Macro

Βιογραφική (ανα)κατασκευή της αναπηρικής ταυτότητας

Πώς το βίωμα της αναπηρίας και η κοινωνική οδύνη διαμορφώνουν την εμπρόθετη δράση και παράγουν νέες πολιτικές υποκειμενικότητες; Ποιος ο ρόλος των αναπηρικών οργανώσεων ως χώρου μετασχηματιστικών μαθησιακών διεργασιών;

Η διαμόρφωση της βιογραφίαςi ως εναλλακτικής οπτικής προς την ταυτότητα συνιστά μια μετασχηματιστική (δια)μορφωτική διαδικασίαii τόσο ως διαπραγματευόμενη εμπειρία του εαυτού όσο και ως μαθησιακή τροχιά, που μετασχηματίζεται συνεχώς μέσω της συμμετοχής σε διάφορες κοινότητες.

Όταν το βίωμα της αναπηρίας ρυθμίζεται στο πλαίσιο των αναπηρικών οργανώσεων, ιδίως σε περιόδους μετάβασης από το ιατρικό στο κοινωνικό και δικαιωματικό μοντέλο προσέγγισης της αναπηρίας, η διαλεκτική σχέση κοινωνικού – ατομικού αναδεικνύεται σε σημαντική πίεση για τις ατομικές βιογραφίες.

Οι αναπηρικές οργανώσεις ως ένα παράδειγμα νοηματικών συσχετισμών και μετασχηματίζουσας μάθησης

Η κατασκευή του εαυτού συνδέεται με τα πλαίσια αναφοράς, τα οποία αντιπροσωπεύουν κοινωνικά και πολιτισμικά παραδείγματα, αλλά και προσωπικές απόψεις που εκκινούν από τη διαδικασία της αναγνώρισης από «σημαντικούς άλλους»iii (οικογένεια, σχολείο, κοινωνία).

Στην περίπτωση της αναπηρίας, οι παραδειγματικές παραδοχές που δομούν τον κόσμο σε θεμελιώδεις κατηγορίες, εν προκειμένω ο διαχωρισμός στις κατηγορίες «φυσιολογικός – ανάπηρος», αποτελεί το ιεραρχικό δίπολο με βάση το οποίο τα άτομα, με ή χωρίς αναπηρία μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα και ως εκ τούτου την συγκροτούν με τρόπο που δημιουργεί προβλήματα στη συνύπαρξη υποκειμένων και κοινωνικών ομάδων.

Στη φάση της ενηλικιότητας, έχοντας τη δυνατότητα της αυτόβουλης επιλογής, αναπτύσσεται προβληματισμός πάνω στις παραδοχές των πλαισίων αναφοράς, των δικών μας και των άλλων, και ακολούθως αξιολογούνται για την επάρκεια ή για την ανάγκη τροποποίησής τους. Βέβαια, στην περίπτωση των ατόμων με αναπηρία, το ζήτημα της ενηλικιότητας καθίσταται συνθετότερο, καθώς τίθεται το ερώτημα κατά πόσο τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης.

Υπό το πρίσμα αυτού του προβληματισμού, η ιδιότητα του ενεργού μέλους μιας αναπηρικής οργάνωσης δύναται να λειτουργήσει ως καταλύτης. Το υποστηρικτικό πλαίσιο, αλλά και οι μορφές αναγνώρισης που δημιουργούνται εντός των αναπηρικών οργανώσεων, ενεργοποιούν την κριτική σκέψη για τη συνειδητοποίηση των περιορισμών που επιβλήθηκαν από τις παραδοσιακές παραδοχές σχετικά με την αναπηρία στην προσωπική ανάπτυξη, την αυτονομία και τον αυτοπροσδιορισμό, και οδηγούν στην αναθεώρηση και στον μετασχηματισμό τους.

