Macro

Heidi Meinzolt: Να φανταζόμαστε τον κόσμο από την προοπτική της ειρήνης και όχι του πολέμου

Η Χάιντι Μάντζολτ της Διεθνούς Ένωσης Γυναικών για την Ειρήνη και την Ελευθερία (WILPF), ασκεί κριτική στους μαζικούς εξοπλισμούς σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο και ρίχνει φως στoν φαύλο κύκλο του πολέμου από την οπτική γωνία της φεμινιστικής αιτιολογικής έρευνας.
 
Σχεδόν ανεπαισθήτως, η ιδέα του πολέμου κατάφερε να κανονικοποιηθεί. Πολιτικοί όλων των αποχρώσεων έγιναν «ειδήμονες στα όπλα». Δεν υπάρχουν πολλοί/ές που θα συστήσουν προσοχή στον πόλεμο, ούτε στην εκκλησία, ούτε στις ειρηνευτικές οργανώσεις και τα συνδικάτα, ούτε στον στρατό: ζούμε το τέλος της πολιτικής καλής γειτονίας που έχει διαμορφώσει μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Σύμφωνα με την Κλάρα Ζέτκιν, η «ένοπλη ειρήνη» είναι το «παιδί του μιλιταρισμού». Ο πόλεμος πρέπει να «κερδηθεί», λένε τα ηθικολογικά-πολεμοχαρή μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικοί. Ο μαζικός εθνικός, ευρωπαϊκός και παγκόσμιος επανεξοπλισμός οφείλεται στην «αλλαγή των καιρών».
 
Έτσι, ο φαύλος κύκλος της κλιμάκωσης μέχρι την απειλή της χρήσης πυρηνικών όπλων αποτελεί μια «αναπόφευκτη εξέλιξη».[1] «Ο πόλεμος είναι η πιο ακραία μορφή εκβιασμού των καλοπροαίρετων από τους βίαιους», λέει η Μαρλέν Στρέερουβιτς.
Οι πρόοδοι και οι χαμένες ευκαιρίες, από τη σκοπιά της φεμινιστικής αιτιολογικής έρευνας
 
Οι τραγικές αποτυχίες και τα λάθη του παρελθόντος μπορούν να εξηγήσουν πολλά πράγματα. Όμως, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν έναν επιθετικό πόλεμο!
 
Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι άνδρες, που είχαν εμμονή με τον πόλεμο, πήγαν και κατατάχθηκαν. Οι γυναίκες όμως, Γαλλίδες και Γερμανίδες, που πίστευαν στην ειρήνη, προειδοποιούσαν για τις συνέπειες των μαζικών εξοπλισμών που γίνονταν στη διάρκεια της προετοιμασίας του. Καταδίκαζαν την αναβίωση του εθνικισμού και της αποικιοκρατίας, και μιλούσαν με επιχειρήματα για την ανάγκη δημιουργίας ενός διεθνούς θεσμού διαιτησίας, μιας Λίγκας των Εθνών, ενός προδρόμου του ΟΗΕ. Οι εκκλήσεις τους για καθολικό αφοπλισμό δεν εισακούστηκαν στις Βερσαλλίες. Ο φασισμός –εναντίον του οποίου πολέμησαν διακινδυνεύοντας τις ζωές τους– βύθισε την ήπειρο στον επόμενο πόλεμο. Σήμερα, μας θυμίζουν συνέχεια τα εγκλήματα και τα τραύματα των δύο παγκόσμιων πολέμων, οι οποίοι αναλύθηκαν μόνο αποσπασματικά.
 
Ο ΟΗΕ οικοδόμησε μια παγκόσμια κοινωνία πάνω στον οικουμενικό χαρακτήρα των δικαιωμάτων βάσει του Χάρτη του. Δεν μπόρεσε να αποτρέψει τον Ψυχρό Πόλεμο που επέστρεψε στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1990. Το αφήγημα ότι οι σοβαρές απειλές χρήσης της πολεμικής μηχανής ανοίγουν τον δρόμο στην ειρήνη αναιρέθηκε στην ευφυή ανάλυση του «γιατί απέτυχε η ειρηνευτική διαδικασία στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη». Η ειρήνη στα Βαλκάνια είναι εύθραυστη και η Ευρώπη τροφοδοτεί πολέμους και συγκρούσεις που γίνονται σε παγκόσμια κλίμακα με τα όπλα, τα πυρομαχικά και την τεχνογνωσία της.
 
