Macro

Πειθαρχώντας τους Ευρωπαίους εργαζόμενους

Γιατί οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές για την αγορά εργασίας επέζησαν της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008; Δεν μπορεί να οφείλεται στην επιτυχία τους.

Πληθαίνουν οι αποδείξεις ότι μέτρα όπως ο περιορισμός των μισθών των ευρωπαίων εργαζομένων δεν είναι αποτελεσματικοί τρόποι για τη δημιουργία σταθερής οικονομικής ανάπτυξης. Παρομοίως, η μετατροπή των σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών πρόνοιας σε συστήματα “ενίσχυσης της εργασίας” έχει προκαλέσει μεγάλη δυστυχία, χωρίς πραγματική επιτυχία στην αντιμετώπιση της ανεργίας.

Σε μια πρόσφατη εργασία, υποστηρίζουμε ότι η χρηματιστικοποιημένη φύση της σημερινής ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας έχει ωθήσει τις κυβερνήσεις να ακολουθήσουν πολιτικές που είναι εχθρικές προς τα συμφέροντα των εργαζομένων, ακόμη και όταν αυτές μπορεί να διαταράξουν τη σταθερότητα και την ανάπτυξη. Με τον όρο “χρηματιστικοποίηση” εννοούμε την αυξημένη σημασία των χρηματοπιστωτικών αγορών στη ρύθμιση των παγκόσμιων ροών κεφαλαίου και την αυξανόμενη διασύνδεση της χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας με την παραγωγική οικονομία.

Εξετάζουμε την ανθεκτικότητα δύο τάσεων πολιτικής: τιμωρητικές ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας και πανευρωπαϊκός περιορισμός των μισθών. Παρατηρούμε ομοιότητες μεταξύ τους: και οι δύο δεν έχουν πείσει ως κινητήριοι μοχλοί της ανάπτυξης και της απασχόλησης και καμία από τις δύο δεν φαίνεται να συμβάλλει στη θεσμική σταθερότητα. Όμως, παρά τις αποτυχίες αυτές, και οι δύο έχουν εφαρμοστεί επιθετικά από πολλά ευρωπαϊκά κράτη.

Στρεφόμαστε στη μαρξική θεωρία για να εξηγήσουμε αυτό το αίνιγμα. Στο πλαίσιο της χρηματιστικοποίησης, οι κυβερνήσεις δεσμεύονται σε πολιτικές ταξικής πειθαρχίας. Με αυτό εννοούμε μέτρα που διευκολύνουν τους εργοδότες να υπαγορεύουν όρους στο εργατικό δυναμικό τους με μειωμένη διαπραγμάτευση ή συμβιβασμό. Τα μέτρα αυτά έχουν αποσταθεροποιητικές συνέπειες, αλλά η επιβολή της ταξικής πειθαρχίας θεωρείται συνήθως πιο σημαντική.

Διάφοροι μαρξιστές θεωρητικοί έχουν αναθέσει στο κράτος ένα είδος “διαχειριστικού” ρόλου στις καπιταλιστικές κοινωνίες: ο ρόλος του είναι να παρεμβαίνει για να διασφαλίζει τη σταθερότητα της συσσώρευσης του κεφαλαίου. (Φυσικά, το πώς λειτουργεί αυτή η διαδικασία αποτελεί αντικείμενο ευρείας συζήτησης εντός του μαρξισμού). Υποστηρίζουμε ότι οι συνθήκες χρηματιστικοποίησης παρουσιάζουν προκλήσεις για αυτόν τον διαχειριστικό ρόλο του κράτους.

Οι ροές του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου έχουν ταχύτερη, λιγότερο προβλέψιμη και περισσότερο προσανατολισμένη στην αγορά κυκλοφορία από εκείνη του παραγωγικού κεφαλαίου. Αυτή η διαπίστωση συζητείται από τον Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου και αργότερα αναπτύχθηκε από μαρξιστές συγγραφείς όπως η Suzanne de Brunhoff και ο David Harvey. Αυτό σημαίνει ότι, καθώς οι οικονομίες χρηματιστικοποιούνται περισσότερο, ο ρόλος των κρατικών διαχειριστών γίνεται πιο δύσκολος.

Η απάντηση του κράτους σε αυτό είναι συχνά να εστιάζει στην ενίσχυση της βραχυπρόθεσμης επιχειρηματικής εμπιστοσύνης με την εντατικοποίηση της ταξικής πειθαρχίας επί της εργασίας – ακόμη και αν αυτό θέτει σε κίνδυνο την ανάπτυξη μακροπρόθεσμα.

Ένα παράδειγμα αυτού είναι οι πολιτικές περιορισμού των μισθών, οι οποίες προωθήθηκαν έντονα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την τελευταία δεκαετία. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν κληθεί να μειώσουν την αύξηση των μισθών ως μέσο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Η πολιτική αυτή είχε σημαντικές αρνητικές συνέπειες: οδήγησε στην μείωση της κατανάλωσης και στη συσσώρευση χρέους των ιδιωτικών νοικοκυριών, καθώς και στην αύξηση της ανισότητας (η οποία από μόνη της συνδέεται με ασθενέστερη οικονομική ανάπτυξη). Δεν έχει καταστήσει τα ευρωπαϊκά κράτη πιο ανταγωνιστικά, καθώς εφαρμόστηκε ως συντονισμένη προσπάθεια σε πολλές χώρες, πράγμα που σημαίνει ότι ελάχιστα συγκριτικά πλεονεκτήματα έχουν αποκτηθεί.

