Συμβιβασμοί υπογραμμένοι με αίμα
Με σκληρή γλώσσα, συχνά με λεπτή ειρωνεία, ο Κλάους Μαν στήνει μια πολύ πλούσια τοιχογραφία μιας δύσκολης εποχής στην οποία άρχιζαν σιγά-σιγά να κυριαρχούν όλοι εκείνοι που, μεθυσμένοι από τη βίαιη εξουσία τους, πίστευαν πως «ποτέ δεν θα πάρουν εκδίκηση οι βασανισμένοι». Έχει έτσι τη δυνατότητα να μιλήσει για τον αναδυόμενο και διαρκώς πιο επιθετικό αντισημιτισμό, τη σχέση τέχνης και πολιτικής και ειδικότερα τη σχέση των Γερμανών διανοούμενων με το ναζιστικό καθεστώς, την ιστορική ευθύνη των συγγραφέων και των καλλιτεχνών, τον ρόλο των ΜΜΕ («τους δημοσιογράφους, που έγραφαν τις γνώμες και τις απόψεις τους καθ’ υπαγόρευσιν του υπουργείου Προπαγάνδας») και το μοντέλο του δημοσιογράφου-εκβιαστή που ο πλούτος του οφειλόταν «στα χρηματικά ποσά που εισέπραττε για όσα δεν δημοσίευε στη στήλη του», για τους δημοκρατικούς πολιτικούς που αγνοούν τον ναζισμό και «ορκίζονται ότι ο εχθρός βρίσκεται αριστερά» και για τους αστυνομικούς που ενώ «θέλουν να λέγονται σοσιαλιστές, δίνουν άδεια για πυρ εναντίον εργατών». Σκιαγραφεί, έτσι, εκείνη την άγρια εποχή όπου, ενώ «το απολυταρχικό καθεστώς του άγριου στρατοκρατικού καπιταλισμού συνέχιζε τη φρικτή του δράση» και ενώ «τα πτώματα μαζεύονταν σωρό», «οι ξένοι που περνούσαν μια βδομάδα στο Βερολίνο –Άγγλοι λόρδοι, Ούγγροι δημοσιογράφοι ή Ιταλοί υπουργοί– επαινούσαν την άψογη καθαριότητα και την τάξη […] έβλεπαν μόνο χαρούμενα πρόσωπα και έβγαζαν το συμπέρασμά τους: Όλοι αγαπούν τον Φύρερ». Μια εποχή όπου «η νέα γενιά της Γερμανίας μάθαινε ότι η λέξη “ειρηνιστής” είναι βρισιά· η νέα γενιά της Γερμανίας δεν είχε πια ανάγκη να διαβάζει Γκαίτε και Πλάτωνα».
Κλάους Μαν «Μεφίστο» (μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα, 2020)









