Εναλλακτικό σχέδιο στην έκθεση Πισσαρίδη
Το ΙΝΕ επικρίνει την έκθεση Πισσαρίδη για τον βασικό στόχο που θέτει, την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, μια πρόταση την οποία χαρακτηρίζει κοινότοπη, μη υλοποιήσιμη εξαιτίας των μέσων που επιστρατεύει (οι φορολογικές ελαφρύνσεις δεν απέδωσαν με βάση τη διεθνή εμπειρία) και πιθανότατα επιζήμια στην ανάπτυξη, καθότι η πρόταξη της αύξησης των κερδών οδηγεί στην περαιτέρω αύξηση των ανισοτήτων.
Κατά το ΙΝΕ, η έκθεση Πισσαρίδη αγνοεί τη δομική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας και συσχετίζει εσφαλμένα το έλλειμμα παραγωγικών επενδύσεων με θεσμικές ελλείψεις και αποτυχίες της αγοράς, όπως η κακή λειτουργία του δικαστικού συστήματος, η κρατική γραφειοκρατία, η έλλειψη κινήτρων, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος και η ανεπαρκής εκπαίδευση-κατάρτιση.
Δεν αντιλαμβάνεται έτσι πως για τη μετάβαση σε ένα βιώσιμο υπόδειγμα ανάπτυξης χρειάζεται:
1. Να συμμετέχει και η κοινωνία. Αυτό σημαίνει το υπόδειγμα να είναι και δίκαιο ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης. Προϋπόθεση, δε, γι’ αυτό είναι μια πολιτική δέσμευση για αύξηση της εργασίας και των μισθών παράλληλα με την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και των δημόσιων επενδύσεων.
2. Επειδή υπάρχει διαχρονικά μεγάλο έλλειμμα επιχειρηματικότητας και επενδύσεων, με την οικονομία μετά την 10ετή ύφεση να έχει περιπέσει σε παγίδα ρευστότητας, η επανεκκίνηση και ανάκαμψή της οφείλει να προέλθει από την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.
3. Η πολιτική ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος πρέπει να εντάσσεται σε μια ολιστική αναπτυξιακή στρατηγική για τον διαρθρωτικό μετασχηματισμό του παραγωγικού συστήματος, ο οποίος να περιλαμβάνει την ποιοτική αναβάθμιση του τριτογενούς τομέα με δραστηριότητες έντασης γνώσης, τον τεχνολογικό μετασχηματισμό με άξονα τους κλάδους της μεταποίησης που χαρακτηρίζονται από μεσαία προς υψηλή τεχνολογία και, τέλος, τον σχεδιασμό μιας βιομηχανικής πολιτικής που θα στηρίζεται στη δημιουργία του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου για μόνιμη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε θέματα επενδύσεων (ειδικά πράσινων) και για καλύτερη ισορροπία μεταξύ αυτάρκειας και εξωστρέφειας.
4. Το ΙΝΕ τονίζει πως θεμελιακή αρχή βιωσιμότητας μιας χρεωμένης οικονομίας όπως η ελληνική είναι η διατηρήσιμη ροή εισοδήματος για τη στήριξη της ζήτησης και την ικανοποίηση των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας. Ομως αυτό συνεπάγεται πως η δημοσιονομική πολιτική οφείλει να υπηρετεί την εργασία αντί για τα επιχειρηματικά κέρδη. Στις δε τρέχουσες αντίξοες συνθήκες της πανδημίας αυτό σημαίνει πως είναι επιτακτική η ανάγκη μιας συμφωνίας με την Ε.Ε. για τη μείωση του στόχου πρωτογενών πλεονασμάτων.
5. Τέλος, στο καθαυτό μέτωπο της εργασίας, το ΙΝΕ προτείνει: (α) τον επαναπροσδιορισμό του τρόπου αξιολόγησης της κατάστασης της αγοράς εργασίας, όπου εκτός της ανεργίας να λαμβάνεται υπόψη η μεταβολή του όγκου, της κλαδικής διάρθρωσης και της ποιότητας της απασχόλησης, (β) τον επαναπροσδιορισμό του τρόπου άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής με στόχο την αύξηση της εργασίας, ειδικά των χαμηλότερα αμειβόμενων εργαζόμενων και των αποκλεισμένων από την αγορά εργασίας μέσω προγραμμάτων εγγυημένης εργασίας και (γ) τον επαναπροσδιορισμό και αύξηση του κατώτατου μισθού με βάση το όριο της σχετικής φτώχειας (60% του διάμεσου μισθού).