Επιπλέον, η διαδικασία αυτή έχει προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στους υφιστάμενους θεσμούς που υποτίθεται ότι σταθεροποιούν τις εθνικές αγορές εργασίας. Οι πολιτικοί επιστήμονες στο παρελθόν έχουν συχνά υπεραμυνθεί των θεσμών συλλογικών διαπραγματεύσεων που βασίζονται στη συναίνεση και βρίσκονται σε μέρη όπως η Γερμανία ή οι σκανδιναβικές χώρες. Όμως υπάρχει μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι τα κράτη σε όλη την Ευρώπη έχουν διαδραματίσει επιθετικά παρεμβατικό ρόλο στην υπονόμευση ή τη διάλυση αυτών των συστημάτων τα τελευταία χρόνια.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι τα προγράμματα επιδότησης εργασίας, τα οποία έχουν πολλαπλασιαστεί σε όλη την Ευρώπη, παρά το φτωχό ιστορικό επιτυχίας τους. Αυτού του είδους τα συστήματα επικεντρώνονται μονόπλευρα στην τοποθέτηση των ανέργων δικαιούχων κοινωνικής πρόνοιας σε εργασία, ανεξάρτητα από την ποιότητα της εργασίας, και με την απειλή τιμωρητικών κυρώσεων για όσους κρίνεται ότι δεν αναζητούν εργασία με αρκετή επιμονή (ή που έχουν σφάλει στο να περάσουν από διοικητικά στεγανά). Όμως, οι πολιτικές εργασίας – αν εξαιρέσουμε τις ανθρώπινες συνέπειες για τους δικαιούχους πρόνοιας – είναι δαπανηρές, επιβαρυμένες με τεράστια γραφειοκρατία και έχουν πολύ κακό ιστορικό όσον αφορά την εύρεση εργασίας.

Όπως και με τον περιορισμό των μισθών, αυτού του είδους τα συστήματα δεν περιορίζονται στις φιλελεύθερες καπιταλιστικές οικονομίες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Και, για άλλη μια φορά, η διαδικασία εφαρμογής υπήρξε αποσταθεροποιητική: αναλογιστείτε την περίπτωση των μεταρρυθμίσεων Hartz IV στη Γερμανία, όπου οι πιέσεις για την ανάληψη θέσεων εργασίας χαμηλής ειδίκευσης με χαμηλούς μισθούς υπονόμευσαν την ικανότητα του συστήματος να υποστηρίξει την ανάπτυξη δεξιοτήτων. Δεδομένης της ανατρεπτικής του ώθησης, η επιδότηση εργασίας εξαρτάται από την κρατική εξουσία για την παράκαμψη των υφιστάμενων συστημάτων παροχής. Χωρίς αυτή την κεντρικά καθοδηγούμενη αποσταθεροποίηση, η επιδότση εργασίας δυσκολεύεται να ριζώσει.

Αναφερόμαστε σε αυτές τις πολιτικές ως παραδείγματα ταξικής πειθαρχίας, επειδή χρησιμοποιούν την κρατικά καθοδηγούμενη δύναμη για να μεταφέρουν ισχύ στο χώρο εργασίας από την εργασία στο κεφάλαιο. Οι θεσμοί που επιτρέπουν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και την εξέλιξη των μισθών έχουν υποβαθμιστεί, το ίδιο και τα δίκτυα κοινωνικής προστασίας. Αυτό σημαίνει ότι όχι μόνο μειώνεται η ικανότητα των εργαζομένων να διαπραγματεύονται για υψηλότερους μισθούς, αλλά αυξάνεται και το επίπεδο της δυσπραγίας που πρόκειται να υποστούν αν χάσουν τη δουλειά τους. Και σημαίνει επίσης ότι οι ευρωπαϊκές καπιταλιστικές οικονομίες έχουν γίνει όλο και πιο ανισόρροπες.

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι εργοδότες είναι σε θέση να επιβάλλουν τους στόχους τους στο εργατικό δυναμικό τους πιο εύκολα με μικρότερο κίνδυνο να χρειαστεί να διαπραγματευτούν ή να συμβιβαστούν. Αυτό αποδεικνύεται και από διάφορες μελέτες που δείχνουν πως οι πιο οικονομικοποιημένες επιχειρήσεις τείνουν να απολύουν πιο εύκολα προσωπικό. Το επίπεδο χρηματιστικοποίησης σε μια οικονομία συσχετίζεται με ασθενέστερη ρύθμιση της αγοράς εργασίας.

Είναι σημαντικό να τονιστεί, ωστόσο, ότι το επιχείρημα αυτό δεν αποσκοπεί στην επιθυμία μιας νοσταλγικής επιστροφής στον “παραγωγικό” καπιταλισμό. Η χρηματιστικοποίηση δεν είναι μια εκτροπή εντός του καπιταλισμού, αλλά μια επαναλαμβανόμενη τάση στο εσωτερικό του, η οποία μπορεί να είναι πιο έντονη σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αντίθετα, το επιχείρημά μας είναι ότι πρέπει να δώσουμε προσοχή στον τρόπο με τον οποίο οι αλλαγές στη μορφή και τη φύση του κεφαλαίου συνδέονται με αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο τα κράτη διαχειρίζονται τις καπιταλιστικές οικονομίες. Υπό αυτή την έννοια, οι αποτυχίες της πρόσφατης ευρωπαϊκής πολιτικής για την αγορά εργασίας πρέπει να εξηγηθούν στο πλαίσιο αρκετά συγκεκριμένων δυσλειτουργιών που οδηγούνται από τη χρηματιστικοποίηση.

Charles Umney – Ian Greer – Özlem Onaran – Graham Symon

Μετάφραση: Κώστας Ψιούρης

Πηγή: jacobin