TVXS

19
12

Υπόθεση Ντρέιφους: H ιστορική δικαστική πλάνη που συντάραξε τη Γαλλία

Μετά τη λήξη του Γαλλο-Πρωσικού πολέμου (1870-1871), ο Γερμανός πρέσβης στο Παρίσι Κόμης Münster είχε δώσει το λόγο του στην κυβέρνηση της χώρας ότι οι ακόλουθοί του θα απείχαν από απόπειρες δωροδοκίας Γάλλων αξιωματούχων. Ένας νέος ακόλουθος όμως της πρεσβείας, ο συνταγματάρχης Maximilian Von Schwartzkoppen συνέχιζε την καταβολή πληρωμών προς κατασκόπους – κάτι που η Γαλλία γνώριζε και γι’ αυτό το λόγο τον είχε υπό διακριτική παρακολούθηση, με τη βοήθεια της υπαλλήλου καθαριότητας της πρεσβείας μαντάμ Bastian, η οποία συνέλεγε όλα τα σκισμένα ή μισοκαμένα έγγραφα που εντόπιζε στα απορρίμματα του συνταγματάρχη. Με αυτό τον τρόπο, έγινε γνωστό ότι το 1892 γαλλικά κρατικά μυστικά που αφορούσαν την εθνική άμυνα της χώρας, είχαν διαρρεύσει προς τους Γερμανούς. Τα έγγραφα που πέταξε ο Von Schwartzkoppen ανέφεραν έναν «κανάγια D;» ως αυτόν που παρέδωσε τα σχέδια ενός φρουρίου στη Νίκαια, ενώ σε άλλα έγγραφα ο Γερμανός ακόλουθος ανέφερε ότι είχε βρει πληροφοριοδότη που θα του έφερνε ντοκουμέντα που μόλις εξέδωσε το γαλλικό Γραφείο Πολέμου. Οι γαλλικές υπηρεσίες είχαν πλέον αποδείξεις ότι υπήρχε ένας προδότης ανάμεσά τους. Την εποχή εκείνη, ο νεαρός αξιωματικός του πυροβολικού Alfred Dreyfus υπηρετούσε στο Γενικό Επιτελείο. Τόσο οι συνεργάτες του όσο και οι ανώτεροί του αναγνώριζαν την ευφυία, την καλλιέργεια, την εργατικότητα και την ιδιαίτερα καλή μνήμη του – αν και δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής λόγω της κάπως υπεροπτικής συμπεριφοράς και της ελαφρά ξενικής προφοράς του. Παρόλα αυτά, όλα έδειχναν ότι επρόκειτο να έχει μια λαμπρή στρατιωτική καριέρα, ενώ η περιουσία του τού επέτρεπε να ζει με άνεση. (...)
10
12

Σύρος: Εταιρεία ζητά 3 εκατ. ευρώ από ακτιβιστές που ανησυχούν για το περιβάλλον

Αγωγές εναντίον πολιτών με αξίωση να καταβάλουν πάνω από 3 εκ. ευρώ, επειδή αγωνιούν για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία; Κι όμως ναι. Πρόκειται για την πιο εξοντωτική αξίωση που έχει απαιτηθεί ποτέ στη χώρα από ιδιωτικά συμφέροντα ενάντια σε πολίτες με αφορμή μάλιστα μία ερώτηση στο υπ. Περιβάλλοντος και τρεις συνεντεύξεις. Ο Αλέξανδρος Μπίστης, ένα από τα μέλη του Παρατηρητηρίου Ποιότητας Περιβάλλοντος Σύρου (ΠΠΠΣ), που δέχτηκε αγωγή από τον όμιλο της ΟΝΕΞ, που διαχειρίζεται το Ναυπηγείο της Σύρου, μιλάει στο tvxs με αφορμή τη δίκη της ερχόμενης Παρασκευής 10 Δεκεμβρίου 2021, 9πμ, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου, όπου θα συζητηθούν οι 3 αγωγές εναντίον του Παρατηρητηρίου, του προέδρου του και του ίδιου. Αύριο Πέμπτη, πραγματοποιείται στη 1 το μεσημέρι σχετική συνέντευξη τύπου στην ΕΣΗΕΑ, καθώς οι υποθέσεις SLAPP ((Strategic lawsuits against public participation - Στρατηγικές νομικές αγωγές ενάντια στη συμμετοχή του κοινού) επηρεάζουν άμεσα και τη λειτουργία της δημοσιογραφίας, γιατί έχουν σαν στόχο τον εκφοβισμό, την εξάντληση και τη φίμωση πολιτών και δημοσιογράφων. Πρόκειται για μια δίκη που αγγίζει τον πυρήνα του θεσμού της δημοκρατίας και μια υπόθεση που αναδεικνύει πόσο απροστάτευτοι είναι οι πολίτες και ιδιαίτερα οι ακτιβιστές, απέναντι στα ιδιωτικά συμφέροντα, την ώρα που η πολιτεία εναποθέτει τον έλεγχο του περιβάλλοντος, στις ίδιες τις εταιρείες που κατηγορούνται ότι το ρυπαίνουν. Θυμίζουμε πως η ιστορία έχει επαναληφθεί, με την αγωγή στελέχους της Ελληνικός Χρυσός, στη συνάδελφο Σταυρούλα Πουλημένη.
17
11

