Macro

Μαρία Καραμεσίνη: Ιδιωτικά Πανεπιστήμια – Η μεγάλη ύβρις, η μεγάλη απάτη και η αλλαγή παραδείγματος

Με το σχέδιο νόμου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, που έδωσε πριν λίγες μέρες στη διαβούλευση, η κυβέρνηση επιδιώκει την διεύρυνση της αγοράς υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας με τρεις τρόπους.
 
Πρώτον, προωθεί τη μετατροπή όλων των ιδιωτικών κολεγίων που λειτουργούν σήμερα στην Ελλάδα και αναγνωρίζονται από το νόμο ως «πάροχοι μεταλυκειακής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης» σε παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων, δεύτερον, διευκολύνει τις επενδύσεις από νέους διεθνείς παίκτες (ξένα πανεπιστήμια, πολυεθνικοί όμιλοι, fund κλπ.) στον κλάδο και, τρίτον, δημιουργεί πελατεία για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, με την καταστρατήγηση του θεσμού των πανελληνίων εξετάσεων για την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση.
 
Η προετοιμασία του εδάφους ξεκίνησε πριν μία δεκαπενταετία με την ίδρυση κολλεγίων και τη συμμόρφωση της χώρας μας με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, που επέβαλε την αναγνώριση και πλήρη εξομοίωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των κατόχων των πτυχίων Bachelor, τουλάχιστον τριετούς διάρκειας, και Master, που προέρχονται από συνεργασίες κολλεγίων με πανεπιστήμια κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και τρίτων χωρών, με τους αντίστοιχους πτυχιούχους των ελληνικών ΑΕΙ τόσο στα νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα (δικηγόροι, μηχανικοί, νοσηλευτές, ψυχολόγοι) όσο και στα ελεύθερα (διοίκηση επιχειρήσεων, μάρκετινγκ, ναυτιλιακά, ξενοδοχειακά, πληροφορική κ.α.), προκειμένου για την άσκηση δραστηριότητας ως μισθωτός/η ή αυτοαπασχολούμενος/ή, την πρόσληψη στο δημόσιο μέσω ΑΣΕΠ, την αμοιβή και την προαγωγή.
 
Όμως, το σημερινό σχέδιο ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, διαμορφώθηκε την περίοδο 2015-2019, όταν η ΝΔ βρέθηκε στην αντιπολίτευση. Το προώθησε σταθερά και μεθοδικά η κ. Κεραμέως κατά την πρώτη τετραετία Μητσοτάκη, καταργώντας τον Οκτώβριο του 2019 τα πανεπιστημιακά Τμήματα Ελεύθερης Πρόσβασης που είχε νομοθετήσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, θεσπίζοντας το 2021 την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής στα πανεπιστήμια, που έσπρωξε μεγάλο μέρος των αποτυχόντων στις πανελλαδικές εξετάσεις στην αγκαλιά των ιδιωτικών κολλεγίων, και υπογράφοντας τον Φεβρουάριο του 2023 τη συμφωνία Ελλάδας-Κύπρου για την αμοιβαία αυτόματη αναγνώριση πανεπιστημιακών τίτλων, μεταξύ των οποίων όλων των κυπριακών ιδιωτικών πανεπιστημίων-κολλεγίων.
 
Η πρόθεση της ΝΔ να προχωρήσει στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος ήταν γνωστή στους ιδιοκτήτες κολλεγίων πριν τις εκλογές του 2023 και οδήγησε σε στρατηγικές κινήσεις π.χ. εξαγορά του Μητροπολιτικού Κολλεγίου και του ΙΕΚ ΑΚΜΗ από τo fund BC Partners.
 
Από τη δεκαετία του 1990, οι απόπειρες της ΝΔ να ανοίξει την ανώτατη εκπαίδευση στην αγορά και το ιδιωτικό κεφάλαιο, προσέκρουαν στο Σύνταγμα, που επιβάλλει αποκλειστικά το δωρεάν, δημόσιο και αυτοδιοικούμενο πανεπιστήμιο και κατοχυρώνει την ακαδημαϊκή ελευθερία και την ελευθερία διδασκαλίας.
 
