Τάκης Κατσαρός

06
07

Το ΟΧΙ ήταν και συνεχίζει να είναι τοποθετημένο στη σωστή πλευρά της Ιστορίας

αν σήμερα στρέψουμε το φακό στην αντιμετώπιση της παρούσας κρίσης παγκοσμίως, το ΟΧΙ, έστω με καθυστέρηση λίγων ετών δικαιώνεται. Και μόνο η δειλή, έστω,  αμοιβαιοποίηση χρέους στην Ε.Ε. (που τότε εθεωρείτο έγκλημα καθοσιώσεως) για τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης,  αρκεί. Για να μη μιλήσουμε για τις πολιτικές Μπάϊντεν και τα «λεφτά από το ελικόπτερο» που «τυπώνουν» αφειδώς οι Κεντρικές Τράπεζες, για να διασώσουν τις οικονομίες από την ύφεση, αυξάνοντας σε ιλιγγιώδη ύψη τα δημόσια και τα ιδιωτικά χρέη. (...) Το ΟΧΙ, λοιπόν, ήταν και συνεχίζει να είναι τοποθετημένο στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Και από τη σκοπιά της Αριστεράς και της σοσιαλιστικής προοπτικής,  μια μεγάλη στιγμή της  ταξικής πάλης. Μια ανεξάντλητη παρακαταθήκη έμπνευσης και αγώνα. Όσο κι αν κάποιες  ηγεσίες της Αριστεράς την αφήνουν ανυπεράσπιστη, και μηρυκάζουν την πρόσκαιρη ήττα ή  την απωθούν. Δεν μελετούν την εμπειρία που οδήγησε  στο  ΟΧΙ   και δεν «οικοδομούν» πάνω σε αυτό το φρόνημα την πολιτική τους. Ενώ, αναφερόμενοι στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να μεταβολιστεί ως διαρκής ήττα το 2015 και ως «νίκη» η εφαρμογή του 3ου μνημονίου, που υποχρεώθηκε να εφαρμόσει ως κυβέρνηση. Αυτός ο μεταβολισμός της ήττας  μαζί με τον ιό του ανερμάτιστου  κυβερνητισμού και της «κρυφής γοητείας» των κάθε λογής εξουσιαστικών σχέσεων και πρακτικών, αποτελούν το αφανές  ψυχολογικό υπόστρωμα και το «συμβολικό κεφάλαιο» της επιχειρούμενης -από πολλά κέντρα και παράκεντρα- μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα του συναινετικού δικομματισμού. Σε «κανονικό» κόμμα του συστήματος και πολιτικό υπομόχλιο  της ανασυγκρότησης του αστισμού σε όλα τα επίπεδα. Πιστεύω, πώς η μελέτη όλης της περιόδου, τουλάχιστον από το 2010 και μετά, η ευρωπαϊκή και η  διεθνής εμπειρία, βοούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Προς την ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα της Ανανεωτικής Ριζοσπαστικής Αριστεράς, ως ένα μεγάλο  κόμμα αγώνα και διακυβέρνησης σε εθνικό επίπεδο. 
26
06

