Macro

Χαράλαμπος Γεωργούλας: Αναγκαία και εφικτή μια προωθημένη προγραμματική συμφωνία

Παρακολουθώντας τη συζήτηση στη Βουλή γα το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα 2022-2025 –μια συζήτηση που διεξάγεται καλά προφυλαγμένη από τα ραντάρ της ελεγχόμενης δημοσιότητας– μια βεβαιότητα κατασταλάζει μέσα σου: η κυβέρνηση της ΝΔ δεν αποτελεί μια πρόσκαιρη απειλή για τις κατακτήσεις της ελληνικής κοινωνίας. Δεν είναι μια απλή ίωση που θα περάσει μόνη της. Μετά τη δημοσιοποίηση του λεγόμενου εθνικού σχεδίου ανάκαμψης, που μας προϊδέαζε, το μεσοπρόθεσμο επιβεβαιώνει το σχέδιο δέσμευσης της πορείας των εξελίξεων στην οικονομία και στην κοινωνία σε μακροπρόθεσμη βάση. Έτσι ώστε να είναι όσο γίνεται πιο δύσκολο για μια διάδοχη κυβέρνηση, με αντίθετο από το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της δεξιάς, να αναστρέψει την πορεία των πραγμάτων. Και το επιχειρεί με την επιβολή πολιτικών επιλογών που παρουσιάζονται σαν ό,τι πιο σύγχρονο και νεοτερικό, ενώ αποτελούν εκτέλεση αρχαϊκών συνταγών του περασμένου αιώνα. Συνιστούν σαφή οπισθοδρόμηση, που εξυπηρετεί τα συμφέροντα μιας μικρής μειονότητας και οδηγεί στη χρεοκοπία τους πολλούς.

Η απατηλή υπόσχεση ότι η ένταση των ανισοτήτων και η ενίσχυση της κερδοφορίας ολίγων ευνοουμένων φέρνουν την ανάπτυξη, τα αγαθά της οποίας θα διαχυθούν κατόπιν στην οικονομία και την κοινωνία εξασφαλίζοντας «καλύτερες μέρες» για όλους, παρουσιάζεται για μία ακόμα φορά σαν σωτήριο σχέδιο, παρότι έχει διαψευστεί επανειλημμένα – και στη διάρκεια της μεταπολίτευσης.

Το ότι επανέρχεται σαν «νέα ιδέα», δεν οφείλεται μόνο στο θράσος της νεοφιλελεύθερης δεξιάς. Οφείλεται και στη ματαίωση που ένιωσε ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, όταν, μετά τον ξεσηκωμό των αρχών της δεκαετίας του 2010, βίωσε με τραυματικό τρόπο το συμβιβασμό «με το πιστόλι στον κρόταφο». Διαμορφώθηκε σε κάποιες συνειδήσεις εύφορο έδαφος για την αποδοχή τής «ασφάλειας» της πεπατημένης.

 

Όσο μένουν, τόσο χειρότεροι γίνονται

Τον κίνδυνο από την παραμονή της ΝΔ στην κυβέρνηση τον διαπιστώνουν όλα τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης. Έχει αρχίσει από διαφορετικές πλευρές να εκδηλώνεται ενδιαφέρον για μια συσπείρωση δυνάμεων, που αντιτίθενται σε μια τέτοια προοπτική και θέλουν να την αποκλείσουν. Με μια προσεκτική παρατήρηση μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι τέτοιες προσεγγίσεις γίνονται τόσο από τα αριστερά όσο και από τα δεξιά, όσο σχηματικό κι αν ακούγεται αυτό, με σημείο αναφοράς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Πράγμα αναμενόμενο λόγω και της θεσμικής θέσης του. Είναι πολλοί και διαφορετικοί που περιμένουν να δουν πώς θα αντιδράσει. Αν θα δώσει το στίγμα της ενωτικής, ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία.

Για την ώρα όμως, έχουμε μόνο κάποιες γενικές αναφορές στην ανάγκη προοδευτικής κυβέρνησης, αλλά όχι και συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την αναγκαία καλλιέργεια του εδάφους στο πολιτικό πεδίο και μέσα στην κοινωνία. Έτσι ώστε η ιδέα αυτή να ενισχυθεί με κάθε θετική συμβολή και να μετατραπεί σε λαϊκό αίτημα. Η απαλλαγή από τη ΝΔ δεν μπορεί να συνοψιστεί σε μια εναλλαγή στην κυβέρνηση. Έχει ανάγκη από μια προωθημένη προγραμματική συμφωνία, που θα δικαιολογεί και θα εμπνέει την κινητοποίηση για την εφαρμογή της.

