Macro

Τα παιχνίδια της βιομηχανίας της κατάθλιψης

Στη δεκαετία του ’70, μια ενοχλητική αλήθεια για την κατάθλιψη θα γινόταν γνωστή, καθώς οι συνέπειές της για τους ανθρωπότητα θα ήταν άκρως προβληματικές. Στο παρελθόν, Αμερικανοί ψυχίατροι είχαν συντάξει ένα εγχειρίδιο που περιέγραφε λεπτομερώς όλα τα συμπτώματα διαφορετικών ψυχικών ασθενειών, ώστε να γίνονται διαγνώσεις και να αντιμετωπίζονται όπως έπρεπε, στις πολιτείες των ΗΠΑ.

Ονομαζόταν «Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο». Σε μια έκδοσή του, οι επιστήμονες που ήταν υπεύθυνοι για τη σύνταξή του θα προσέθεταν εννέα συμπτώματα που έπρεπε να εκδηλώνει ένας ασθενής ώστε να διαγνωστεί με κατάθλιψη – όπως, για παράδειγμα, μειωμένο ενδιαφέρον για ευχαρίστηση ή επίμονα κακή διάθεση. Για να έφτανε κάποιος γιατρός στο συμπέρασμα ότι ένα άτομο έπασχε από κατάθλιψη, έπρεπε ο ασθενής να εκδηλώνει τουλάχιστον πέντε από αυτά τα συμπτώματα για αρκετές εβδομάδες.

Το εγχειρίδιο και η «εξαίρεση πένθους»

Το εγχειρίδιο εστάλη σε γιατρούς στις ΗΠΑ και ξεκίνησε η ευρεία χρήση του για διαγνώσεις. Ωστόσο, μετά από λίγο καιρό, πολλοί από αυτούς τους γιατρούς αναζητούσαν τους επιστήμονες-συγγραφείς του, στην προσπάθειά τους να επισημάνουν κάτι που έβρισκαν προβληματικό. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι θα έπρεπε να προχωρούν σε διάγνωση κατάθλιψης για κάθε άτομο που απευθυνόταν σε αυτούς λόγω πένθους και να του παρέχουν την αντίστοιχη περίθαλψη, που φυσικά περιελάμβανε και φάρμακα. Κι αυτό, ενώ ένα άτομο που έρχεται αντιμέτωπο με την απώλεια ενός κοντινού του ανθρώπου, εμφανίζει τέτοιου είδους συμπτώματα σχεδόν αυτόματα. Συνεπώς, οι γιατροί που χρησιμοποιούσαν το εγχειρίδιο έπρεπε να ενημερωθούν και να συζητήσουν το αν ήταν λογικό να ναρκώνουν επί της ουσίας όλους τους ασθενείς τους που βίωναν αντίστοιχα προβλήματα.

Οι συντάκτες του εγχειριδίου αποφάσισαν τότε ότι θα υπήρχε ειδική ρήτρα στον κατάλογο των συμπτωμάτων της κατάθλιψης. Κανένα από αυτά δεν θα ίσχυε, αν ο ασθενής είχε χάσει κάποιο αγαπημένο πρόσωπο κατά τον προηγούμενο χρόνο. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, όλα αυτά τα συμπτώματα θα θεωρούνταν φυσιολογικά και αναμενόμενα, και δεν θα υποδείκνυαν την ύπαρξη κάποιας ψυχικής διαταραχής. Η συνθήκη αυτή ονομάστηκε «εξαίρεση πένθους», και φάνηκε να επιλύει το πρόβλημα.

Δεκαετίες μετά, εκατοντάδες γιατροί θα επανέρχονταν με μια ακόμη παρατήρηση πάνω στο εγχειρίδιο. Σε όλο τον κόσμο, η ιατρική κοινότητα ενθαρρυνόταν διαχρονικά να ενημερώνει τους ασθενείς ότι η κατάθλιψη είναι στην πραγματικότητα αποτέλεσμα μιας χημικής ανισορροπίας του εγκεφάλου – της έλλειψης σεροτονίνης ή κάποιας άλλης χημικής ουσίας. Όμως μια τέτοιου είδους αιτιολόγηση αγνοούσε το συνδυασμό άλλων παραγόντων στη ζωή ενός ανθρώπου, που θα μπορούσαν δυνητικά να προκαλέσουν θλίψη και κλονισμό της ψυχικής του υγείας. Ενδεικτικά παραδείγματα θα μπορούσαν να θεωρηθούν η έλλειψη φίλων ή η μακροχρόνια ανεργία και η φτώχεια.