Η συμμετοχή σε αναπηρικές οργανώσεις δημιουργεί χώρο και χρόνο για συνομιλία, συνεργασία και ανταλλαγή εμπειριών (ανεξαρτήτως κατηγορίας αναπηρίας), προωθώντας έναν δημοκρατικό τρόπο μάθησης. Η προσωπική εμπειρία, μέσα από την αξιοποίηση και την ανάλυσή της, αποκτά συλλογικό χαρακτήρα και μεταπλάθεται σε γνώση για την αναπηρία, η οποία πηγάζει «από τα κάτω». Αυτό το αναδυόμενο πεδίο γνώσης και δράσης χαρακτηρίζεται από μια δυνατότητα μετασχηματισμού των τρόπων νοηματοδότησης προσωπικών βιωμάτων, όπου ο στόχος της αλλαγής δεν περιορίζεται μόνο στη σχέση των ατόμων με τον εαυτό τους, αλλά αφορά τη διεκδίκηση της αναγνώρισής τους ως φορείς δικαιωμάτων «από τα έξω» και «από τα πάνω».

Πρόκειται, ουσιαστικά, για μία μετασχηματιστική μαθησιακή διαδικασία που σηματοδοτεί την ανάπτυξη κοινωνικών δρώντων υποκειμένων, που μπορούν να εμπλακούν στην (ανα-)διαμόρφωση της κατάστασης της αναπηρίας. Μια διαδικασία που δεν αφήνει αμετάβλητο ούτε το υποκείμενο, που υπόκειται σε αυτήν, ούτε και το δομικό πλαίσιο που το περιβάλλει.

Ιστορίες ζωής: η (ανα)κατασκευή ενός εαυτού πέρα από (αλλά όχι χωρίς) την αναπηρία

Η «νέα γνώση» για την αναπηρία, που προκύπτει από μαθησιακές διεργασίες αυτής της μορφής, συνυφαίνεται με το προσωπικό βίωμα και την αφήγησή του. Στις ιστορίες ζωής ατόμων με αναπηρία που συμμετέχουν ενεργά σε αναπηρικές οργανώσεις αναζητήσαμε τις «ρηματικές στρατηγικές» που χρησιμοποιούν οι αφηγητές προκειμένου να αναγνωριστούν ως υποκειμενικότητες, πέραν της ηθικολογικής ανεκτικής διαχείρισης της αναπηρίας, και να «τοποθετηθούν» εντός ενός συστήματος σχέσεων εξουσίας που ρυθμίζει ποιες οντολογικές κατηγορίες υπάγονται και ποιες αποκλείονται από το κοινωνικό και πολιτικό πεδίο.

Δεδομένου ότι οι συνομιλητές μας έχουν διαπραγματευτεί ζητήματα υποκειμενικότητας, αλλά και αναπηρικής ταυτότητας σε προσωπικό και συλλογικό / πολιτικό επίπεδο, οι βιογραφίες τους εκτίθενται με έντονη αναστοχαστική διάθεση, αναθεωρώντας σχήματα με τα οποία προσέγγιζαν όχι μόνο τον εαυτό τους, αλλά και τον κόσμο.

Ο νέος εαυτός αφορά τη μεταμόρφωση στοιχείων και στάσεων με ενισχυμένη διάθεση κινητοποίησης για πολιτική δράση. Ο λόγος των αφηγητών βρίθει από έννοιες οι οποίες αντλούνται από τον δικαιωματικό λόγο των αναπηρικών οργανώσεων. Οι περισσότερες αφηγήσεις καθοδηγούνται από έναν λανθάνοντα μηχανισμό αμφισβήτησης της διχοτομίας «φυσιολογικός – ανάπηρος» (μια διχοτομία που εμπεριέχει εγγενώς και την αποδοχή της ιεράρχησης), εστιάζοντας σε αυτό που μπορούν να κάνουν και σε μία εικόνα του εαυτού που απέχει από την παραδοσιακή εικόνα του ατόμου με αναπηρία ως παθητικού αποδέκτη φροντίδας και αντικειμένου φιλανθρωπίας. Στις αφηγήσεις, χωρίς να απουσιάζει η αναπηρία, δεν προάγεται η λογική της «διαφορετικότητας», ενώ συγχρόνως αποσυνδέεται και από την απόκλιση από τον «μέσο όρο» και εν τέλει από την κατωτερότητα.

