Macro

Αννέτα Καββαδία: (Δεν) υπάρχει και φιλότιμο

Ούτε μια συγγνώμη. Έστω έτσι, για τα μάτια του κόσμου. Ούτε ένα δείγμα (υποκριτικής) μεταμέλειας, ή κάτι που να προσιδιάζει σε αναστοχασμό πεπραγμένων. Ακόμα και τώρα, μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων στην υπόθεση των οροθετικών γυναικών το 2012 –λόγω εξαναγκαστικής εξέτασης αίματος και αδικαιολόγητης διάδοσης προσωπικών δεδομένων– επιδικάζοντας αποζημίωση 70.000 ευρώ στις επιζήσασες (αναλυτικό ρεπορτάζ σε επόμενες σελίδες της Εποχής), ακόμα λοιπόν και τώρα οι κύριοι Χρυσοχοΐδης (τότε αλλά και νυν –τι σύμπτωση, αλήθεια!– υπουργός Δημόσιας Τάξης/ΠΡΟ.ΠΟ) και Λοβέρδος (τότε υπουργός Υγείας), δεν βρήκαν ούτε λέξη να πουν για μία από τις μελανότερες στιγμές της πολιτικής τους καριέρας.
 
Όχι φυσικά ότι περιμέναμε να το πράξουν. Γνωστοί οι πολιτικοί άνδρες, γνωστά τα πολιτικά δείγματα γραφής τους. Όταν το καλοκαίρι του 2012, λίγες ημέρες πριν τις εκλογές, οι δύο υπουργοί –και εκ νέου υποψήφιοι– παρουσίαζαν τους νέους κανόνες προστασίας και ασφάλειας της δημόσιας υγείας από τον ιό HIV/AIDS, ξεκινούσε μια εφιαλτική περίοδος που έβαλε απροκάλυπτα στο στόχαστρο την ευάλωτη μερίδα των –συχνά τοξικοεξαρτημένων– σεξεργατριών του δρόμου, για «το καλό της υγιούς, καθαρής κοινωνίας». Ενενήντα έξι γυναίκες συνελήφθησαν, οι 29 από αυτές βρέθηκαν οροθετικές και οι Αρχές όχι μόνο δεν μερίμνησαν για τη θεραπεία τους, αλλά προχώρησαν στη διαπόμπευσή τους. Ένα ανήθικο, ξεδιάντροπο πολιτικό παιχνίδι, που θα παιζόταν τελικά στις πλάτες των ευάλωτων αυτών πλασμάτων, είχε μόλις ξεκινήσει.
 
 
Ζωές, και ψυχές, «στα μανταλάκια»
 
 
Δύο υπουργεία, και από κοντά το ΚΕΕΛΠΝΟ σε ρόλο ιατρικής αστυνομίας, οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές, καθώς και η πλειονότητα των ΜΜΕ –και δη των τηλεοπτικών– συνέπραξαν για την υλοποίηση αυτής της άθλιας επιχείρησης. Γυναίκες που παρουσιάστηκαν ως «υγειονομικές βόμβες» για να πέσει επάνω τους το ανάθεμα μιας κοινωνίας, που, ρημαγμένη από την οικονομική κρίση, έβραζε στην οργή της. Με τις φωτογραφίες και τα προσωπικά τους δεδομένα να ρίχνονται με λύσσα και χωρίς αιδώ στην αρένα του κοινωνικού εκφασισμού, και τους αστυνομικούς ρεπόρτερ να μιλούν για προσαγωγές εκατοντάδων εκδιδομένων γυναικών και μεταφορά τους για αναγκαστικές εξετάσεις.
 
«Αυτή που σκορπούσε τον θάνατο», διαλαλούσε εφημερίδα σε πρωτοσέλιδό της το οποίο συνόδευε ολοσέλιδη φωτογραφία, ενώ στην επίσημη ιστοσελίδα της Αστυνομίας έδιναν και λεπτομέρειες, όπως τα ονόματα των γονιών τους. Έτσι στήθηκε αυτή η ανατριχιαστική εκστρατεία του ηθικού πανικού και μαζί μια χυδαία απόπειρα ποινικοποίησης της οροθετικότητας, η διάγνωση της οποίας δεν χρησιμοποιήθηκε για την προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά για να απαγγελθούν κατηγορίες, όπως αφηγούνται εξειδικευμένοι γιατροί στο ντοκιμαντέρ «Ερείπια» της Ζωής Μαυρουδή, το οποίο πραγματεύεται αυτό ακριβώς το χρονικό της διαπόμπευσης.
 
