Macro

Αννέτα Καββαδία: Ποιος φοβάται την τέχνη;

Δεν είναι η πρώτη φορά και σίγουρα δεν θα είναι η τελευταία.
 
Η σχέση, άλλωστε, της κυβέρνησης της ΝΔ με τις τέχνες –τον πολιτισμό, εν γένει– είναι τέτοια που το νέο κρούσμα λογοκρισίας δεν θα έπρεπε να προκαλεί εντύπωση.
 
 
Από την έφοδο της αστυνομίας σε κινηματογράφους της Αθήνας που πρόβαλαν την ταινία «Τζόκερ» προκειμένου να απομακρύνουν ανήλικους, μέχρι την επιλογή Λιγνάδη ως καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, το μπετόν στην Ακρόπολη, τις αποσπώμενες αρχαιότητες, την αναλγησία απέναντι σε καλλιτέχνες που οδήγησε στο μεγαλειώδες κίνημά τους, την αλλαγή του νομικού καθεστώτος και τη μετατροπή πέντε βραβευμένων δημόσιων μουσείων σε ΝΠΔΔ, την κατάργηση της αυτοτέλειας φορέων πολιτισμού όπως οι δημοτικές πινακοθήκες (κραυγαλέο παράδειγμα η πινακοθήκη του δήμου Κεντρικής Κέρκυρας), η κυβέρνηση δεν κάνει καν προσπάθεια να κρύψει τη δυσανεξία της απέναντι σε οτιδήποτε εκτιμά πως δεν ελέγχει.
 
Και ο χώρος του πολιτισμού είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου η Δεξιά επιδιώκει να πάρει ρεβάνς δεκαετιών. Ο χώρος όπου, συμβολικά και υλικά, αποτυπώνεται όλη η πολιτική της: παλαιοκομματισμός, πελατειακό κράτος, νεοφιλελεύθερη αγριότητα, διχαστική, αντιδημοκρατική πολιτική.
 
 
Η τέχνη ως τρόπαιο
 
 
Μια κυβέρνηση, λοιπόν, που θεωρεί και την πολιτιστική κληρονομιά ιδιοκτησία της, που τη διαμοιράζει σε μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, που βλέπει τον σύγχρονο πολιτισμό ως υπόθεση κάποιων εκλεκτών «αρίστων», αλλά και μια κυβέρνηση που νιώθει να στριμώχνεται από τα δεξιά της, αυτή η κυβέρνηση λοιπόν προβαίνει σε μια ενέργεια που κάθε άλλο παρά θα έπρεπε να ξενίζει ως προς την αγριότητά της.
 
Με εντολή του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, απομακρύνθηκε από το ελληνικό προξενείο στη Νέα Υόρκη, δημιουργία της εικαστικού Γεωργίας Λαλέ –με θέμα την ενδοοικογενειακή και έμφυλη βία και τις γυναικοκτονίες– που απεικόνιζε την ελληνική σημαία με κόκκινες και ροζ ρίγες, φτιαγμένη από σεντόνια που οι ίδιες οι κακοποιημένες γυναίκες είχαν δώσει στην καλλιτέχνιδα.
 
 
Ποια ελευθερία της έκφρασης; Ποια τέχνη που δεν γνωρίζει όρια;
 
Ο, και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, υπουργός Εξωτερικών φαίνεται να αφήνει στην άκρη την πανεπιστημιακή του ιδιότητα, αφού παραβλέπει το άρθρο 16 παράγραφος 1 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει, κατ’ αρχάς, την αυτονομία της τέχνης από την κρατική βούληση. Φαίνεται να μην τον απασχολεί το ότι σε συντάγματα όπως το δικό μας, κατοχυρώνεται ρητά –πέραν της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης– η ελευθερία της τέχνης, και με τη συγκεκριμένη απόφασή του δείχνει να μην τον προβληματίζει ότι το κράτος και οι μηχανισμοί του οφείλουν να σεβαστούν αυτή την αυτονομία.
 
 
Για να μη μιλήσουμε γι’ αυτό καθαυτό το θέμα της συγκεκριμένης εικαστικής δημιουργίας. Για το διαρκές και συνεχιζόμενο έγκλημα των γυναικοκτονιών, για την ανεπίτρεπτη καθυστέρηση στη νομική αναγνώριση του όρου, για την ενδοοικογενειακή και έμφυλη βία. Θέματα που αντί να περιορίζεται η προβολή τους, θα έπρεπε να τυγχάνουν της όλο και πιο έντονης, της όλο και πιο απαιτητικής διεκδίκησης σε ό,τι αφορά την αντιμετώπισή τους.
 