Η «εξαίρεση πένθους» φάνηκε τότε πως είχε καταρρίψει μια σειρά ισχυρισμών που επιβίωνε για δεκαετίες, ότι δηλαδή οι αιτίες της κατάθλιψης αποδίδονται αποκλειστικά στη βιολογία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Πρότεινε επί της ουσίας ότι υπάρχουν περαιτέρω αίτια, τα οποία θα μπορούσαν να είναι και κοινωνικά και θα έπρεπε να διερευνηθούν και να λυθούν σε αυτό το επίπεδο.

Επρόκειτο όμως για το άνοιγμα ενός debate που η κυρίαρχη ψυχιατρική (με μερικές εξαιρέσεις) δεν επιθυμούσε να διαχειριστεί. Έτσι σταδιακά η «εξαίρεση πένθους» εξαλείφθηκε. Σε κάθε νέα έκδοση του εγχειριδίου για τη διάγνωση ψυχικών ασθενειών, η περίοδος θλίψης που επιτρεπόταν σε ένα άτομο προτού αυτό χαρακτηριστεί καταθλιπτικό συνεχώς μειωνόταν, αρχικά σε μερικούς μήνες, μέχρι τελικά να εκμηδενιστεί. Εάν για παράδειγμα μια μητέρα έχανε το παιδί της, ο γιατρός της θα είχε τη δυνατότητα να ξεκινήσει το αμέσως επόμενο λεπτό να της χορηγεί αντικαταθλιπτικά φάρμακα.

Καταχρηστική διάγνωση, γιγάντωση της βιομηχανίας φαρμάκων

Η Δρ Joanne Cacciatore, από το Arizona State University, ασχολήθηκε με την «εξαίρεση πένθους» και είχε προσωπική εμπειρία πάνω στο ζήτημα, όταν το δικό της μωρό πέθανε κατά τη διάρκεια του τοκετού. Η ίδια γνώριζε ότι πολλά άτομα σε κατάσταση πένθους είχαν διαγνωστεί με κάποιου είδους ψυχικής διαταραχής, επειδή ακριβώς εξέφραζαν τα αναμενόμενα συναισθήματα της θλίψης τους.

Αυτή η καταχρηστική διάγνωση ασθενών με κατάθλιψη, όπως ήταν φυσικό θα ευνοούσε τη ανάπτυξη μιας τεράστιας βιομηχανίας φαρμάκων γύρω από αυτή, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η ΗΠΑ. Περίπου ένας στους πέντε Αμερικανούς ενήλικες λαμβάνουν τουλάχιστον ένα φάρμακο για ένα ψυχιατρικό πρόβλημα. Στη Βρετανία, η συνταγογράφηση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων έχει διπλασιαστεί σε μια δεκαετία, σε βαθμό που ένας στους 11 πολίτες λαμβάνει φάρμακα για να αντιμετωπίσει τυχόν αρνητικά συναισθήματα. Τεράστια αύξηση κατανάλωσης αντικαταθλιπτικών, και όχι μόνο στα χρόνια της κρίσης, έχει καταγραφεί και στην Ελλάδα με τα “διεγνωσμένα” περιστατικά ανέρχονται περίπου στο 12%. Ενδεικτικά,  από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων – μέσα σε μία οκταετία, από το 1995 έως το 2003, οι πωλήσεις των απλών ηρεμιστικών (ανάμεσά τους και τα αγχολυτικά) σημείωσαν άνοδο της τάξεως του 138%. Η αύξηση στα αντικαταθλιπτικά ήταν ακόμη μεγαλύτερη με την κατανάλωσή τους από το 1995 έως το 2003 να εκτοξεύεται κατά 515%: από 25,8 εκατομμύρια δόσεις στις 133 εκατομμύρια δόσεις