Σήμερα, δεκαεπτά χρόνια μετά την αποτυχημένη απόπειρα της κυβέρνησης Καραμανλή να καταργήσει το άρθρο 16 με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2007, η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι αποφασισμένη να πάρει τη ρεβάνς «εδώ και τώρα» με όλα τα μέσα (εκβιασμοί πρυτάνεων και εισαγγελικές διώξεις, κατάργηση του αυτοδιοίκητου με επιβολή διαδικτυακών εξετάσεων, εισβολή αστυνομικών δυνάμεων στα πανεπιστήμια κλπ.). Κυρίως όμως εμφανίζεται αδίστακτη να διαπράξει τη μέγιστη ύβρι σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, να παραβιάσει το Σύνταγμα.
 
Στο δημόσιο διάλογο, η «μεγάλη ύβρις» χρειάστηκε να συγκαλυφθεί μέσω της «μεγάλη απάτης» των δήθεν μη κερδοσκοπικών-μη κρατικών πανεπιστημίων. Στο σχέδιο νόμου, τα νομικά πρόσωπα ειδικού σκοπού και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα για τα οποία εφευρέθηκε πάλι για λόγους συγκάλυψης ο όρος «νομικά πρόσωπα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης», αποτελούν σαφώς νομικά πρόσωπα ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου, που επιτάσσει το Σύνταγμα.
 
Κυρίως όμως, επί της ουσίας, το σχέδιο νόμου δεν διασφαλίζει ούτε τον μη κερδοσκοπικό ούτε τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των ιδιωτικών «πανεπιστημίων» που θα λειτουργούν στη χώρα ως παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων.
 
Αυτό, παραδόξως, γίνεται φανερό εάν το εξετάσουμε από τη σκοπιά δύο θέσεων της Πανελλήνιας Ένωσης Αναγνωρισμένων Κολλεγίων για τα κριτήρια ποιότητας λειτουργίας των νέων ιδρυμάτων, ως κριτική της απέναντι στις αρχικές προτάσεις της κυβέρνησης:
 
α. Το αλλοδαπό πανεπιστήμιο, που επιθυμεί να ιδρύσει παράρτημα στην Ελλάδα, να έχει υποχρεωτικά και αυτό μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Σε αντίθετη περίπτωση, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα του ελληνικού παραρτήματος, η συνολική δραστηριότητα θα έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα, αφού τα έσοδα από το Παράρτημα θα δημιουργούν κέρδη στο αλλοδαπό πανεπιστήμιο, τα οποία θα διανέμονται στους μετόχους του.
β. Το αλλοδαπό πανεπιστήμιο να συμμετέχει υποχρεωτικά στο μετοχικό σχήμα του μη κερδοσκοπικού τοπικού παραρτήματος και να έχει λόγο στην ακαδημαϊκή και οικονομική του διοίκηση. Με αυτό τον τρόπο διασφαλίζεται ότι το παράρτημα αποτελεί λειτουργική προέκταση του μητρικού Πανεπιστημίου και ως εκ τούτου στους αποφοίτους του θα απονέμονται πτυχία του αλλοδαπού Πανεπιστημίου με ακαδημαϊκή αναγνώριση.
 
Σε κάθε άλλη περίπτωση (πχ. validation, accreditation ή franchising) το παράρτημα δεν θα διαφέρει από τα υφιστάμενα Κολλέγια που λειτουργούν ως δευτερεύουσες εγκαταστάσεις και ως εκ τούτου θα εμπίπτει στη νομοθεσία για τα Κολλέγια.
 
Τίποτα από τα παραπάνω δεν περιλαμβάνεται στο σχέδιο νόμου, το οποίο δεν θέτει περιορισμούς ως προς τον κερδοσκοπικό ή μη χαρακτήρα του ξένου πανεπιστημίου που θα ανοίξει παράρτημα στην Ελλάδα και επιτρέπει την απλή μετονομασία των αναγνωρισμένων ιδιωτικών κολλεγίων σε πανεπιστήμια, διατηρώντας αμετάβλητες τις συμφωνίες πιστοποίησης ή δικαιόχρησης που έχουν με συνεργαζόμενα ξένα πανεπιστήμια.
 
