Θόδωρος Παρασκευόπουλος

27
07

Εμείς και το ΝΑΤΟ

H φιλειρηνική πολιτική της Αριστεράς πρέπει όχι απλώς να διασωθεί, αλλά και να αναπτυχθεί περισσότερο. Φιλειρηνική πολιτική είναι μάλλον ασύμβατη με εκδηλώσεις νομιμοφροσύνης στο ΝΑΤΟ, όσο προσεκτική κι αν πρέπει να είναι η ελληνική εξωτερική πολιτική. Διαφορετικά καλλιεργείται και στο λαό – στο λαό του ΣΥΡΙΖΑ πρώτα από όλα – ότι όσα έλεγε για νέες συνθήκες συνεργασίας στην Ευρώπη, για ένα σύμφωνο που θα αντικαθιστά το ΝΑΤΟ και για τη σημασία της μείωσης των εξοπλισμών στην ήπειρό μας και της διάθεσης των πόρων που θα εξοικονομηθούν έτσι για άλλους, ειρηνικούς, σκοπούς είναι πια παλιές και ξεπερασμένες ιδέες.
12
07

Το ζήτημα του προσανατολισμού και οι κίνδυνοι του αστισμού

Και τότε τι διαφορά υπάρχει με την πολιτική των αστικών κομμάτων; Οι διαφορές είναι δύο. Πρώτον, η προγραμματική δέσμευση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν βολεύεται με αυτή την κατάσταση και επιδιώκει την ανατροπή του καπιταλισμού ως τρόπου παραγωγής και ως συστήματος εξουσίας και η διαρκής καλλιέργεια αυτής της δέσμευσης και η επεξεργασία των συνεπειών της. Δεύτερον, ο πληβειακός-εργατικός χαρακτήρας του κόμματος με όσα συνεπάγεται αυτός για την οργάνωση και την καθημερινή πολιτική του στις σημερινές συνθήκες της καπιταλιστικής κοινωνίας του 21ου αιώνα. Μόνο με αυτά τα δύο στοιχεία μπορεί να υπάρξει σχετική βεβαιότητα ότι και η κυβερνητική πολιτική θα έχει τη συνεχή έγνοια, όχι μόνο για τη βελτίωση της ζωής του φτωχού κόσμου, αλλά και για την παρουσία του «αόρατου λαού» στο πολιτικό προσκήνιο –όχι με μια έκρηξη, όπως στα 2014-2015, αλλά διαρκώς και με θεσμικές εξασφαλίσεις. Και ακόμα κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν να οικοδομηθούν συλλογικά αποκτήματα των λαϊκών τάξεων που οι άνθρωποι, και με άλλη κυβέρνηση, θα πουν: «Αυτά δεν μας τα παίρνεις πίσω!», αποκτήματα δηλαδή που βρίσκονται στον αντίποδα της ιδιοτέλειας που καλλιεργεί ο καπιταλισμός και αποτελεί το ιδεολογικό του υπόβαθρο.
07
01

Η Αριστερά πρέπει να συγκροτήσει το δικό της μεταναστευτικό σχέδιο

Η πολιτική του σεβασμού και της καλλιέργειας των ιδιαίτερων πολιτισμικών χαρακτηριστικών, της θρησκείας και της γλώσσας των ανθρώπων από άλλες χώρες και ηπείρους δεν είναι «κοινοτισμός», αλλά προϋπόθεση για την ανθρώπινη συμβίωση. Για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά είναι ζωτική ανάγκη για να πετύχει το δικό της σχέδιο και όχι των άλλων. Όλα αυτά, τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, η σχέση με τη θρησκεία, ακόμα και η γλώσσα θα αλλάξουν –με βραδείς ρυθμούς, με εντάσεις, αλλά θα αλλάξουν. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης, τούρκους, άραβες, αφρικανούς εργάτες, καταστηματάρχες, τραπεζίτες, ποιητές, ζωγράφους, πολιτικούς τους ξεχωρίζεις μονάχα από την όψη και το όνομα. Βέβαια είναι λίγοι σε σύγκριση με τη μεγάλη μάζα των μεταναστών και των μεταναστριών –αλλά όχι πια αμελητέα ποσότητα. Η γενική τάση προς τα εκεί δείχνει. Και το ζητούμενο είναι πώς αυτή η εξέλιξη μπορεί να υπάρξει με τις λιγότερες συγκρούσεις και το λιγότερο πόνο –κι αυτό είναι άκρως πολιτικό ζήτημα.
10
03

ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Η χαμένη άνοιξη των Σοσιαλδημοκρατών;

Ενώ στη Γερμανία είχε αρχίσει να γίνεται λόγος για «πασοκοποίηση» του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, προέκυψε Σουλτς! Εκεί που τα ινστιτούτα δημοσκοπήσεων έδιναν διαφορά μέχρι και 17 ποσοστιαίες μονάδες υπέρ του κόμματος της Άγκελας Μέρκελ και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα μόλις που υπερέβαινε το 20%, άρχισε η αντιστροφή και οι Σοσιαλδημοκράτες πλησίασαν, ισοφάρισαν και συχνά ξεπέρασαν δημοσκοπικά τον αντίπαλό τους. Μάλιστα, δημοσκοπήσεις σχετικά με την καταλληλότητα για τη θέση του καγκελαρίου δίνουν προβάδισμα 5 μονάδων στον Μάρτιν Σουλτς.
14
07

CETA: μια δεύτερη TTIP υπό διαπραγμάτευση

Επί του περιεχομένου, η κριτική που έχει ασκηθεί και εντάθηκε μετά τις αποκαλύψεις, είναι η ίδια που ασκείται στην TTIP. Δηλαδή, ότι περιορίζεται η προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας των καταναλωτών, ότι δεν προστατεύονται επαρκώς τοπικά προϊόντα και, προπάντων, ότι οι επιχειρήσεις αποκτούν ευθέως και επισήμως -όχι μόνο με τη δραστηριότητα των λόμπι και με δωροδοκίες- αποφασιστικό ρόλο για τη διαμόρφωση της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών. Στο μέλλον, εφόσον, η CETA και η TTIP εγκριθούν, οι επιχειρήσεις θα μπορουν να διεκδικούν αποζημιώσεις, εάν θεωρούν ότι κυβερνητικές αποφάσεις βλάπτουν τα συμφέροντά τους: αν, λόγου χάριν, αλλάξει το εργατικό δίκαιο προς όφελος των μισθωτών, αν νομοθετικά επιβληθεί υψηλότερος κατώτατος μισθός ή λιγότερες ώρες εργασίας, αν επιβληθούν νέοι περιορισμοί προστατευτικοί για το περιβάλλον, αν τομείς όπως η Παιδεία, η Υγεία, οι υποδομές, η ενέργεια, η ύδρευση υπαχθούν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δημοσίου. Για την εκδίκαση, μάλιστα, τέτοιων προσφυγών, δεν θα είναι αρμόδια τα τακτικά δικαστήρια του εκάστοτε κράτους ή, έστω, τα ευρωπαϊκά δικαστηρια, αλλά, όπως λέει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένα διεθνές Δικαστήριο Εμπορίου.
  • 1
  • 2