Η διαφωνία των Πρεσπών
Στην εποχή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, κατά την οποία η (καπιταλιστική) οικονομία απογυμνώνεται από τα ιδεολογικο-πολιτικά της φτιασίδια και προβάλλει ως αυτό που πράγματι είναι, δηλαδή ένα σύστημα ανελέητου ανταγωνισμού και αντίστοιχων κανονιστικών αρχών όπου το δέον είναι η επικράτηση των ισχυρότερων, το οικονομικό επίπεδο δεν επικαθορίζει απλώς τα άλλα δύο, τείνει να τα υποκαταστήσει. Σε περιόδους κρίσης και συνακόλουθης κοινωνικής πόλωσης, τα ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα επανακάμπτουν κυρίως από την Αριστερά –όπου αυτή καθίσταται επαρκώς ισχυρή εννοείται.
Τότε προκύπτει η εξής ενδιαφέρουσα κατάσταση: όσον αφορά το κυρίαρχο κοινωνικό καθεστώς, ο επικαθορισμός μεταξύ επιπέδων συνίσταται στον τρόπο με τον οποίο το οικονομικό στοιχείο συναρθρώνει τα άλλα δύο επίπεδα ούτως ώστε να εξυπηρετούνται οι στρατηγικοί του στόχοι. Στην πολιτική διαμάχη τα αστικά κόμματα αφήνουν κατά μέρος τις μεταξύ τους έριδες και διαφορές και συνενώνουν τις δυνάμεις τους έναντι του κοινού εχθρού, που είναι το κόμμα ή τα κόμματα της Αριστεράς (στον βαθμό που αυτά κρίνονται αρκούντως απειλητικά για το καθεστώς εννοείται –δεν αναφέρομαι σε περιπτώσεις όπως το σημερινό ΚΚΕ). Και στη σφαίρα της ιδεολογίας ανευρίσκεται κάποιο ιδεολόγημα ικανό να υπερκεράσει τις όποιες προσπάθειες της Αριστεράς για δική της ιδεολογική ηγεμόνευση.
Το οικονομικό στοιχείο εδώ είναι εκείνο που ενοποιεί τις ετερογενείς και συχνά αντιφατικές πολιτικές και ιδεολογικές στοχεύσεις και πρακτικές. Με τον όρο «οικονομικό στοιχείο» δεν αναφέρομαι σε χρηματοπιστωτικά μεγέθη αλλά στις ταξικές (εξ ορισμού) σχέσεις παραγωγής. Η ταξική αλληλεγγύη που επιδεικνύεται στις μέρες μας μεταξύ των ποικιλόμορφων αστικών πολιτικών και ιδεολογικών δυνάμεων είναι σχεδόν συγκινητική. Αναρωτιέμαι πόσοι εξ όσων μετείχαν στο συλλαλητήριο της Κυριακής είχαν επίγνωση του ταξικού χαρακτήρα αυτής τους της μέθεξης.