Βέβαια, παράλληλα, το σχέδιο νόμου προβλέπει τη σύμπραξη του ξένου πανεπιστημίου με άλλα νομικά και φυσικά πρόσωπα, περίπτωση στην οποία εντάσσεται η κοινοπραξία μεταξύ του αμερικανικού επενδυτικού κεφαλαίου CVC Capital Partners, που είναι ο ισχυρότερος όμιλος ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα, και του Πανεπιστημίου της Λευκωσίας για την ίδρυση πανεπιστημιακής ιατρικής σχολής στο Ελληνικό.
 
Την ίδια διάταξη προβλέπεται να αξιοποιήσουν και άλλες κοινοπραξίες που βρίσκονται στα σκαριά και οι οποίες δεν θα περιοριστούν στις σπουδές όπου κυρίως ειδικεύονται τα σημερινά κολλέγια (πληροφορική, διοίκηση επιχειρήσεων, οικονομι­κά, ψυχολογία, καλλιτεχνικές σπουδές) αλλά θα επεκταθούν και σε σπουδές υψηλής ζήτησης (ιατρικής, νομικής, μηχανικού).
 
Το δεύτερο μεγάλο εμπόδιο που προσπαθεί να παρακάμψει η κυβέρνηση για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι οι πανελλαδικές εξετάσεις ως ενιαίο σύστημα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση, που εξασφαλίζει την ισονομία των υποψηφίων και αξιοκρατία πρόσβασης, ανεξαρτήτως εισοδήματος.
 
Κι εδώ η κυβέρνηση εφηύρε μια δεύτερη «απάτη». Διατηρώντας τυπικά τις πανελλαδικές εξετάσεις, ουσιαστικά τις καταργεί, δημιουργώντας δύο συστήματα πρόσβασης και δύο ταχύτητες υποψηφίων: στο δημόσιο πανεπιστήμιο θα έχουν πρόσβαση οι υποψήφιοι που στις πανελλαδικές εξετάσεις συγκεντρώνουν τουλάχιστον τη βάση εισαγωγής στα Τμήματα της προτίμησής τους, ενώ οι υποψήφιοι με τις ίδιες προτιμήσεις θα μπορούν να φοιτήσουν στα αντίστοιχα Τμήματα των ιδιωτικών πανεπιστημίων έχοντας πιάσει την ελάχιστη βάση εισαγωγής του επιστημονικού πεδίου που επέλεξαν ή έχοντας αποκτήσει το international baccalaureate ή έχοντας πάρει μόνο το απολυτήριο από ξένο σχολείο.
 
Δηλαδή, το νέο σύστημα διαχωρίζει τους υποψήφιους που μπορούν να «αγοράσουν» τις σπουδές και τα πτυχία που επιθυμούν με χαμηλές επιδόσεις ή έχοντας καταβάλει μικρή προσπάθεια, από αυτούς που δεν μπορούν να πληρώσουν δίδακτρα και έχουν πρόσβαση στις ίδιες σπουδές και στα ίδια πτυχία μόνο μέσα από το διάβασμα και την επιτυχία στις εξετάσεις. Εγκαθιδρύεται δηλαδή ένα μηχανισμός όξυνσης των ταξικών ανισοτήτων.
 
Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια-κολλέγια δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τα δημόσια πανεπιστήμια ούτε ως προς την ποιότητα σπουδών ούτε ως προς την έρευνα, στην οποία τα δημόσια έχουν υψηλότατες επιδόσεις πανευρωπαϊκά και διεθνώς, ενώ τα κολέγια και τα παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων εμφανίζουν μηδενική ή ασήμαντη ερευνητική δραστηριότητα.
 
Ο ανταγωνισμός είναι δύσκολος, διότι τα ελληνικά πανεπιστήμια κατατάσσονται στο 2-3% των καλύτερων πανεπιστημίων στον κόσμο. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα στοιχεία πρόσφατης δημοσιογραφικής έρευνας, ενώ το ΕΚΠΑ είναι 49ο στην Ε.Ε. και 180ο στον κόσμο και το ΑΠΘ 59ο στην Ε.Ε. και 205ο στον κόσμο, τα δύο καλύτερα κολέγια στην Ελλάδα, το Deree και το Metropolitan College, κατατάσσονται μετά και το τελευταίο δημόσιο ΑΕΙ στην 625η θέση στην Ε.Ε. και 2.811η παγκοσμίως και στη θέση 992 στην Ε.Ε. και παγκοσμίως στην 6.188 αντίστοιχα.
 