Με τις συμφωνίες του Ελσίνκι και την ακόλουθη ίδρυση του ΔΑΣΕ, αργότερα ΟΑΣΕ, εμφανίστηκε η έννοια της «κοινής ασφάλειας», η οποία επανενεργοποιήθηκε το 2022. Η έννοια πριμοδοτεί τη δημιουργία μιας εναλλακτικής ατζέντας για την ειρήνη, την καταπολέμηση της φτώχειας, της ανισότητας, την πρόληψη του ανθρώπινου πόνου και την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και των πανδημιών. Η βασική πρόκληση είναι η οικοδόμηση εμπιστοσύνης, η ανθρώπινη ασφάλεια, ο διάλογος και η πολυμερής συνεργασία. Ωστόσο, ο ΟΑΣΕ δεν κατάφερε ποτέ να εδραιώσει μια νέα αντίληψη για την ασφάλεια στη «realpolitik». Η δημιουργία στρατιωτικών συνασπισμών, ειδικά από το ΝΑΤΟ, ανέλαβε τον ηγετικό ρόλο σε στενή συνεργασία με την ΕΕ, η οποία από την πλευρά της απέκτησε στρατιωτικό βραχίονα και, παρόλα αυτά, έλαβε το Βραβείο Νόμπελ για την Ειρήνη.
 
Για τον φεμινισμό, το κλειδί είναι να σπάσει το μοιραίο τρίγωνο μιλιταρισμού, καπιταλισμού και πατριαρχίας μέσω της προώθησης της εκπαίδευσης για την ειρήνη και την ισότητα και της καταπολέμησης της έμφυλης βίας και της στρατιωτικοποιημένης αρρενωπότητας. Η Ατζέντα για τις Γυναίκες, την Ειρήνη και την Aσφάλεια (ΣΑΗΕ), που εγκρίθηκε το 2000, ενέταξε την ιδέα σε ένα πλαίσιο που συνέδεε την προστασία, τη συμμετοχή και την πρόληψη. Αποτελεί πικρή έκπληξη να ακούμε, σήμερα, μια φεμινίστρια εμπειρογνώμονα εξωτερικής πολιτικής να μιλά για «πόλεμο κατά της Ρωσίας».
Η πολεμική οικονομία – η αποστολή όπλων – τα κέρδη
 
Η αποστολή όπλων στην Ουκρανία από τις ΗΠΑ ανήλθε σε 22,9 δισεκατομμύρια ευρώ. Το αντίστοιχο ποσό για τη Γερμανία ήταν 2,34 δισ. Επιπλέον, η Γερμανία διαθέτει ειδικό κονδύλι, ύψους 300 δισεκατομμυρίων ευρώ για τον στρατό της, που αναμένεται να αυξηθεί κατακόρυφα. Μέσω του «Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη» (το 25% των κονδυλίων του καταβάλλεται από τη Γερμανία), 3,1 δισεκατομμύρια ευρώ δαπανήθηκαν για όπλα για την Ουκρανία το 2022. Η επόμενη δόση, που ανέρχεται σε άλλα 500 εκατομμύρια ευρώ, θα υπογραφεί σύντομα.
 
«Στο χρηματιστήριο, οι πανηγυρισμοί για τα άρματα μάχης μάλλον θα συνεχιστούν» (σύμφωνα με τη Süddeutsche Zeitung της 28ης/29ης Ιανουαρίου 2023), με έναν πρόσθετο κύκλο εργασιών έως και 350 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για τη Ραϊνμετάλ (Rheinmetall) σύμφωνα με την Deutsche Bank και την Goldman Sachs. Από τις 24 Φεβρουαρίου 2022, η τιμή της μετοχής της εκτοξεύθηκε από τα 97 στα 290 ευρώ μέσα σε ένα χρόνο. Το πρόγραμμα του νέου υπουργού Άμυνας Πιστόριους υπόσχεται «περισσότερα Λέοπαρ, περισσότερα πυρομαχικά μεγάλου διαμετρήματος, περισσότερες βιομηχανίες όπλων στη Γερμανία και, ενδεχομένως, την επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας». Για τον λόγο αυτό επαινείται ως άνθρωπος της δράσης. Ο Άρμιν Παπμπέργκερ, διευθυντής της Ραϊνμετάλ , μίλησε για την αύξηση της παραγωγής μετά από τις νέες πολεμικές αποστολές και παραγγελίες. Εν τω μεταξύ, το στοκ αρμάτων μάχης, «έφυγε» χωρίς να προλάβουν να αφαιρέσουν τη μούχλα από πάνω του.
 
«Ποιοι επωφελούνται από τον πόλεμο, αν δεν είναι οι κατασκευαστές πυροβόλων όπλων και κανονιών…;», είναι το ερώτημα που θέτει η Ζέτκιν εκφράζοντας ταυτόχρονα την εμπιστοσύνη της στον σοσιαλισμό ως τον μηχανισμό διασφάλισης της ειρήνης στο μέλλον. Το 1915, η Λίντα Γκουστάβα Χέιμαν έλεγε: «Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία και ο παγκοσμιοποιημένος πόλεμος παράγουν αντιθέσεις που το σημερινό σύστημα δεν μπορεί να επιλύσει. Επομένως, πρέπει πάντα να θέτουμε το ερώτημα: ποιον ωφελούν αυτοί οι πόλεμοι και ποιον βλάπτουν;»[2]
 
Τα ίδια ερωτήματα τέθηκαν ξανά πρόσφατα από τον απόστρατο ταξίαρχο Έριχ Βαντ σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό Emma: «Θέλουν να πείσουν τη Ρωσία να προσέλθει στη διαπραγμάτευση αποστέλλοντας στην Ουκρανία άρματα μάχης; Θέλουν να ανακαταλάβουν το Ντονμπάς ή την Κριμαία; Ή θέλουν να νικήσουν τη Ρωσία ολοκληρωτικά; Δεν υπάρχει ένας ρεαλιστικός στόχος. Χωρίς μια συνολική πολιτική και στρατηγική αντίληψη, οι αποστολές όπλων είναι καθαρός μιλιταρισμός».
Η διπλωματία και οι διαφωνίες – να απαλλαγούμε από τη λογική του πολέμου!
 
Δεν υπάρχει πραγματικό σενάριο εξόδου, δεν υπάρχει ρητή βούληση να τερματιστεί ο πόλεμος γρήγορα και να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις, καταβάλλεται ελάχιστη σοβαρή προσπάθεια για την κατάπαυση του πυρός. Αυτό που συμβαίνει, αντιθέτως, είναι μια πλειοδοσία «προθύμων».
 
Εφόσον ο ειρηνισμός θεωρείται ένα “μακρινό όνειρο” και δεν μπορούμε να ισορροπήσουμε μεταξύ ελευθερίας και ειρήνης, εξακολουθούμε να έχουμε το αίτημα για αφοπλισμό, το οποίο αφορά και την υπογραφή της ΣΑΠΟ (Συνθήκη για την Απαγόρευση των Πυρηνικών Όπλων). Μέσα από δίκτυα πολιτών «εθισμένων στην ειρήνη», στηρίζουμε με προσήλωση τις εποικοδομητικές προτάσεις και τις εντάσσουμε στον πολιτικό λόγο, προσπαθώντας να καταλύσουμε τα στερεότυπα των εχθρών μας και όσων δεν παίρνουν θέση.
 
Μόνο αν φανταστούμε τον κόσμο από την προοπτική της ειρήνης θα δούμε ότι απαιτείται πολύ μεγαλύτερη δέσμευση για την επίλυση των εμφύλιων συγκρούσεων, την κοινωνική άμυνα, την υγεία, την εκπαίδευση, την κοινωνική ασφάλιση και την κλιματική δικαιοσύνη –για το οικουμενικό ανθρώπινο δικαίωμά μας στηνειρήνη. Σε αυτό χωράνε και η άρνηση στράτευσης, και η προστασία και το άσυλο για τους αντιφρονούντες!
 
Η ειρήνη είναι η νίκη που χρειαζόμαστε!
 
Αναφορές:
[1] Bauriedl, Thea (1992): Wege aus Gewalt. Verlag Herder
[2] Mies, Maria; von Werlhof, Claudia (2004): Krieg ohne Grenzen. Die neue Kolonisierung der Welt, Pappyrossa Verlag.

Heidi Meinzolt