Ανατρέχοντας στην απόφαση εμπλοκής στις αναπηρικές οργανώσεις, με βάση την παροντική σκοπιά τους, ερμηνεύουν αυτή την απόφαση ως μία ευκαιρία μάθησης από την κατάσταση των άλλων αναπήρων, αλλά και ως διάθεση για την παροχή αρωγής προς άλλους. Στις αφηγήσεις επιβεβαιώνεται η προσωπική εξέλιξη και το αίσθημα ενδυνάμωσης που απορρέει από τη συλλογική δράση.

Στις περισσότερες αφηγήσεις επιβεβαιώνεται ότι η μόρφωση αποτέλεσε αντικείμενο, αλλά συγχρόνως και μέσο βιογραφικών σχεδιασμών και προσδοκιών. Μέσω της μόρφωσης, τυπικής ή/και άτυπης μορφής, αναζητούν μια προοπτική με περιεχόμενο. Πέραν της αναπηρικής και κινηματικής ταυτότητας, στις αφηγήσεις αναδεικνύεται μία πολλαπλότητα ταυτοτήτων (η γυναικεία, η γονεϊκή, η επαγγελματική, κ.ά.) μέσω των οποίων ορίζουν και επανακαθορίζουν τα ατομικά σχέδιά τους, ανοίγοντας μελλοντικές προοπτικές.

Οι αφηγητές τονίζοντας το κοινωνικό κεφάλαιό τους (μάθηση, κοινωνική συμμετοχή, κοινωνική προσφορά), ως το κύριο στοιχείο αυτοπροσδιορισμού, διεκδικούν να ξεπεράσουν την υποβαθμισμένη θέση του ατόμου με αναπηρία στην κοινωνική ιεραρχία της ελληνικής κοινωνίας. Με την κατασκευή ενός εαυτού πέρα από (αλλά όχι χωρίς) την αναπηρία, διαπραγματεύονται μια θέση σε ένα σύστημα σχέσεων εξουσίας, προσφέροντας διαφορετικά κριτήρια αναγνώρισης πέρα από εκείνα της αναπηρίας ως τραύματος και οδύνης.

Συνοψίζοντας, η «βιογραφική εργασία»,iv που συντελείται εντός των αναπηρικών οργανώσεων, προσεγγίζεται όχι ως διαδικασία προσαρμογής στην «κανονικότητα» της κοινωνικής οργάνωσης, αλλά ως μέσο κοινωνικής τοποθέτησης. Το αφηγηματικό υλικό δεν συνιστά συγκαταβατική παράθεση των βιωμάτων των συνομιλητών μας αλλά παρέχει τη δυνατότητα για την απο-τυποποίησή τους ως προσώπων και ως ομάδας και την αποδραματοποίηση της αναπηρίας, δίχως αυτή να χάσει τη σημασία της. Η δύναμη του αφηγηματικού υλικού υποστασιοποιεί τις δικές τους φωνές και ταυτόχρονα δύναται να μετασχηματίσει τις πρακτικές των αναπηρικών οργανώσεων.

i Alheit, P. (2013). Ταυτότητα και βιογραφία. Η συμβολή της βιογραφικής έρευνας σε μια θεωρία της ταυτότητας στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες. Στο Γ. Τσιώλης και Ει. Σιούτη (Επιμ.), Βιογραφικές (ανα)κατασκευές στην ύστερη νεωτερικότητα. Αθήνα: Νήσος.

ii Fischer-Rosenthal, W. (1995). The problem with identity: Biography as solution to some (post)-modernist dilemmas. Comenius (3). pp. 250-265.

iii Honneth, A. (1995). The struggle for recognition. The moral grammar of social conflicts. Cambridge, Massachusetts: The MIT Press.

iv Fischer-Rosenthal, W. (2000). Biographical work and biographical structuring in present-day societies. Στο Pr. Chamberlayne, J. Bornat & T. Wengraf (Eπιμ.),The Turn to Biographical Methods in Social Science. London: Routledge.

 

Η Ανθή Χατζηπέτρου είναι υποψήφια διδάκτορας  στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο στη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών

Πηγή: Η Αυγή