Ωστόσο, η ίδρυση νέων ιδιωτικών πανεπιστημίων και η «ανωτατοποίηση» των ιδιωτικών κολλεγίων θα έχει και άμεσες και μεσο-μακροπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις στο δημόσιο πανεπιστήμιο και τους πτυχιούχους του.
 
Πρώτον, αναμένεται να αποψιλώσει τα περιφερειακά πανεπιστήμια από μεγάλο αριθμό φοιτητών που διαμένουν μακριά από την πόλη των σπουδών τους και θα τους κοστίζει λιγότερο να σπουδάζουν με δίδακτρα σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο στον τόπο κατοικίας τους.
 
Δεύτερον, η ανάπτυξη από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια προγραμμάτων σπουδών ιατρικής, νομικής ή μηχανικού, απειλούν με υπερπληθωρισμό πτυχίων αμφίβολης ποιότητας και εργασιακή υποβάθμιση μια ήδη κορεσμένη αγορά εργασίας πτυχιούχων στα αντίστοιχα επαγγέλματα.
 
Τρίτον, μεσο-μακροπρόθεσμα, αναμένεται κρατική χρηματοδότηση και των ιδιωτικών πανεπιστημίων και μείωση αυτής για τα δημόσια πανεπιστήμια. Δεδομένης της σημερινής τραγικής υποχρηματοδότησης και υποστελέχωσης των τελευταίων, μετά από τη δραματική μείωση των επιχορηγήσεων την περίοδο 2010-2016, μια περαιτέρω συρρίκνωση της κρατικής χρηματοδότησης τα επόμενα χρόνια, θα ανάγκαζε το δημόσιο πανεπιστήμιο να επιβάλει δίδακτρα στους φοιτητές και στις προπτυχιακές σπουδές, καταργώντας τη δωρεάν παιδεία και συγκλίνοντας με το επιχειρηματικό μοντέλο των ιδιωτικών πανεπιστημίων, που οξύνει τις ταξικές ανισότητες πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.
 
Γενικότερα, η κατάργηση του άρθρου 16 με αντισυνταγματικές νομικές ακροβασίες και η θέσπιση ιδιωτικών πανεπιστημίων, συνιστά τομή στην πρόσφατη ιστορία της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
 
Αμφισβητεί, εμμέσως πλην σαφώς, το πρότυπο του δημόσιου, δωρεάν, δημοκρατικού και ακαδημαϊκού πανεπιστημίου ως κοινωνικού αγαθού, του πανεπιστημίου της αξιοκρατικής πρόσβασης και της άμβλυνσης των ταξικών ανισοτήτων, της παροχής ολοκληρωμένης επιστημονικής γνώσης και υψηλής ποιότητας σπουδών σε όλες-όλες, της καλλιέργειας της ελεύθερης και κριτικής σκέψης και της έρευνας, με κοινωνική υπευθυνότητα και σύνδεση χωρίς υπαγωγή στις ανάγκες του παραγωγικού συστήματος, της εκμάθησης της συμμετοχής στα κοινά.
 
Μαζί με την προώθηση της αγοραίας αντίληψης της ανώτατης εκπαίδευσης ως ιδιωτικού και όχι ως δημόσιου και κοινωνικού αγαθού, καλλιεργεί μαζικά το ωφελιμιστικό μοντέλο της ατομικής επένδυσης στην εκπαίδευση με μοναδικό σκοπό την οικονομική απόδοση των τίτλων σπουδών στην αγορά εργασίας και όχι την επιστημονική γνώση και καλλιέργεια του πνεύματος.
 
Πρόκειται για αλλαγή παραδείγματος, που απηχεί αλλά και προωθεί μεγάλης εμβέλειας μετατοπίσεις της κοινωνίας στο αξιακό πεδίο.
 
Η Μαρία Καραμεσίνη είναι Καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και της Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και πρώην Πρόεδρος του ΟΑΕΔ