 

Ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ

Ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία δεν μπορεί να μείνει απλά υπαινικτικός, όπως μέχρι τώρα. Χρειάζεται να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων με όλες του τις δυνάμεις, όχι μόνο σε ηγετικό επίπεδο. Και τουλάχιστον σε δύο κατευθύνσεις. Με πρόγραμμα επαφών με όλες τις δυνάμεις της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, και με τις εκτός κοινοβουλίου, σε όλα τα επίπεδα. Το παράδοξο είναι να μη συζητούν τακτικά μεταξύ τους. Ταυτόχρονα, χρειάζεται παράλληλη κίνηση στο κοινωνικό πεδίο για την τροφοδότηση αυτού του σχεδίου με τις πραγματικές λαϊκές ανάγκες και τα αιτήματα των αντιπροσωπευτικών φορέων, συνδικαλιστικών, αυτοδιοικητικών, κινηματικών κλπ. Ώστε να προκύψουν και σ’ αυτό το πεδίο ενωτικές πρωτοβουλίες. Οι πρωτοβουλίες αυτές μπορούν να ενισχυθούν και να πλαισιωθούν με τον προγραμματισμό δημόσιων εκδηλώσεων-συζητήσεων με ανθρώπους της επιστήμης, των τεχνών, των κινημάτων, που αντιλαμβάνονται την ανάγκη να αποτραπεί η παγίωση του κύματος νεοσυντηρητισμού και ατομικισμού, που συνοδεύει την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού.

Στην προσπάθεια αυτή έχουν θέση όλοι όσοι κατανοούν πως ο κίνδυνος από τη διατήρηση της ΝΔ στην κυβέρνηση δεν είναι μόνο οικονομικός, γιατί αντιτίθεται στα οικονομικά συμφέροντα της μεγάλης πλειονότητας. Είναι κίνδυνος παγίωσης ενός τρόπου σκέψης και κοινωνικής συμπεριφοράς, που χαρακτηρίζεται από τον ατομικισμό, την επιδίωξη του ιδιοτελούς συμφέροντος, τον μισάνθρωπο ανταγωνισμό και την υποτίμηση των ιδεών τής αλληλεγγύης και της συνεργασίας. Στον αγώνα κατά του αυταρχικού οικονομικού νεοφιλελευθερισμού έχουμε ανάγκη από την προβολή και υποστήριξη ενός διαφορετικού πολιτισμικού υποδείγματος δημοκρατικού και συνεργατικού.

 

Κάτι σημαντικότερο διακυβεύεται

Αν πιστεύουμε ότι η απαλλαγή από τη ΝΔ και τα αρχαϊκά νεοφιλελεύθερα δόγματά της είναι ανάγκη πολύ βαθύτερη από την επιδίωξη της νίκης της δημοκρατικής αντιπολίτευσης στις ερχόμενες εκλογές, σημαντικότερη από την αναγκαία ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ ή των επιμέρους κομμάτων της, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε την ανάγκη να επιδιωχθεί όχι απλά μια εκλογική ήττα της, αλλά η δημιουργία ενός κινήματος απόρριψης του τρόπου με τον οποίο μας προτείνει να ζήσουμε, σαν εμμονικές και φοβικές ανταγωνιστικές μονάδες , που θεωρούν κάθε τι κοινό ή δημόσιο εχθρικό, βλέπουν τη συλλογικότητα σαν διαστροφή, τη συνεργασία σαν ουτοπία και την αλληλεγγύη σαν ένδειξη αδυναμίας.

Δίνοντας τέτοια έκταση και τέτοιο περιεχόμενο στην ιδέα της προοδευτικής κυβέρνησης, δεν διευκολύνεται μόνο η σύγκλιση ευρύτερων δυνάμεων σ’ έναν κοινό στόχο. Παρέχεται η δυνατότητα στα κοινωνικά κινήματα να αναπτύξουν από τώρα την αυτόνομη ενωτική δράση τους δυσκολεύοντας έτσι την εφαρμογή των σχεδίων της κυβέρνησης της ΝΔ, αντί να εθίζονται στη λογική τής αναμονής των εκλογών και της ανάθεσης. Αν ξαναπιανόταν έτσι αυτό το κομμένο νήμα της δημοκρατικής και αριστερής παράδοσης, θα αποτελούσε σημαντικό γεγονός, που θα ασκούσε πρόσθετη πίεση σε όσους διστάζουν να μπουν, με δεδομένες τις υπαρκτές διαφορές, στη λογική της κοινής δράσης για κοινούς στόχους.

 

Χαράλαμπος Γεωργούλας

Πηγή: Η Εποχή