Χαλκευμένες έρευνες

Τι είναι όμως αυτό που έχει προκαλέσει την εκτόξευση της κατάθλιψης και το δίδυμο αδερφάκι της, το άγχος, να εκδηλώνονται με αυτόν τον τρόπο σε παγκόσμιο επίπεδο; Είναι δυνατόν να ευθύνεται μόνο η έλλειψη μιας ουσίας του εγκεφάλου και αυτή να εντοπίζεται σε τόσους μεμονωμένους ανθρώπους στον κόσμο;

Ο καθηγητής Irving Kirsch, από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, για χρόνια διεξήγαγε έρευνα πάνω στα χημικά αντικαταθλιπτικά. Στη δεκαετία του 1990, ο ίδιος συνταγογραφούσε αντικαταθλιπτικά φάρμακα στους ασθενείς του συχνά. Ήξερε από επιστημονικές δημοσιεύσεις ότι το 70% των ανθρώπων στους οποίους χορηγούνταν τέτοια φάρμακα αισθανόταν αμέσως σημαντικά καλύτερα. Όμως το γεγονός αυτό του κίνησε την περιέργεια. Άρχισε να διερευνά τα παραπάνω στοιχεία και με αίτημά του απέκτησε δεδομένα φαρμακευτικών εταιριών που είχαν συγκεντρωθεί ιδιωτικά πάνω σε αυτά τα φάρμακα. Με την έρευνά του θα ανακάλυπτε κάτι ιδιαίτερα σημαντικό.

Αυτό που έκαναν οι φαρμακευτικές εταιρίες για χρόνια ήταν ότι διεξήγαγαν εκατοντάδες έρευνες πάνω στην χρήση των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, δημοσίευαν όμως μόνο αυτές στις οποίες υπήρχαν θετικά αποτελέσματα στους ασθενείς. Έτσι το ποσοστό που ήταν μέχρι τότε γνωστό πως είχε ωφεληθεί από τα αντικαταθλιπτικά δεν θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Επιπλέον, από περαιτέρω έρευνες του Kirsch, αλλά και τις επιστημονικής κοινότητας εν γένει, προέκυψαν στοιχεία που υποδείκνυαν ότι το 65 με 80% των ατόμων στα οποία χορηγούνταν αντικαταθλιπτικά, έπεφταν εκ νέου σε κατάθλιψη μέσα στην επόμενη χρονιά. Αυτό οδήγησε τον καθηγητή Kirsch στο να θέσει ένα ακόμα βασικό ερώτημα. Πώς γνωρίζουμε ότι η κατάθλιψη προκαλείται πραγματικά από την έλλειψη σεροτονίνης; Όταν άρχισε να αναζητεί απαντήσεις, αποδείχτηκε ότι τα στοιχεία που βρήκε ήταν άκρως εντυπωσιακά. Ο καθηγητής Andrew Scull του Πανεπιστημίου του Princeton, γράφοντας στο περιοδικό Lancet, εξηγεί ότι η απόδοση της κατάθλιψης στην χαμηλή σεροτονίνη είναι «βαθιά παραπλανητική και μη επιστημονική». Επρόκειτο μόνο για ένα τέχνασμα του μάρκετινγκ, που θα ευνοούσε στην ανάπτυξη της αντίστοιχης φαρμακοβιομηχανίας.

Πως εξηγείται η κατάθλιψη;

Πως μπορούμε λοιπόν να εξηγήσουμε την κατάθλιψη; Όλοι γνωρίζουμε ότι κάθε άνθρωπος έχει βασικές φυσικές ανάγκες: για φαγητό, νερό, στέγη και καθαρό αέρα. Αποδεικνύεται ότι, με τον ίδιο τρόπο, όλοι οι άνθρωποι έχουν ορισμένες βασικές ψυχολογικές ανάγκες. Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να νιώθουν ότι ανήκουν κάπου, ότι είναι πολύτιμοι και ότι είναι καλοί σε κάτι. Πρέπει να αισθάνονται ότι το μέλλον τους θα είναι ασφαλές.

Όμως υπάρχουν όλο και περισσότερες ενδείξεις ότι ο πολιτισμός μας δεν ανταποκρίνεται στις ψυχολογικές ανάγκες για πολλούς – ίσως τους περισσότερους – ανθρώπους. Με πολύ διαφορετικούς τρόπους, η ανθρωπότητα φαίνεται πως έχει αποσυνδεθεί από τα πράγματα που πραγματικά έχει ανάγκη και αυτή η βαθιά αποσύνδεση οδηγεί σε αυτή την επιδημία της κατάθλιψης και του άγχους που αντιμετωπίζουν όλο και περισσότεροι πολίτες στον κόσμο.

