Macro

Τι έγραψαν εν θερμώ οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι της εποχής για το Μάη του ’68

Ο Ρεϊμόν Αρόν για το 1968: «Η επανάσταση αυτή ήταν ταυτόχρονα και αναχρονιστική και πρωτοποριακή».

Το κείμενο αυτό του φιλοσόφου είναι απόσπασμα από το Η δυσεύρετη επανάσταση. Σκέψεις πάνω στα γεγονότα του Μάη, που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 1968.

Στο Η δυσεύρετη επανάσταση. Σκέψεις πάνω στα γεγονότα του Μάη (εκδ. Fayard, 1968), ο Ρεϊμόν Αρόν (1905-1983) συνομιλεί με το δημοσιογράφο Αλέν Ντυαμέλ. Είναι Ιούλιος του 1968. Ο κοινωνιολόγος αναπτύσσει τη διάσημη ερμηνεία του των γεγονότων, την ερμηνεία του ψυχοδράματος. Στην πραγματικότητα, εξηγεί, από τη στιγμή που το Κομμουνιστικό Κόμμα διατηρούσε τον έλεγχό του πάνω στους εργάτες και δεν είχε επαναστατικές προθέσεις, καθένας μπορούσε να διαλέξει για τον εαυτό του ένα ρόλο και να ευχαριστιέται μιμούμενος τους σπουδαίους προγόνους – κάποιον επαναστάτη, κάποιον Σεν-Ζυστ, κάποιον Τοκβίλ – χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να καταλήξει η κατάσταση σε τραγωδία: «Τίποτα δεν είναι πιο εντυπωσιακό από ένα ντελίριο λόγων χωρίς θανάτους ανθρώπων». Ωστόσο, ο συγγραφέας των Τριών Μελετών πάνω στη Βιομηχανική Εποχή (εκδ. Plon, 1966) διακρίνει σε αυτή την «κωμικοτραγωδία» κοινωνικές προσδοκίες που του φαίνονται εύλογες.

«Αυτό που είναι πιο πρωτότυπο στην επανάσταση του Μάη, είναι η θέση που πήρε ένα μέρος της αστικής τάξης. Στο πανεπιστήμιο, τα πιο ενεργά στοιχεία ήταν συχνά επαναστάτες προερχόμενοι από το 16ο διαμέρισμα (σημ.: ένα από τα πιο αστικά διαμερίσματα του Παρισιού) ή βοηθοί καθηγητή ή επιμελητές, μικροαστική τάξη· στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, συχνά τα στελέχη βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, ανάμεσα στους εργάτες που διεκδικούσαν αύξηση των μισθών και στη διεύθυνση που δεν τους συμπεριελάμβανε στη διοίκηση. Εκεί διακρίνω μια διεκδίκηση με αυθεντική σημασία, που δεν έχει τίποτε να κάνει με τη φοιτητική κοινότητα και που συνιστά, θα έλεγα, το σύγχρονο περιεχόμενο μιας ελευθεριακής εξέγερσης».

«Τα γεγονότα ευνόησαν τη σύγχυση ανάμεσα στον αναρχοσυνδικαλισμό ή την αυτοδιαχείριση, ουτοπία του 19ου αιώνα, από τη μια μεριά, και στη χαλάρωση των οργανώσεων από την άλλη, δηλαδή μια απαίτηση τόσο του ορθολογισμού όσο και του εξανθρωπισμού της βιομηχανικής κοινωνίας».

 

Ο Αλαίν Τουρέν για το 1968: «Μια νέα πάλη των τάξεων».

Απόσπασμα από το βιβλίο Το Κίνημα του Μάη, ή ο ουτοπικός κομμουνισμός, που έγραψε ο κοινωνιολόγος το καλοκαίρι του 1968.

Το 1968 ο Αλέν Τουρέν είναι καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού γράφει Το Κίνημα του Μάη, ή ο ουτοπικός κομμουνισμός (εκδ. Seuil), στο οποίο υποστηρίζει ότι τα γεγονότα συνδέονται με τον εξελισσόμενο μετασχηματισμό της κοινωνίας, υπό την επίδραση της τεχνολογικής προόδου: η τεχνοκρατική εξουσία τείνει να επιβάλει τις επιταγές της σε όλες τις διαστάσεις της ζωής, συμπεριλαμβανομένης της ιδιωτικής ζωής. Κόντρα σε αυτό το νέο σύστημα κυριαρχίας τοποθετήθηκε το «κίνημα του Μάη», εκδηλώνοντας έτσι την είσοδο της κουλτούρας στο πολιτικό πεδίο. Σημειώνοντας ότι «αυτοί για τους οποίους ο αγώνας δεν μπορεί παρά να κατευθύνεται ενάντια στην καπιταλιστική ιδιοκτησία εξεπλάγησαν από τη φύση του κινήματος τόσο όσο και αυτοί που πίστευαν στο τέλος των ιδεολογιών και των ταξικών συγκρούσεων στις βιομηχανικές κοινωνίες», ο Τουρέν επιμένει στο γεγονός ότι το κίνημα δεν είναι άρνηση της βιομηχανικής κοινωνίας, αλλά αποκάλυψη των νέων συγκρούσεων που αυτή γεννά.