Ι.Κουμής – Σ.Κανελλοπούλου: Οι ξεχασμένοι νεκροί της αστυνομικής βίας

Τη νύχτα εκείνη, η Σταματίνα Κανελλοπούλου, εργάτρια από το Περιστέρι, έπεσε αναίσθητη και αιμόφυρτη από αλλεπάλληλα χτυπήματα αστυνομικών κλομπ στην οδό Πανεπιστημίου. Μια ομάδα αστυνομικών την ξυλοκόπησε και τη χτύπησε αλύπητα στο κεφάλι και στο σώμα. Μεταφέρθηκε αναίσθητη στο «Ιπποκράτειο» όπου άφησε την τελευταία της πνοή, προτού οι γιατροί της προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες. Το πόρισμα του ιατροδικαστή συγκλονίζει: 18 χτυπήματα στο κρανίο, πολλαπλά κατάγματα και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Ο Κύπριος φοιτητής Ιάκωβος Κουμής συμμετείχε στη συγκεκριμένη πορεία με τους συντρόφους του της «Επιτροπής Αυτοδιάθεσης Κύπρου». Στην Πλατεία Συντάγματος έγινε θύμα άγριας επίθεσης των ΜΑΤ, η οποία τον άφησε επί τόπου βαριά τραυματισμένο. Μάλιστα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο Κουμής δεν είχε λάβει καν μέρος στα επεισόδια, αλλά καθόταν σε παρακείμενο καφενείο την ώρα των επεισοδίων. Ο Κουμής μεταφέρεται στο Λαϊκό Νοσοκομείο και το βράδυ της Κυριακής είναι ήδη κλινικά νεκρός. Την Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου, κηδεύεται στην Κύπρο και αμέσως μετά πραγματοποιείται πορεία διαμαρτυρίας προς την Ελληνική Πρεσβεία της Λευκωσίας. (...) Την ευθύνη για τα αιματηρά γεγονότα ο πολιτικός κόσμος αποφάσισε να τη ρίξει στους διαδηλωτές. Στις 10 το βράδυ της ημέρας των επεισοδίων ο Ανδρέας Παπανδρέου δηλώνει ότι «μικρές ομάδες ανευθύνων στοιχείων και προβοκατόρων άγνωστης και ύποπτης προέλευσης δημιούργησαν θλιβερά έκτροπα με προφανή σκοπό να αμαυρώσουν και να δυσφημήσουν τη μεγάλη λαϊκή επέτειο του Πολυτεχνείου». Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση περιορίστηκε να εκφράσει την οργή της για τις «οργανωμένες ομάδες αναρχικών και εξτρεμιστικών στοιχείων» που «αμαύρωσαν τη μεγάλη λαϊκή επέτειο και προκάλεσαν βάναυσα τα δημοκρατικά και ειρηνικά αισθήματα του συνόλου του ελληνικού λαού». Σε ό,τι αφορά το θάνατο της Κανελλοπούλου, η κυβέρνηση περιορίσθηκε να δηλώσει ότι «για τις συνθήκες υπό τις οποίες σημειώθηκε ο θάνατος νεαρής εργάτριας διετάχθησαν διοικητικές ανακρίσεις». Στη συζήτηση που έγινε στη Βουλή μία εβδομάδα αργότερα ο πρωθυπουργός, κ.Ράλλης, έκανε την εξής δήλωση που έμεινε στην ιστορία: «Και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σπάθην κρατεί στα χέρια του για να αμυνθεί εναντίον των δαιμόνων. Δεν κρατεί άνθη». «Θα ήταν σε θέση, πραγματικά, η Αστυνομία στο σημείο της σύγκρουσης να προχωρήσει με ελιγμό τέτοιο, ώστε να αποκοπεί, το επαναλαμβάνω, το σώμα των 2.000 εξτρεμιστών και εκεί να τους αντιμετωπίσει», δήλωσε από την πλευρά του και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Όσο για τις «διοικητικές ανακρίσεις» για το θάνατο των δύο διαδηλωτών καμία απάντηση δε δόθηκε, κανένας ένοχος δεν τιμωρήθηκε. Τα ονόματά τους κοντεύουν να ξεχαστούν στις μέρες μας, τοποθετούμενα στον τραγικό κατάλογο των νεκρών αγωνιστών για τους οποίους δεν αποδόθηκε ποτέ δικαιοσύνη.
15
11

Υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ: Ένα πολιτικό και στρατιωτικό φιάσκο

Στα μέσα Μαΐου του 1965, περίπου δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη, που προκάλεσε αναβρασμό στην πολιτική ζωή της χώρας, ένα υποτιθέμενο πολιτικό και στρατιωτικό σκάνδαλο ήρθε να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο, το ήδη τεταμένο πολιτικό κλίμα και να οδηγήσει τελικά στην στην αποστασία του 1965: η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Ο ΑΣΠΙΔΑ (αρκτικόλεξο της φράσης «Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατίαν, Αξιοκρατίαν») επρόκειτο για μια μυστική οργάνωση, στελεχωμένη από εν ενεργεία αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, η οποία δήθεν τελούσε υπό την καθοδήγηση του Ανδρέα Παπανδρέου, γιού του τότε πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου. Όταν ξεκίνησαν οι ανακρίσεις για εμπλοκή πολιτικών προσώπων, ο Ανδρέας Παπανδρέου αρνήθηκε με επιμονή και πάθος ότι είχε οποιαδήποτε επαφή ή σχέση με την εν λόγω οργάνωση, καταγγέλλοντας «σκευωρία και πλεκτάνη εις βάρος του από ντόπια και ξένα κέντρα». Στο βιβλίο του «Η Δημοκρατία στο απόσπασμα» (σελ 217-225) ο Ανδρέας Παπανδρέου αναφέρει πως πρώτη φορά άκουσε το όνομα της οργάνωσης τον Μάιο του 1965 από τον πατέρα του.
15
11

Ντολόρες Ιμπαρούρι ή αλλιώς «Πασιονάρια»

Στις 12 Νοεμβρίου του 1987, έκλεισε τα μάτια της, σε ηλικία 93 ετών, η επαναστάτρια που για περισσότερο από μισό αιώνα γοήτευσε και ενέπνευσε με το ασυμβίβαστο πνεύμα της ανθρώπους και κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο, Ντολόρες Ιμπαρούρι, ή αλλιώς «Πασιονάρια». Όγδοη από τα έντεκα παιδιά μιας φτωχικής οικογένειας Βάσκων ανθρακωρύχων, αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σχολείο σε ηλικία 15 ετών για να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά της. Το 1919 παντρεύεται τον Χουλιάν Ρουίζ, ανθρακωρύχο και συνδικαλιστή. Η φυλάκισή του ένα χρόνο αργότερα, λόγω συμμετοχής του σε μια γενική απεργία, ενέτεινε την οικονομική δυσχέρεια της οικογένειας και κινητοποίησε πολιτικά την Ιμπαρούρι. Το La Pasionaria (Λουλούδι του Πάθους) ήταν το ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε στα πρώτα της άρθρα στην τοπική εφημερίδα ανθρακωρύχων El Minero Vizcaino. Το όνομα αυτό την ακολουθεί έκτοτε. Η ενασχόλησή της με την Αριστερά ξεκινάει το 1920, χρονιά που εκλέγεται στην Επαρχιακή Επιτροπή του Βάσκικου Κομουνιστικού Κόμματος. Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, μετακομίζει στη Μαδρίτη, όπου γίνεται συντάκτρια της αριστερής εφημερίδας Mundo Obrebo. Οι επιρροές του Μαρξ, παρά τις ρωμαιοκαθολικές καταβολές της οικογένειάς της, είναι έντονες. Σύντομα, γίνεται μέλος του Κομουνιστικού Κόμματος της Ισπανίας. Η έντονη δράση της και ο φλογερός της λόγος την οδήγησαν αρκετές φορές στην φυλακή. Στις προτεραιότητές της: η βελτίωση των συνθηκών εργασίας και υγειονομικής περίθαλψης των εργατών. Με το ξέσπασμα του Ισπανικού Εμφυλίου το 1936, ο αντιφασιστικός αγώνας αποκτά σάρκα και οστά. ¡No Pasaran! (Δεν θα περάσουν) φωνάζει και ο λαός ακολουθεί. Καλεί τις γυναίκες να πολεμήσουν με μαχαίρια και καυτό λάδι κατά της δικτατορίας. Η επιρροή του Κομουνιστικού Κόμματος αυξάνεται και η Ιμπαρούρι αποτελεί πλέον κεντρική του φιγούρα.
06
09

