Macro

Το μάρκετινγκ των φαρμακευτικών: Υπεράνω όλων τα υπερκέρδη

Πριν από επτά χρόνια η βρετανική φαρμακευτική GlaxoSmithKline δεχόταν να πληρώσει 3 δισεκατομμύρια δολάρια στο υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ως αποζημίωση για την προώθηση αντικαταθλιπτικών σε ανηλίκους και την ανεπαρκή παρουσίαση των παρενεργειών ενός φαρμάκου για τον διαβήτη. Ένα τέτοιο πρόστιμο θα μπορούσε να γονατίσει οποιαδήποτε επιχείρηση. Όχι όμως και μια φαρμακοβιομηχανία.

Το περιοδικό “Economist” εκτιμά ότι το αστρονομικό πρόστιμο αποτελούσε μόλις το 11% των εσόδων της GlaxoSmithKline εκείνη τη χρονιά. Μόνο τα κέρδη από τα τρία αντικαταθλιπτικά που οδήγησαν τελικά στο πρόστιμο ξεπερνούσαν τα 27,5 δισεκατομμύρια δολάρια σύμφωνα με έρευνα του κέντρου IMS Health. Για την ίδια την εταιρεία, επομένως, το πρόστιμο θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς σαν μέρος του λειτουργικού κόστους. Πληρώνεις κάτι για να βγάλεις κάτι περισσότερο.

Όπως αποκαλύπτει ο ιστότοπος ερευνητικής δημοσιογραφίας ProPublica, τα τελευταία χρόνια οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις πλήρωσαν στο Αμερικανικό Δημόσιο περισσότερο από 13 δισεκατομμύρια δολάρια σε διάφορους εξωδικαστικούς συμβιβασμούς για παράνομες πρακτικές προώθησης των προϊόντων τους.

Οι ίδιες εταιρείες δαπάνησαν αρκετά ακόμη δισεκατομμύρια με τη μορφή αποζημιώσεων προς καταναλωτές. Για παράδειγμα, το 2007 η Merck δέχτηκε να καταβάλει 4,85 δισεκατομμύρια δολάρια για να αποζημιώσει 27.000 ενάγοντες που είχαν προσφύγει εναντίον της επειδή κάποιο μέλος της οικογένειάς τους πέθανε ή έβλαψε σοβαρά την υγεία του παίρνοντας το αναλγητικό Vioxx, που είχε αποσυρθεί από την αγορά τρία χρόνια νωρίτερα.

Όλα αυτά δεν αποτελούν, βέβαια, απλά «ατυχήματα». Οι παράνομες πρακτικές -από την παραπληροφόρηση για τις παρενέργειες ενός φαρμάκου έως τις απαραίτητες «μίζες» για την προώθηση των προϊόντων τους- έχουν το κόστος τους. Αλλά τελικά αποφέρουν πολλαπλάσια κέρδη.

Σύμφωνα με το BBC, οι φαρμακευτικές εταιρείες είχαν το 2013 μεγαλύτερο μέσο περιθώριο κέρδους από τις αυτοκινητοβιομηχανίες, τις πετρελαϊκές επιχειρήσεις και τους μεγάλους ομίλους ΜΜΕ. Μόνο οι τράπεζες μπορούν να τις συναγωνιστούν στον συγκεκριμένο τομέα. Ακόμη και οι τραπεζίτες, όμως, μάλλον θα ζηλεύουν το περιθώριο κέδρους μιας εταιρείας όπως η Pfizer που υπολογίζεται στο 42%. Τέσσερις άλλες φαρμακευτικές είχαν, την ίδια χρονιά, περιθώριο κέρδους άνω του 20%. Ηταν η Hoffman-LaRoche, η AbbVie, η GSK και η Eli Lilly.

Μια τέτοια κερδοφορία υποχρεώνει τις φαρμακευτικές σε αμυντική στάση όταν η συζήτηση πηγαίνει αναπόφευκτα στις συνεχείς αυξήσεις των τιμών των φαρμάκων. Έχουμε μεγάλα έξοδα, υποστηρίζουν. Για να σώσουμε ζωές, δαπανούμε τεράστια ποσά για την έρευνα και την ανάπτυξη νέων προϊόντων, ενώ τα γενόσημα φάρμακα περιορίζουν σημαντικά τα κέρδη. Στην πραγματικότητα, βέβαια, το κόστος για την έρευνα αναλαμβάνει συνήθως ο δημόσιος τομέας με τις ίδιες τις φαρμακευτικές να δαπανούν γι’ αυτή τα μισά απ’ όσα ξοδεύουν για το μάρκετινγκ.