Ο «διάλογος» ως κακόγουστο αστείο και άσκηση υποκρισίας και θράσους

Αναρωτιόμαστε, με τα πολυπληθή γραφειοκρατικά, πελατειακά σχήματα και ένα ιδιόμορφο εκπαιδευτικό "κηφηναριό" που προοιωνίζονται οι ρυθμίσεις της κυβέρνησης πόσοι θα απομένουν στα σχολεία ως εκπαιδευτικοί της πράξης, με πλήρη καθήκοντα. Στο μεγαλύτερο μέρος τους θα είναι οι κακοπληρωμένοι αναπληρωτές των ελαστικών μορφών απασχόλησης, αφού η κυβέρνηση θα προσλαμβάνει με το σταγονόμετρο μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό. Μεγάλο μέρος των μόνιμων εκπαιδευτικών, προορίζονται, να πάρουν μέρος σε αυτό το θλιβερό "αλισβερίσι" για απαλλαγή από μέρος των καθηκόντων τους και κυνηγητό μορίων με κριτήριο την αφοσίωσή τους στον διευθυντή-αφέντη, που με τη σειρά του θα υποτάσσεται στον παλαιού τύπου επιθεωρητή - "δερβέναγα". Ενώ, τα κρίσιμα πόστα των Διευθυντών Εκπαίδευσης και των Περιφερειακών Διευθυντών θα καλύπτονται από "ημετέρους" που θα επιλέγει επιτροπή ορισμένη από τον εκάστοτε υπουργό Παιδείας. Ούτε λόγος πουθενά για Υπηρεσιακά Συμβούλια, σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπάρχουν, ενώ, τώρα γίνεται ακόμη πιο κατανοητός ο λόγος που ΝΔ-ΚΙΝΑΛ μονοπώλησαν τις θέσεις στο ΑΣΕΠ, το οποίο προβλέπεται να έχει συμμετοχή στην επιλογή στελεχών.   Μετά από όλα τα παραπάνω μόνο ως κακόγουστη φάρσα και άσκηση υποκρισίας και θράσους μπορεί να  αντιμετωπιστεί η πρόσκληση διαλόγου που απηύθυνε η υπουργός Παιδείας.  Ο διάλογος με την εντυπωσιοθηρία, την υποκρισία, την προκλητική αλαζονεία και την πολιτική απρέπεια που εκπροσωπεί η κυρία Κεραμέως είναι εξαρχής άγονος και ναρκοθετημένος και άνευ σημασίας.   Αντίθετα, είναι επιβεβλημένος ο διάλογος  στην κοινωνία, με τους εκπαιδευτικούς, τη νεολαία, τις πολιτικές οργανώσεις, τα κινήματα και τα συνδικάτα, όλους αυτούς που περιφρονεί και αντιμάχεται η εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης.   Οι πολιτικές δυνάμεις και ειδικά η Αριστερά που εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ό, τι έχουν  να πούν για το νομοσχέδιο θα το πουν  εκεί που αρμόζει. Στο Κοινοβούλιο, στους δρόμους του αγώνα για την ανατροπή της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη, στις αίθουσες και στα αμφιθέατρα όπου ακονίζεται ο νους και χτυπά η καρδιά της νέας γενιάς.
17
08

Η «μία και μόνη διαφορά με την Τουρκία» και ο ελληνικός εθνικισμός

Καθήκον της Αριστεράς σε Ελλάδα, Τουρκία και Κύπρο είναι να ξεσκεπάζει καθημερινά τους επιμέρους ισχυρούς εθνικισμούς στις χώρες αυτές και όχι στο όνομα της συμπερίληψής της στον περιβόητο «εθνικό κορμό», όπως τον έχουν νοηματοδοτήσει οι αντίπαλοί της, να υποκλίνεται στον σοβινισμό και τον μιλιταρισμό, φλερτάροντας με σενάρια πολεμικής εμπλοκής. Ή να πέφτει στο βαρύ αλλά και παιδαριώδες ταυτόχρονα πολιτικό σφάλμα να φαντασιώνεται ότι μπορεί να συναγωνιστεί και να κερδίσει τον εθνικισμό στο δικό του έδαφος. Εθνικισμός αριστερής κοπής είναι αντίφαση εν τοις όροις και αποκρουστική τερατογένεση. Η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως και η χώρα μας άλλωστε, μόνο να κερδίσουν έχουν αν ταχθούν αποφασιστικά υπέρ του διαλόγου και της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με την Τουρκία στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο. Η κλιμάκωση της έντασης δεν οδηγεί πουθενά. Ο ελληνοτουρκικός και ο πολυμερής διάλογος για το καθεστώς στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο και η προσφυγή στη Χάγη στις σημερινές συνθήκες πρέπει να γίνουν ο ακρογωνιαίος λίθος της εξωτερικής μας πολιτικής. Η Αριστερά με αυτόν τον τρόπο θα ξαναπιάσει το νήμα της εμβληματικής Συμφωνίας των Πρεσπών και θα πρωταγωνιστήσει στον αγώνα να γίνει το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος θάλασσα ειρήνης, συνεργασίας, οικονομικής και οικολογικής συνεκμετάλλευσης και όχι πεδίο ιμπεριαλιστικών-εθνικιστικών ανταγωνισμών, περιβαλλοντοκτόνων εξορύξεων και χωρίς όριο στρατιωτικών εξοπλισμών.