Ας δούμε μια από τις αιτίες της κατάθλιψης και του άγχους: Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι τα ανθρώπινα όντα πρέπει να αισθάνονται ότι η ζωή τους έχει νόημα – ότι κάνουν κάτι με έναν σκοπό που κάνει τη διαφορά. Είναι μια φυσική ψυχολογική ανάγκη. Όμως μεταξύ του 2011 και του 2012, η δημοσκοπική εταιρεία Gallup διεξήγαγε μια λεπτομερή μελέτη για το πώς αισθάνονται οι άνθρωποι για την αμειβόμενη εργασία τους, κάτι που κάνουν άλλωστε για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους. Διαπιστώθηκε ότι το 13% των ανθρώπων δεν «ενδιαφέρεται» για τη δουλειά του – δεν βρίσκει νόημα και δεν προσβλέπει σε αυτή. Περίπου το 63% δηλώνει ότι δεν είναι «αφοσιωμένο», το οποίο ορίζεται σαν να υπνοβατεί κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Και το 24% έχει «ενεργά απεμπλακεί» από τη δουλειά του: τη μισεί.

Στη δεκαετία του 1970, ένας Αυστραλός επιστήμονας, ο Michael Marmot, θέλησε να διερευνήσει τι προκαλεί άγχος στο χώρο εργασίας και πίστευε ότι είχε βρει το τέλειο εργαστήριο για να ανακαλύψει την απάντηση: μια βρετανική δημόσια υπηρεσία, με έδρα το Whitehall. Αυτή η μικρή κοινότητα γραφειοκρατών χωριζόταν σε 19 διαφορετικά τμήματα, από τον μόνιμο γραμματέα στην κορυφή μέχρι τους δακτυλογράφους. Αυτό που ήθελε να μάθει ήταν: ποιος είναι πιθανότερο να υποστεί μια καρδιακή προσβολή που σχετίζεται με το άγχος – το αφεντικό στην κορυφή ή υποδεέστερος από αυτόν;

Τότε, ο περισσότερος κόσμος υπέθετε πως το αφεντικό θα αντιμετώπιζε πιο πολύ άγχος γιατί έχει περισσότερη ευθύνη πάνω στη δουλειά. Όταν όμως ο Marmot δημοσίευσε τα αποτελέσματά του, αποκάλυψε ότι η αλήθεια ήταν ακριβώς το αντίθετο από ό,τι περίμενε κανείς. Όσο χαμηλότερα βρισκόταν στην ιεραρχία ένας υπάλληλος, τόσο υψηλότερα ήταν τα επίπεδα άγχους και η πιθανότητα εμφάνισης καρδιακής προσβολής. Ο επιστήμονας αναζήτησε τότε τα αίτια αυτής της συνθήκης.

Και τότε, μετά από δύο ακόμη χρόνια έρευνας, ανακάλυψε το μεγαλύτερο παράγοντα. Αποδείχτηκε ότι όταν ένα άτομο δεν διαθέτει κανέναν έλεγχο πάνω στην εργασία του, είναι πολύ πιο πιθανό να βιώσει άγχος και κατ’ επέκταση να εμφανίσει συμπτώματα κατάθλιψης. Οι άνθρωποι έχουν μια έμφυτη ανάγκη να αισθάνονται ότι αυτό που κάνουν καθημερινά έχει νόημα. Όταν βρίσκονται κάτω από ένα καθεστώς συνεχούς ελέγχου, αδυνατούν να εντοπίσουν ή να δημιουργήσουν νόημα γύρω από την εργασία τους. Προκύπτει δηλαδή ότι ένα τοξικό περιβάλλον εργασίας ή διαβίωσης γενικότερα είναι πιθανό να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα.

Σίγουρα η κατάθλιψη και το άγχος μπορούν να οφείλονται σε μια σειρά από παράγοντες στην υγεία μας, όμως είναι καιρός να διερευνηθούν βαθύτερα και να προβληθούν και οι κοινωνικοί παράγοντες που μπορούν να πυροδοτήσουν ένα πρόβλημα ψυχικής υγείας.

Πηγή: TVXS