Macro

Αννέτα Καββαδία: Με τη γίδα στην πλάτη

Τέτοιες μέρες, ένα χρόνο πριν, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ διασυρόταν από τη Λίβερπουλ με 7-0. Το πρώτο πράγμα που είπε τότε ο προπονητής των ηττημένων, Έρικ Τεν Χαγκ, ήταν ότι «παίξαμε με αλαζονεία και το πληρώσαμε». Η αλαζονεία έφερε «καρπαζιά», κι αυτή με τη σειρά της νεύρα.
 
Κάπως έτσι, στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό, η διαχρονική αλαζονεία –χαρακτηριστικό της γνώρισμα– της ευρωβουλεύτριας της ΝΔ Άννας-Μισέλ Ασημακοπούλου –όχι όμως μόνο αυτής– της γυρίζει, όπως όλα δείχνουν, μπούμερανγκ.
 
«Δεν πτοούμαι», διατεινόταν με εξοργιστική έπαρση όταν η υπόθεση της διαρροής ηλεκτρονικών διευθύνσεων κατοίκων του εξωτερικού βγήκε στο φως. Μιλούσε για εκστρατεία λάσπης και για θεωρίες συνωμοσίας που είχαν σκοπό να βλάψουν την ίδια, αλλά και τον θεσμό της επιστολικής ψήφου. Επέμενε πως ουδέποτε έλαβε τα επίμαχα στοιχεία από το υπουργείο Εσωτερικών ή κάποιον άλλο φορέα της κυβέρνησης, διαβεβαίωνε πως τα στοιχεία έφτασαν στην ίδια με νόμιμους τρόπους και διαμαρτυρόταν για το απίστευτο μπούλινγκ που, όπως έλεγε, δεχόταν.
 
Η συνέχεια, λίγο πολύ γνωστή: η διαδρομή της διαρροής μαθεύτηκε, ο γενικός γραμματέας του ΥΠΕΣ και ο γραμματέας απόδημου ελληνισμού της ΝΔ καρατομούνται, η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει το πολιτικό κόστος της ιδιαιτέρως δυσώδους αυτής υπόθεσης στο πρόσωπο δύο μεσαίων στελεχών, προκειμένου τόσο ο πρωθυπουργός, όσο και η αρμόδια υπουργός Εσωτερικών να μείνουν στο απυρόβλητο, η κ. Ασημακοπούλου εξοστρακίζεται από το ευρωψηφοδέλτιο της ΝΔ, σύσσωμη η αντιπολίτευση το έχει αναγάγει σε μείζον πολιτικό θέμα, εγείροντας ερωτήματα για το αδιάβλητο της εκλογικής διαδικασίας, οι απόδημοι θιγόμενοι προχωρούν σε ομαδική αγωγή –εναντίον του ελληνικού κράτους, της ίδιας της ευρωβουλεύτριας και οποιουδήποτε τρίτου εμπλέκεται– εκφράζοντας φόβους για ενδεχόμενη διαρροή και άλλων προσωπικών τους δεδομένων.
 
 
Αλαζονεία εκτός ορίων
 
 
«Δεν είχα σκοπό να κινηθώ νομικά, αλλά αυτό που με εξόργισε ήταν η περιφρόνηση και η προσβολή την οποία απέπνεαν οι πρώτες δημόσιες τοποθετήσεις της αμέσως μετά τη γνωστοποίηση της υπόθεσης», δήλωσε ένας έλληνας κάτοικος εξωτερικού, εκ των παραληπτών του διαβόητου ηλεκτρονικού μηνύματος της κ. Ασημακοπούλου. Και πώς να μην εξοργιστεί κανείς από τη…λουδοβίκεια –«L’État, c’est moi», (το κράτος είμαι εγώ)»– λογική που κυριαρχεί στις τάξεις του κυβερνώντος κόμματος;
 
Από την ιδιοκτησιακή, την καθεστωτική λογική, που διέπει κάθε είδους συμπεριφορά των κυβερνώντων; Από αυτή τη διάχυτη αλαζονεία, την αίσθηση ότι βρίσκονται στο απυρόβλητο, ότι κανείς δεν τους αγγίζει, ότι κανείς δεν πρόκειται να τους ζητήσει ευθύνες;
 
 
Γιατί, ας μη γελιόμαστε, η Άννα-Μισέλ Ασημακοπούλου δεν αποτελεί την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Η συνεχής επίκληση του 41% –του ποσοστού της ΝΔ στις τελευταίες εκλογές– από στελέχη της ΝΔ, αλλά και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, μέσα μάλιστα στην ολομέλεια του κοινοβουλίου, απέναντι στην αντιπολίτευση, τι άλλο παρά υπέρμετρη αλαζονεία δείχνει; Οι υποθέσεις των παρακολουθήσεων, της τραγωδίας των Τεμπών, των αγωγών Slapp εναντίον δημοσιογράφων, η συνεχής προσπάθεια συγκάλυψης κυβερνητικών ευθυνών, η απόπειρα πλήρους χειραγώγησης της συντριπτικής πλειονότητας των ΜΜΕ, τι άλλο παρά επίδειξη δύναμης –πέρα από την κοροϊδία και την προσβολή της νοημοσύνης ενός ολόκληρου λαού– συνιστούν; Θα ξεχάσουμε τη… φαεινή έμπνευση να μπορεί ένας εργαζόμενος να δουλεύει την ίδια μέρα σε δύο εργοδότες, και το πώς απάντησε στους αντιδρώντες ο, τότε υπουργός Εργασίας, Άδωνις Γεωργιάδης; Εκστόμισε αυτό που όλοι τους έχουν στην άκρη των χειλιών τους, αλλά μερικές φορές …κρατιούνται: «Δεν έμαθαν τίποτα από το εκλογικό αποτέλεσμα». Σαν να λένε «πήραμε 41%, λέμε και κάνουμε ό,τι θέλουμε και δεν δικαιούσθε να ομιλείτε».
 
 
Κομμένα και ραμμένα στα μέτρα τους
 
 
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, και οι περί αυτόν, όχι μόνο αρνούνται να δώσουν απαντήσεις για θέματα δημοκρατίας, δικαίου και διαφάνειας, όπως το σκάνδαλο των υποκλοπών και η διαρροή των emails, αλλά συγχρόνως επιχειρούν να πείσουν πως η επανάκτηση της εξουσίας από τη ΝΔ σηματοδοτεί αυτομάτως τη δυνατότητα να θαφτούν υποθέσεις –μεταξύ αυτών και η τραγωδία στα Τέμπη– στις οποίες, με βάση όλα τα στοιχεία, πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η ίδια η κυβέρνησή του. Κατά τον πρωθυπουργό, η λαϊκή νομιμοποίηση ξεπλένει βάρη και αμαρτίες και παράλληλα συνιστά εγγύηση για μια θητεία χωρίς ελέγχους και οχλήσεις από τα «μίζερα» κόμματα της αντιπολίτευσης. Μόνο που, σύμφωνα με τη λαϊκή ρήση, «η αλαζονεία είναι σαν τα ξυλοπόδαρα, ψηλώνουν τον άνθρωπο αλλά δεν τον μεγαλώνουν», και τη στιγμή που θα πέσουν από εκεί πάνω, αυτό θα γίνει με πάταγο.
 
Η Άννα-Μισέλ Ασημακοπούλου ζήτησε κι έλαβε τα e-mails, γιατί απλώς μπορούσε. Γιατί, εφόσον είχε τις κατάλληλες προσβάσεις στο υπουργείο, προφανώς σκέφτηκε: «γιατί όχι; Μόνο να κερδίσουμε καμιά ψήφο παραπάνω έχουμε». Ο κομματικός γραφειοκράτης που έκανε τον μεσάζοντα, γαλουχήθηκε προφανώς με τη λογική «έχω θέση στο κόμμα, το κόμμα είναι κυβέρνηση, άρα το κράτος μάς ανήκει». Ενώ και το περιβάλλον του υπηρεσιακού παράγοντα είναι σαφές πως κινήθηκε σε παρόμοια λογική: «να εξυπηρετήσουμε τη δικιά μας».
 
Και κάπως έτσι, και παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση της ΝΔ φαίνεται να έχει υποστεί σημαντική φθορά από τη λεγόμενη «κοινωνική αντιπολίτευση», εξακολουθεί –προς το παρόν τουλάχιστον– να απολαμβάνει συνθήκες εκλογικής/πολιτικής ηγεμονίας. Και αυτό είναι κάτι που όχι μόνο δεν επιτρέπεται να παραβλέπουν ή να υποτιμούν οι ιδεολογικοί της αντίπαλοι, αλλά να το αναγνωρίζουν ως τη βασική συνθήκη η οποία θα πρέπει να ανατραπεί. Κάτι που για να συμβεί, προϋποθέτει ισχυρή, επεξεργασμένη, πειστική εναλλακτική πρόταση. Γιατί, αν μη τι άλλο, συνιστά πολιτική στρέβλωση μια κυβέρνηση χωρίς ισχυρή κοινοβουλευτική αντιπολίτευση. Με μεγάλη χαμένη, την ίδια την κοινωνία.

Αννέτα Καββαδία