«Οι κοινωνικοί αγώνες, η σύγκρουση συμφερόντων δεν εμφανίζονται πια μόνο στα εργοστάσια, αλλά παντού όπου η κοινωνία επιχειρεί να μετασχηματιστεί. (…)

Η αστική ζωή, η χρησιμοποίηση αναγκών και πόρων, η εκπαίδευση, τόσοι τομείς που δεν θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα ‘παραγωγικές’ δραστηριότητες και όπου τώρα εκδηλώνεται και οργανώνεται μια νέα πάλη των τάξεων. Η (ταξική) συγκρότηση των ελίτ αντιπαρατίθεται στη συνεχή εκπαίδευση· τα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς έρχονται σε αντίθεση με τη βούληση για συμμετοχή στην αστική ζωή· η χειραγώγηση των αναγκών πνίγει την ικανοποίηση των επιθυμιών· η εμμονή με το επίπεδο καταπνίγει την προσωπικότητα.

Το βασικό σύνθημα των τεχνοκρατών που διευθύνουν την κοινωνία είναι: προσαρμοστείτε. Το κίνημα του Μάη απάντησε: εκφραστείτε».

«Το κίνημα του Μάη συγκρούστηκε με την κυρίαρχη ουτοπία των αφεντικών της κοινωνίας που διακηρύσσει ότι τα κοινωνικά προβλήματα συνεπάγονται αποκλειστικά εκσυγχρονισμό, προσαρμογή, ενσωμάτωση».

 

Ο Πολ Ρικέρ για το 1968: «Η Δύση έχει μπει σε μία πολιτισμική επανάσταση».

Τον Ιούνιο του 1968, ο φιλόσοφος δημοσίευσε στη «Le Monde» τρία άρθρα, από τα οποία ακολουθεί ένα απόσπασμα. Αναδημοσιεύτηκαν στην επιθεώρηση Esprit.

Το 1968, καθηγητής φιλοσοφίας τότε στη σχολή ανθρωπιστικών σπουδών της Ναντέρ, ο Πολ Ρικέρ παρακολουθεί τα γεγονότα από κοντά. Σε αρμονία μάλλον με τους φοιτητές, υποστηρίζοντας το διάλογο, περιλαμβάνεται μαζί με τον Αλαίν Τουρέν σε εκείνους που υπερασπίζονται ενώπιον της πειθαρχικής επιτροπής τον Ντανιέλ Κον – Μπεντίτ, που τότε κινδύνευε να αποβληθεί. Σε ένα από τα τρία άρθρα που δίνει στη Monde τον Ιούνιο του 1968, ερμηνεύει την κατάσταση σαν μία «πολιτισμική επανάσταση» που επιτίθεται σε μια «κοινωνία δίχως νόημα». Το κείμενο αυτό θα αναπαραχτεί στην επιθεώρηση Esprit (με ημερομηνία Ιούνιος-Ιούλιος 1968) υπό τον τίτλο «Μεταρρύθμιση και επανάσταση στο πανεπιστήμιο».

Τα σημάδια είναι τώρα εύγλωττα: η Δύση έχει μπει σε μια πολιτισμική επανάσταση που είναι πράγματι η δική της επανάσταση, η επανάσταση των αναπτυγμένων βιομηχανικών κοινωνιών, ακόμα κι αν απηχεί ή δανείζεται από την κινέζικη. Είναι πολιτισμική επανάσταση, γιατί θέτει υπό αμφισβήτηση την κοσμοθεωρία, το περιεχόμενο της ζωής, υποκείμενο στην οικονομία, την πολιτική και το σύνολο των ανθρώπινων σχέσεων».

«Αυτή η επανάσταση επιτίθεται στον καπιταλισμό, όχι μόνο επειδή αυτός αποτυγχάνει να πραγματώσει την κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά και επειδή καταφέρνει πολύ καλά να δελεάσει τους ανθρώπους με το απάνθρωπο πρόταγμά του της μετρήσιμης ευημερίας. Επιτίθεται στη γραφειοκρατία, όχι μόνο επειδή είναι δυσκίνητη και αναποτελεσματική, αλλά επειδή κάνει τους ανθρώπους σκλάβους απέναντι στο σύνολο των εξουσιών, των ιεραρχικών δομών και σχέσεων, οι οποίες τους έχουν γίνει ξένες. Επιτίθεται τέλος στο μηδενισμό μιας κοινωνίας που, σαν ένας καρκινικός ιστός, δεν έχει άλλο σκοπό από τη δικιά της ανάπτυξη. Απέναντι στην κοινωνία δίχως νόημα, επιχειρεί να δώσει προτεραιότητα στη δημιουργία αγαθών, ιδεών και αξιών παρά στην κατανάλωσή τους.

Μετάφραση: Γιώργος Κορφιάτης

Πηγή: Η Αυγή από Le Monde