Το πραγματικό κίνητρο

Μια έρευνα που ήρθε στο φως την προηγούμενη εβδομάδα αποκαλύπτει την αλήθεια πίσω από το βασικό αφήγημα της φαρμακοβιομηχανίας: εκείνο που ανεβάζει διαρκώς τις τιμές των φαρμάκων δεν είναι τίποτε άλλο από τη δίψα για την μεγιστοποίηση του κέρδους.

Η έρευνα που δημοσιεύεται στην αμερικανική ιατρική επιθεώρηση Neurology πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Όρεγκον και προσπάθησε να δώσει απαντήσεις σε ένα απλό ερώτημα. Τι θα μπορούσε άραγε να δικαιολογεί την ετήσια αύξηση σε επίπεδο 10% με 15% της τιμής των φαρμάκων για τη σκλήρυνση κατά πλάκας στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας;

Για να δώσουν την απάντηση, οι ερευνητές του πανεπιστημίου πραγματοποίησαν μια σειρά από ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις με τέσσερα άτομα τα οποία δεν κατονομάζονται και που εργάζονται ή εργάστηκαν τα τελευταία χρόνια ως διευθυντικά στελέχη φαρμακευτικών έχοντας άμεση ανάμειξη στον καθορισμό της τιμής των προϊόντων.

Η ειλικρίνειά τους είναι αφοπλιστική. «Θα έλεγα ότι η λογική για τις αυξήσεις των τιμών βρίσκεται ξεκάθαρα στο τι είναι αυτό που μπορεί να αυξήσει τα κέρδη» δηλώνει ένας CEO. «Δεν υπάρχει άλλη αιτιολογία. Το κόστος για την παραγωγή του φαρμάκου δεν αυξήθηκε κατά 10% ή 15%. Θα έλεγα ότι μάλλον μειώθηκε».

Είναι μια ομολογία που βέβαια αναιρεί το βασικό επιχείρημα των φαρμακευτικών ότι η άνοδος των τιμών οφείλεται στην προσπάθεια κάλυψης των αυξανόμενων εξόδων για την έρευνα και την παραγωγή των φαρμάκων. «Τα διοικητικά στελέχη λένε ανοιχτά αυτό που παραμένει ανομολόγητο: η αύξηση των τιμών έχει κεντρική θέση στο επιχειρησιακό μοντέλο της βιοηχανίας» σχολιάζει ο Ζέιν Ρίζβι από τη ΜΚΟ Public Citizen’s Access to Medicines.

Φαρμακοβιομηχανίες και Brexit

Τα στελέχη των φαρμακευτικών δεν παραλείπουν βέβαια να αναφερθούν και στην αμερικανική ιδιομορφία. «Μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορείς πραγματικά να κάνεις αυτές τις αυξήσεις. Δεν μπορείς σε κάποια άλλη χώρα του κόσμου. Εκεί οι τιμές πέφτουν με την πάροδο του χρόνου» δηλώνει ένας. Γιατί δεν συμβαίνει αυτό και στις ΗΠΑ; «Δεν μπορούμε να ρίχνουμε τις τιμές. Αυτό θα σήμαινε ότι γινόμαστε λιγότερο αποτελεσματικοί, ότι υποβαθμίζουμε το προϊόν μας» εξηγεί κάποιος άλλος.

Η αμερικανική ιδιομορφία ετοιμάζεται όμως να περάσει τον Ατλαντικό και να αποβιβαστεί στην Ευρώπη, όπως αποκάλυψε αυτή την εβδομάδα ο Τζέρεμι Κόρμπιν. Ο ηγέτης των Βρετανών Εργατικών κατήγγειλε ότι η συντηρητική κυβέρνηση διεξάγει τα τελευταία χρόνια «μυστικές διαπραγματεύσεις» με θέμα το «πλήρες άνοιγμα» του NHS στις αμερικανικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της Υγείας.

Και οι αμερικανικές φαρμακοβιομηχανίες φαίνεται να πιέζουν τόσο για την κατάργηση οποιουδήποτε πλαφόν στις τιμές των φαρμάκων όσο και για συμφωνίες με στόχο την παράταση της ισχύος των ευρεσιτεχνιών, κάτι που θα εμπόδιζε τη χρήση φθηνότερων γενόσημων από το βρετανικό ΕΣΥ. Σε δώδεκα μέρες θα γνωρίζουμε το αποτέλεσμα των βρετανικών εκλογών και το κατά πόσο το αμερικανικό μοντέλο Υγείας θα είναι ένα βήμα πιο κοντά στο να καταπιεί ό,τι έχει απομείνει από το άλλοτε καύχημα του βρετανικού κράτους πρόνοιας.

Μιχάλης Τρίκκας

Πηγή: Η Αυγή