 
Πίεση από δεξιά
 
 
Όμως όχι. Στην Ελλάδα του 2023, με κυβέρνηση τη ΝΔ, αρκούσε το κρεσέντο σκοταδιστικού, ακροδεξιού λόγου του προέδρου της «Νίκης» –«η γαλανόλευκη σημαία μας βάφεται με κόκκινο μόνο με το αίμα των ηρώων μας», έλεγε κραδαίνοντας τη φωτογραφία του έργου– για να συμφωνήσει και να συρθεί ο Γιώργος Γεραπετρίτης πίσω από τον Δημήτρη Νατσιό.
 
Είχε βεβαίως προηγηθεί η ενόχληση του γνωστού και μη εξαιρετέου Δημήτρη Διαματάρη –θυμάστε, ο υφυπουργός Εξωτερικών που είχε φύγει από το υπουργείο καθώς είχε δηλώσει ψευδώς ότι κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών– ο οποίος με την ιδιότητα του εκδότη του «Εθνικού Κήρυκα», και με δεδομένες τις σχέσεις του με την ομογένεια των ΗΠΑ, είχε αρθρογραφήσει σχετικά: «Καλή και χρυσή η τέχνη, αλλά με ορισμένα εθνικά σύμβολα δεν παίζεις. Πώς να το κάνουμε; Ή τουλάχιστον δεν παίζεις στο κτήριο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας με το θέμα της σημαίας μας. Απορώ πώς του ξέφυγε αυτό του γενικού προξένου», έγραφε περνώντας το μήνυμα πως το τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» παραμένει η βασική ιδεολογική και πολιτική ραχοκοκαλιά της ΝΔ. Κάτι που σε καμιά περίπτωση δεν θέλουν να χαριστεί στους εκ δεξιών ανταγωνιστές του κυβερνώντος κόμματος.
 
 
Κι έτσι, κάνοντας κουρελόχαρτο βασικές συνταγματικές αρχές και μετατρέποντας εαυτόν –και την παράταξη που εκπροσωπεί– στον καλύτερο χορηγό της Ακροδεξιάς, ο κ. Γεραπετρίτης προέβη σε μια πράξη καθαρής λογοκρισίας, προκειμένου, με αυτή την επίδειξη ισχύος, να…επανεπιδώσει τα διαπιστευτήρια της ΝΔ προς σκληρά δεξιά ακροατήρια, τα οποία έχουν τώρα κι άλλα πρόθυμα αυτιά να τα ακούσουν. Η «Νίκη», οι «Σπαρτιάτες», η «Ελληνική Λύση», είναι εδώ και διεκδικούν με αξιώσεις ψηφοφόρους που –μέχρι τώρα– έβρισκαν καταφύγιο στη …φιλόξενη αγκαλιά της ΝΔ.
 
Κι αυτό είναι κάτι που το Μέγαρο Μαξίμου και η Πειραιώς, δεν θέλουν επ’ ουδενί να χαθεί. Πόσο μάλλον τώρα που με αφορμή την τροπολογία για παροχή άδειας διαμονής σε μετανάστες για λόγους εργασίας, και την εκκωφαντική διαφοροποίηση και καταψήφισή της από τον Αντώνη Σαμαρά, οι εσωκομματικοί τριγμοί και η έκδηλη δυσφορία παραδοσιακών ψηφοφόρων της ΝΔ, είναι γεγονότα αδιαμφισβήτητα. Τα οποία, αν δεν προσεχθούν, μπορεί να προκαλέσουν μεγαλύτερους πονοκεφάλους στο κυβερνών κόμμα και διαρροές προς τους όμορους ακροδεξιούς χώρους.
 
 
«Μια στο καρφί και μια στο πέταλο», είναι λοιπόν η λύση που επιλέγουν οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Νόμιμη δουλειά στους μετανάστες, για να μην παραπονιούνται και οι επιχειρηματίες ότι δεν βρίσκουν εργατικά χέρια –πού πήγε, αλήθεια, εκείνο το αισχρό αφήγημα «έρχονται οι μετανάστες και μας παίρνουν τις δουλειές»– αλλά και στυγνή λογοκρισία απέναντι σε μια καλλιτέχνιδα που κάνει αυτό που οφείλει να κάνει η τέχνη: να προκαλεί, να αφυπνίζει, να ευαισθητοποιεί.
 
Το αν καταφέρουν να εξευμενίσουν το ακροδεξιό ακροατήριο, μένει να αποδειχθεί.

Αννέτα Καββαδία