το Κέντρο ως «ενδιάμεση» θέση) είναι: «συντηρητισμός-ριζοσπαστισμός».
Τούτες οι έννοιες αναφέρονται στη στάση απέναντι στο κυρίαρχο σύστημα. Που μπορεί να μην κατονομάζεται πάντα ως αυτό που είναι, δηλαδή ως καπιταλισμός, αλλά κάτι τέτοιο εννοείται: το σύστημα όπου οι πλούσιοι είναι ισχυροί και οι φτωχοί αδύναμοι. Η διάκριση Δεξιάς και Αριστεράς λοιπόν γίνεται αντιληπτή κυρίως ως στάση υπέρ ή κατά του συστήματος των πλουσίων και ισχυρών. (Αφήνω εδώ κατά μέρος την «παραφωνία» ακροδεξιών μορφωμάτων που πείθουν με τη ρητορική τους πως είναι «αντισυστημικά».) Μπορεί λοιπόν κάποιοι να τοποθετούν τον εαυτό τους στις μεσαίες ή και κατώτερες τάξεις, να αυτοπροσδιορίζονται (και να είναι) φτωχοί, αλλά να πιστεύουν πως τα συμφέροντά τους είναι με το σύστημα των πλουσίων και να υποστηρίζουν δεξιά πολιτικά κόμματα.
Η παρουσίαση αυτή της ιδεολογικής αναπαράστασης του κομματικού τοπίου είναι υπερβολικά σχηματική, κατά το ότι εντοπίζει μόνο τα βασικότερά της χαρακτηριστικά. Μας βοηθάει ωστόσο να κατανοήσουμε καλύτερα ως προς το ζήτημα των κομματικών προτιμήσεων την κατάσταση που έχει προκύψει στην Ελλάδα από το 2010 (πρώτο Μνημόνιο) κι έπειτα.
Η κοινωνική πόλωση που επέφεραν τα Μνημόνια είναι τόσο βαθιά, που ίσως για πρώτη φορά, τουλάχιστον μετά τη Μεταπολίτευση, έχει συρρικνωθεί τόσο πολύ η συστημική ψήφος των κατώτερων τάξεων. Για πρώτη φορά έχει περιοριστεί τόσο πολύ η πεποίθηση των φτωχών –περιλαμβανομένων τώρα και των φτωχοποιημένων– κοινωνικών ομάδων ότι μπορεί να είναι προς το συμφέρον τους να ψηφίζουν το κόμμα της Δεξιάς – ή του Κέντρου, καθ’ ότι και αυτό, την κρίσιμη στιγμή της πόλωσης, επέλεξε λάθος στρατόπεδο. Τη μοναδική αυτή ευκαιρία κατανόησε τότε ο ΣΥΡΙΖΑ και γι’ αυτό η δημοτικότητά του εκτινάχτηκε στα ύψη το 2012.
Τη μοναδική αυτή ευκαιρία έχασε ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν άρχισε να εφαρμόζει Μνημόνιο. Δεν παίζει ρόλο ότι «δεν έφταιγε αυτός», ότι αναγκάστηκε κοκ. Στην ιδεολογική αναπαράσταση του πολιτικού φάσματος, αυτομάτως, ούτως ειπείν, η εφαρμογή του Μνημονίου τον κατέταξε στα συστημικά κόμματα. Στα κόμματα που είναι υπέρ του συστήματος των πλουσίων και ισχυρών. Τώρα, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, παγιδευμένη στο δικό της αφήγημα ότι «έβγαλε τη χώρα από τα Μνημόνια», έχει παρασυρθεί στην πλάνη πως η εποχή της πόλωσης πέρασε, οπότε καιρός να αποβάλει το κόμμα τον ριζοσπαστικό του χαρακτήρα, προκειμένου να επικεντρωθεί στον στόχο της απομάκρυνσης της «ακραίας» νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το ακριβώς αντίθετο ισχύει. Η κοινωνική πόλωση δεν έχει αμβλυνθεί – με την πανδημία μάλλον έχει γίνει εντονότερη. Μπορεί να μην εκδηλώνεται τόσο φανερά όσο τα πρώτα χρόνια – ίσως επειδή ο πολύς κόσμος έχει απελπιστεί κι έχει περιέλθει σε κατάσταση απάθειας, συσσωρεύοντας σιωπηλά την οργή του. Ας είναι το κόμμα της Αριστεράς αυτό που θα την εκφράσει.

Ο Κύρκος Δοξιάδης είναι καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών