Συνεντεύξεις

Γιώργος Μπουγελέκας: Οταν γνωρίζεις το παρελθόν, μπορείς να χαράξεις πιο σταθερά βήματα στο μέλλον

«Οταν γνωρίζεις το παρελθόν, μπορείς να χαράξεις πιο σταθερά και πιο αισιόδοξα βήματα για το μέλλον» λέει ο Γιώργος Μπουγελέκας, που και στο καινούργιο μυθιστόρημά του επιλέγει να τοποθετήσει τους ήρωές του στη διακεκαυμένη ζώνη της ελληνικής περιπέτειας στον 20ό αιώνα. «Η επιστροφή του Ματαρόα» (Εκδόσεις Γκόνη), ένα μυθιστόρημα «πολιτικού και ιστορικού αναστοχασμού», όπου η βαριά σκιά της Ιστορίας και ο έρωτας διατρέχουν τις ζωές των ηρώων του, γίνεται αυτή τη φορά αφορμή να ξετυλιχτεί το νήμα μιας ιστορίας που δεν είναι ευρέως γνωστή. Καθώς οι προσωπικές διαδρομές του Νίκου Σβορώνου, του Μέμου και της Ζιζής Μακρή, της Έλλης Αλεξίου, της Μέλπως Αξιώτη στους δρόμους του μεταπολεμικού Παρισιού συναντούν τις μυθοπλαστικές περιπέτειες της Ελένης και της Αγγελικής, των δύο βασικών ηρωίδων του βιβλίου, η ιστορία που γράφτηκε μετά το ταξίδι του «Ματαρόα» από την Αθήνα των Δεκεμβριανών στην ελεύθερη Γαλλία ξεδιπλώνεται ανάγλυφα στο βιβλίο. Ιστορικά γεγονότα, άγνωστα στο ευρύ κοινό, αναδεικνύονται, καθώς έρωτες, ακαδημαϊκή και κομματική δραστηριότητα εμπλέκονται στις ζωές των πρωταγωνιστών.
 
Για όλα αυτά συζητήσαμε με τον Γ. Μπουγελέκα. Μιλάει για τους ήρωες του βιβλίου του και τις ιστορίες του, για τον συσχετισμό ανάμεσα στο σημερινό brain drain και στη φυγή των υποτρόφων του «Ματαρόα», για την επιμονή του να ανασκάπτει ιστορικά γεγονότα, για την ανησυχία του μπροστά στην κυριαρχία της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς στην εποχή μας, αλλά και για την αγωνία του συγγραφέα να αποφύγει τον σκόπελο της παραχάραξης των ιστορικών γεγονότων. Καθώς αναφέρεται στη βαριά σκιά της Ιστορίας στις ζωές των ανθρώπων, δείχνει τη Μέλπω Αξιώτη. «Αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να ήταν ανάμεσα στα ελληνικά Νόμπελ Λογοτεχνίας» λέει και ταυτόχρονα δεν κρύβει ότι αυτό που επίσης τον ενδιέφερε στο βιβλίο του «ήταν να δείξω το αυτονόητο. Ότι η χαρά της ζωής είναι πιο δυνατή από κάθε δυσκολία».
 
Το «Ματαρόα» έχει καταγραφεί σε βιβλία, σε ντοκιμαντέρ, έχει εμπνεύσει εικαστικές δημιουργίες και θεατρικές παραστάσεις, ακόμα και συνταγές κοκτέιλ σε καλοκαιρινά μπαρ. Εσύ γιατί αποφάσισες να γράψεις ένα μυθιστόρημα για το ταξίδι που έκανε με το «Ματαρόα» η περίφημη «Υποτροφιάδα» από τη φλεγόμενη Αθήνα των Δεκεμβριανών στο ελεύθερο μεταπολεμικό Παρίσι;
 
Προφανώς και ισχύουν όλα όσα ανέφερες για την ιστορία του «Ματαρόα». Όμως έχω διαπιστώσει ότι εξακολουθεί να παραμένει μια υπόθεση που δεν έχει γίνει τόσο γνωστή όσο νομίζουμε εμείς που έχουμε ασχοληθεί μαζί της. Το βιβλίο «Η επιστροφή του Ματαρόα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Γκόνη, είναι ένας αναστοχασμός των επιπτώσεων του Εμφυλίου μέσα από τις τροχιές της ζωής δύο κοριτσιών. Η μία, η Ελένη, είναι φοιτήτρια της Φιλοσοφικής και η αδελφή της Αγγελική είναι τελειόφοιτη του εξαταξίου Γυμνασίου. Η συμμετοχή της πρώτης στην Εθνική Αντίσταση και η προδιαγεγραμμένη συγκρουσιακή πορεία του μεταδεκεμβριανού κράτους την ώθησαν να δώσει εξετάσεις στο Γαλλικό Ινστιτούτο και να πετύχει, μαζί με άλλους 124 νέους επιστήμονες και καλλιτέχνες, την έξοδό της προς το Παρίσι, τις μεταπτυχιακές σπουδές και εντέλει τη σωτηρία της. Η άλλη παρέμεινε στην Αθήνα και πάλεψε να κερδίσει τη ζωή της ανάμεσα στις μυλόπετρες ενός κράτους-εκδικητή. Οι λόγοι που με οδήγησαν να ασχοληθώ για πολλοστή φορά, ανάμεσα σε άλλους που προηγήθηκαν, με τις επιπτώσεις του Εμφυλίου και συγκεκριμένα με τη φυγή των υποτρόφων του «Ματαρόα» είναι δύο. Ο πρώτος αφορά τη «διαρροή εγκεφάλων», αυτό που συνηθίζουμε σήμερα να ονομάζουμε brain drain και το οποίο αποτελεί μία σύγχρονη ελληνική τραγωδία, ανάλογη με τη φυγή των επιβατών του «Ματαρόα». Ο συσχετισμός αυτός επιβάλλεται από το γεγονός ότι τόσο οι υπότροφοι του Γαλλικού Ινστιτούτου του 1945 όσο και οι σημερινοί «φυγάδες» από τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα ουσιαστικά προσέφεραν τότε και προσφέρουν σήμερα τον καρπό, την ικμάδα, το ταλέντο, τις γνώσεις και τον δυναμισμό τους σε χώρα διαφορετική από εκείνη που τους μεγάλωσε και τους σπούδασε. Απλώς ας αναλογιστούμε τα ονόματα του Κώστα Αξελού, του Κορνήλιου Καστοριάδη, του Μέμου Μακρή, του Νίκου Σβορώνου, του Ντίκου Βυζάντιου, της Μιμίκας Κρανάκη, του Τάκη Ζενέτου, του Γιώργου Κανδύλη, του Κώστα Παπαϊωάννου και άλλων για να καταλάβουμε το μέγεθος της απώλειας που υπέστη η μεταπολεμική Ελλάδα με τη φυγή τους στο Παρίσι το 1945.
 
Ο δεύτερος λόγος είναι η ανάδυση του κινδύνου επαναφοράς μιας λογικής που όταν μετατραπεί σε καθεστώς, θα έχει ως αποτέλεσμα την εξόντωση, τη φίμωση και τον στραγγαλισμό στο πολιτικό, επαγγελματικό και επιστημονικό πεδίο όποιου έχει διαφορετική οπτική, όπως, δηλαδή, συνέβαινε στη μεταπολεμική Ελλάδα. Προφανώς αναφέρομαι στην alt-right Δεξιά και Ακροδεξιά που κυριαρχούν αυτή τη στιγμή στη Γηραιά Ήπειρο.
 
Σου είναι πιο εύκολο να μιλήσεις για το παρόν, καταφεύγοντας στην Ιστορία;
 
Είναι και εύκολο, είναι και δύσκολο. Είναι εύκολο γιατί μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς τα ιστορικά παραδείγματα προκειμένου να εξαγάγει χρήσιμα και αναγκαία συμπεράσματα για το παρόν και το μέλλον. Είναι δύσκολο, όμως, να εντοπίσει τα αντιπροσωπευτικά ιστορικά παραδείγματα που εξυπηρετούν τη σκοπιμότητα χρήσιμης μυθοπλασίας.
 
Πόσο εύκολο είναι για έναν συγγραφέα να διαχειριστεί λογοτεχνικά τέτοιου είδους ζητήματα που αφορούν την Ιστορία, τη συλλογική μνήμη και κυρίως να αποφύγει τον σκόπελο της παραχάραξης των ιστορικών γεγονότων;
 
Η σχέση Ιστορίας και λογοτεχνίας είναι πανάρχαια. Θαυμαστά παραδείγματα είναι η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια». Τόσο στο προηγούμενο μυθιστόρημά μου «Ο εγγονός της Άννας» όσο και τώρα στην «Επιστροφή του Ματαρόα» ακολούθησα τον δρόμο της συνομιλίας προσώπων που γέννησε η φαντασία του συγγραφέα με ιστορικά πρόσωπα. Αυτό, όμως, ήταν και είναι μια τεράστια ευθύνη για την όσο το δυνατόν συνεπέστερη απόδοση των ιστορικών γεγονότων. Αποδείχθηκε στην πορεία ότι η βιβλιογραφική έρευνα, που στην προκειμένη περίπτωση μου πήρε πάνω από τρία χρόνια, δεν ήταν από μόνη της αρκετή. Χρειάστηκε επιπλέον να καταγράψω προσωπικές μαρτυρίες και να καταφύγω στη μελέτη αυθεντικών αρχειακών πηγών, που απλόχερα μου προσέφεραν τα Αρχεία Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ). Δεν σου κρύβω ότι ήταν μεγάλη η αγωνία μου όταν βρισκόμουν μπροστά σε δύο απολύτως αξιόπιστες πηγές, οι οποίες είχαν διαφορετικές προσεγγίσεις για το ίδιο γεγονός.
 
Ποιες ήταν αυτές οι περιπτώσεις;
 
Μου πήρε, για παράδειγμα, πάρα πολύ καιρό και ακόμα περισσότερο χρόνο έρευνας για να διαπιστώσω την ακριβή σύνθεση τόσο της επιτροπής που επέλεξε τους υποτρόφους για το ταξίδι με το «Ματαρόα», όσο και τη σύνθεση του τριμελούς οργάνου του ΚΚΕ που καθοδηγούσε τους φοιτητές που ήταν μέλη του στο Παρίσι. Μερικές φορές και το αρχειακό υλικό χρειάζεται διασταύρωση. Προσωπικά κατέφυγα αρκετές φορές στις μαρτυρίες ανθρώπων που σχετίστηκαν με υποτρόφους του «Ματαρόα».
 
Η ηρωίδα σου, η Ελένη, ταυτίζεται με κάποια από τα ιστορικά πρόσωπα που ταξίδεψαν με το «Ματαρόα»;
 
Στο πρόσωπο της Ελένης και της στενής της φίλης στην Κατοχή και στο Παρίσι Κέλυς Αθηναίου συμπυκνώνονται χαρακτηριστικά διαφόρων νέων γυναικών που συμμετείχαν στην «Υποτροφιάδα». Πλάθοντας με τη φαντασία μου τα χαρακτηριστικά αυτών των δύο ηρωίδων, χρησιμοποίησα στοιχεία από την προσωπικότητα της Μιμίκας Κρανάκη, της Νέλυς Ανδρικοπούλου και άλλων γυναικών της αποστολής, όπως αυτά τα χαρακτηριστικά έχουν καταγραφεί από τις προσωπικές τους μαρτυρίες και την ιστορική έρευνα.
 
Εντύπωση, πάντως, προκαλούν στον αναγνώστη οι περιγραφές των προσωπικών δυσκολιών τόσο της Έλλης Αλεξίου όσο και της Μέλπως Αξιώτη, πράγματα, δηλαδή, όχι και τόσο γνωστά ευρέως.
 
Είναι αλήθεια ότι οι δυο αυτές πολύ σημαντικές λογοτέχνιδες, διανοούμενες και αγωνίστριες αντιμετώπισαν σημαντικές προσωπικές δυσκολίες που προέρχονταν είτε από την κοινωνική ζωή του Παρισιού είτε, κυρίως, από το κομματικό τους περιβάλλον. Μπορεί αυτά να μην είναι γεγονότα πολύ γνωστά ευρέως, όμως είναι εμφανή μελετώντας το λογοτεχνικό τους έργο, ιστορικές μονογραφίες, αλλά και πρωτότυπο αρχειακό υλικό. Η Έλλη Αλεξίου, επιβάτισσα κι αυτή του «Ματαρόα», βίωσε φοβερή μοναξιά, απότοκο της μερικής περιθωριοποίησής της από το κομματικό περιβάλλον. Αλλά και η Μέλπω Αξιώτη, που δεν ταξίδεψε με το «Ματαρόα» αλλά έφτασε στο Παρίσι το 1947 για να ενισχύσει την κομματική προπαγάνδα στην κατεύθυνση της διεθνοποίησης των δεινών του ελληνικού Εμφυλίου, αντιμετωπίστηκε αρχικά με μεγάλη επιφυλακτικότητα από το κομματικό κατεστημένο. Την ανέδειξε, όμως, σε προσωπικότητα πρώτου βαθμού η αναγνώριση του λογοτεχνικού της έργου από τον Λουί Αραγκόν, τον Πολ Ελιάρ, τον Πάμπλο Νερούντα και άλλους διεθνείς διανοούμενους. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, που δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει, είναι το ίδιο το βιβλίο της Μέλπως Αξιώτη «Ρεπυμπλίκ – Βαστίλλη», το οποίο ενώ γράφτηκε αρχικά στα γαλλικά την περίοδο 1947-1950, παρέμεινε ανέκδοτο και εκδόθηκε πρώτη φορά μεταφρασμένο στα ελληνικά από την Τιτίκα Δημητρούλια μόλις το 2014. Είναι ένα βιβλίο που αποτυπώνει με συγκλονιστικό τρόπο τη μοναξιά και τα αδιέξοδά της. Αυτό το έργο είναι ενδεικτικό της πορείας που θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει η Μέλπω Αξιώτη αν δεν την απέλαυνε η Γαλλία το 1950, παρέμενε στο Παρίσι και συνέχιζε τη συγγραφική της δραστηριότητα. Κατά την προσωπική μου άποψη, τολμώ να πω ότι ίσως αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να ήταν ανάμεσα στα ελληνικά Νόμπελ Λογοτεχνίας. Είναι, λοιπόν, και η Μέλπω Αξιώτη μία από τις περιπτώσεις που υπέστησαν τις φρικτές επιπτώσεις του Εμφυλίου και το σιδερένιο χέρι της Ιστορίας στη ζωή τους.
 
Ομως η Ιστορία, όσο βαριά και αν ήταν στην περίπτωση του «Ματαρόα», δεν μονοπωλεί το βιβλίο. Μέσα στον ιστορικό ζόφο ανθίζει και ο έρωτας.
 
Είναι συγκινητικό και αξιοθαύμαστο να βλέπεις την άνοιξη, κυρίως σε πολύ μικρούς επαρχιακούς δρόμους, αγριολούλουδα να ξεπετιούνται μέσα από την κατάμαυρη άσφαλτο, σπάζοντας το ασφυκτικό περιβάλλον της πίσσας και της πέτρας. Έτσι ακριβώς καταφέρνει και ανθίζει ο έρωτας μέσα σε όλες τις συνθήκες, είτε αυτές είναι πολεμικές είτε συνθήκες διωγμών, φυλακίσεων, εξοριών, κοινωνικού κατατρεγμού. Με τον ίδιο τρόπο κατάφερε και ο έρωτας μέσα από τις σελίδες του βιβλίου να ανθίσει και σε τέτοιου είδους περιβάλλοντα και να έρθει απρόσκλητος, αιφνιδιαστικός, ανατρεπτικός και ελπιδοφόρος για να προσφέρει τα δώρα της χαράς και της ζωής. Εντέλει αυτό που επίσης με ενδιέφερε, πέραν του ιστορικού και πολιτικού αναστοχασμού, ήταν να δείξω στο βιβλίο μου το αυτονόητο. Ότι η χαρά της ζωής είναι πιο δυνατή από κάθε δυσκολία.
 
Φτάνοντας στο τέταρτο βιβλίο σου, ποιο θεωρείς ότι είναι το νήμα που συνδέει τα τέσσερα αυτά κείμενα;
 
Ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, η Ακροδεξιά, οι περιδινήσεις της ελληνικής Ιστορίας αλλά και το αποτύπωμά της στις ζωές των απλών ανθρώπων αποτελούν τη σταθερή θεματολογία των βιβλίων μου. Και, δυστυχώς ή ευτυχώς, σ’ αυτά τα ζητήματα θα επανέρχομαι διαρκώς γιατί ο κίνδυνος επανάληψης θηριωδιών καραδοκεί στις μέρες μας και η εγρήγορση όλων μας μέσα από την ιστορική γνώση και τον ιστορικό αναστοχασμό είναι προϋπόθεση για την αντιμετώπισή τους.
 
Θεωρείς ότι η λογοτεχνία μπορεί να αφυπνίσει;
 
Δεν ξέρω αν μπορεί να αφυπνίσει, είμαι όμως βέβαιος ότι μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην ενεργοποίηση αντανακλαστικών τέτοιων, που θα οδηγήσουν κάποια στιγμή έναν πολίτη στην ενεργητική δράση αντιμετώπισης τέτοιων φαινομένων. Όταν γνωρίζεις το παρελθόν, μπορείς να χαράξεις πιο σταθερά και πιο αισιόδοξα βήματα για το μέλλον.
 
Πόλυ Κρημνιώτη