 
Τίποτα δεν πρέπει να ξεχαστεί
 
 
Τι κι αν οι γυναίκες αυτές –που συνελήφθησαν, προφυλακίστηκαν για κακούργημα και στη συνέχεια διαπομπεύτηκαν με τη δημοσίευση φωτογραφιών και προσωπικών τους στοιχείων– δικαιώθηκαν τελικά τον Δεκέμβρη του 2016; Τι κι αν ο εισαγγελέας τάχθηκε υπέρ της αθώωσής τους, υποστηρίζοντας πως «δεν προέκυψε ουδόλως ότι εκδίδονταν, ουδόλως ότι ερχόντουσαν σε σαρκική επαφή χωρίς χρήση προφυλακτικού με άλλα άτομα, ουδόλως –εκτός της πρώτης κατηγορουμένης– ότι γνώριζαν την οροθετικότητά τους. Προϋπόθεση για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης είναι ο δόλος, η μη χρήση προφύλαξης. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω. Ζητώ να παύσει η ποινική δίωξη για όσες έχουν αποβιώσει και να αθωωθούν οι υπόλοιπες κατηγορούμενες».
 
Η ζωή τόσο των ίδιων –όσων επέζησαν γιατί κάποιες είχαν ήδη πεθάνει– όσο και των ανθρώπων του περιβάλλοντός τους, είχε πια στιγματιστεί ανεξίτηλα. Την ώρα που οι πολιτικά ιθύνοντες, οι αυτουργοί ενός από τα ελεεινότερα ρατσιστικά και μισογυνικά εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη σύγχρονη εποχή, συνέχιζαν όχι μόνο να διεκδικούν, αλλά και να απολαμβάνουν τα προνόμια του δημόσιου ρόλου τους στην κεντρική πολιτική σκηνή. Και μάλιστα με θράσος. Ποιος δεν θυμάται, για παράδειγμα, την έκρηξη του Ανδρέα Λοβέρδου όταν τον Οκτώβρη του 2016, κατά τη διάρκεια συνεδρίασης της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής για τα «θαλασσοδάνεια», η υπογράφουσα (βουλεύτρια τότε και μέλος της επιτροπής) αναφέρθηκε, χωρίς να τον κατονομάσει, στην άθλια δημοσιοποίηση των στοιχείων των συγκεκριμένων γυναικών; Σε ποιον διαφεύγει η …ιερή αγανάκτηση του ίδιου, αλλά και του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη κάθε φορά που υπενθυμίζεται ο ρόλος τους σε αυτή την υπόθεση; Ποιος δεν απωθείται από την αλαζονεία με την οποία αρνούνται συστηματικά να ζητήσουν έστω μια συγγνώμη για τη βαναυσότητα που διέπραξαν;
 
Πολλές λέξεις –αίσχος, αθλιότητα, βαρβαρότητα, όνειδος, κατάπτυστη ενέργεια, πολιτικός κυνισμός– έχουν χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσουν αυτήν την υπόθεση. Λέξεις που ταιριάζουν γάντι τόσο στο πολιτικό παιχνίδι που παίχτηκε –και για το οποίο μιλούν σήμερα γιατροί, νομικοί, τα ίδια τα θύματα– όσο και σε αυτούς που κίνησαν τα νήματα. Κι αν η νέα δικαίωση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έρχεται να ταρακουνήσει (;) το συλλογικό υποσυνείδητο –καταμερίζοντας ευθύνες και υπενθυμίζοντας πως η υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι καθολικό δικαίωμα που δεν γνωρίζει από εξαιρέσεις– η λήθη και η αποσιώπηση του ρόλου συγκεκριμένων ανθρώπων στο πλαίσιο μιας πολιτικής που στο όνομα των …χρηστών ηθών, αλλά και του αποπροσανατολισμού από τα δύσκολα ενοχοποιεί το διαφορετικό, είναι κάτι που μας καθιστά συνένοχους.
 
Και όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται, ας προσπαθήσουμε να μη λέμε απλά «οροθετικές», χωρίς άλλο προσδιορισμό. Γιατί έτσι, είναι σαν να συμφωνούμε κι εμείς πως η ύπαρξη αυτών των γυναικών εξαντλείται στο στίγμα που τους κόλλησαν οι διώκτες τους. Και που κάποιες το πλήρωσαν με τη ζωή τους.

Αννέτα Καββαδία