Ηρώ Κωνσταντοπούλου: 17 ναζιστικές σφαίρες για μια αντιστασιακή

Εκτελέστηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1944. Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου είχε ενταχθεί στην ΕΠΟΝ ως μαθήτρια και η αντιστασιακή της δράση ανακόπηκε με τη σύλληψή της τον Ιούλιο 1944. Αφού βασανίστηκε άγρια στο κολαστήριο των SS στην οδό Μέρλιν, χωρίς να κατορθώσουν οι βασανιστές της να αποσπάσουν την οποιαδήποτε πληροφορία για τους συναγωνιστές της, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Η εκτέλεση έγινε με 17 σφαίρες. Όσα και τα χρόνια της… Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και έζησε, στις 16 Ιουλίου 1927. Οι γονείς της ήταν από την Σπάρτη. Ήταν μαθήτρια γυμνασίου όταν εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ. Μιλούσε τέσσερις γλώσσες ανάμεσα στις οποίες και τα γερμανικά. Στις αρχές Ιουλίου του 1944, μία ομάδα των Ταγμάτων Ασφαλείας εισέβαλε στο σπίτι της οικογένειάς της στην οδό Βεΐκου 57 στο Κουκάκι και τη συνέβαλαν, αφού πρώτα τη βασάνισαν. Ο πατέρας της που ήταν εύπορος, κατάφερε με τις γνωριμίες του να την απελευθερώσει. Λίγο πριν την αποχώρηση των Γερμανών συμμετείχε στην ανατίναξη τρένου που μετέφερε πυρομαχικά. Συνελήφθη ξανά στις 31 Ιουλίου του 1944. Οδηγήθηκε στην οδό Μέρλιν, όπου ήταν το αρχηγείο της Κομαντατούρ, και βασανίστηκε επί τέσσερα μερόνυχτα. Οι SS της ζητούσαν να δώσει πληροφορίες για τους συνεργάτες της. Δεν ενέδωσε παρά και τις δελεαστικές προτάσεις που της έγιναν. Λέγεται ότι γνωρίζοντας γερμανικά, τους «μαστίγωνε» πίσω. Αφού δεν κατάφεραν οι ναζί να αποσπάσουν ό,τι ήθελαν την έστειλαν στην πτέρυγα των μελλοθανάτων στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Ξημερώματα της 5ης Σεπτέμβρη, μπήκε ο φρουρός φωνάζοντας «Ηρώ Κωνσταντοπούλου». «Εγώ είμαι» είπε περήφανα. «Έρχομαι». Η Λέλα Καραγιάννη, που επίσης κρατούνταν εκεί, την πλησίασε και της είπε: «Μπράβο, Ηρώ μου. Έτσι πεθαίνουν οι Ελληνίδες» κι έσκυψε και τη φίλησε για τελευταία φορά. Οδηγήθηκε μαζί με 49 άλλους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Εκτελέστηκε με 17 σφαίρες όσο και τα χρόνια της «προς παραδειγματισμό», όπως είπαν οι SS. «Υπομονή κι υπομονή, καρτέρι και καρτέρι, και τούτος ο Σεπτέμβρης τη Λευτεριά θα φέρει». Ήταν οι τελευταίοι στίχοι που έγραψε λίγο πριν την πάρουν για εκτέλεση. Όντως, περίπου ένα μήνα μετά, στις 12 Οκτωβρίου του 1944 η Αθήνα απελευθερώνεται από τους ναζί.